Supreme Court dismisses appeal for vagueness and factual evaluation unreviewability regarding donor intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a lower court's decision on a donation contract. The appellant argued the lower court erred in interpreting the donor's intent to make the donation conditional on the property's use as a clinic. The court rejected this claim, finding the appeal vague and attacking a factual evaluation of the donor's true will that falls outside the Supreme Court's jurisdiction. Consequently, the appeal was rejected without costs being imposed on the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 575, 576, 226 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with the hearing of an appeal even if the appellee is absent, provided the appellant has served the appeal document and summons. Furthermore, appeals attacking factual evaluations of the donor's true intent are inadmissible as they fall outside the scope of legal review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1886 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Ρ. του Σ., κατοίκου ... ως κληρονόμου της αποβιωσάσης Α. χήρας Ι. Λ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2006 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Α. χήρας Ι. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/99ΤΠ/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου στην Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/5/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδαφ. γ και δ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσίβλητου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8004Β/25-2-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθήνας, Χ. Φ., την οποία το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται και προσκομίζει, το τελευταίο επέδωσε στην αναιρεσίβλητη νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αρχική δικάσιμος της 10ης Μαΐου 2021 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή.
Κατά την ανωτέρω (αρχική δικάσιμο) η υπόθεση αναβλήθηκε για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή (19-9-2022) και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο κατ' άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού στην παρούσα μετ' αναβολή συζήτηση δεν απαιτείτο κλήση της αναιρεσίβλητης, καθόσον η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, που κλητεύθηκε νόμιμα ως ανωτέρω αναφέρεται.
Με την κρινόμενη από 20-5-2016 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Καταθ. 2/2016, Αριθ. Δικ. 2002/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 70/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο, που εκδόθηκε επί της από 29-10-2010 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 61/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η 14-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 20-5-2016, όπως προκύπτει από την κάτω από το δικόγραφό της έκθεση κατάθεσης, δηλαδή μετά την πάροδο διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 29-5-2014.
Ωστόσο, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 (ήτοι την 1-1-2016) και δεν έχει επιδοθεί, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η τριετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της για την προσβολή της με αναίρεση, κατ' εφαρμογή της διαχρονικού δικαίου αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 716/2020).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αρχικώς ενάγουσα, Α. χήρα Ι. Λ., με την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, από 14-9-2006, αγωγή της, αφού επικαλέστηκε, ότι το έτος 1975 ο μετέπειτα αποβιώσας σύζυγός της δώρισε στο Ελληνικό Δημόσιο (με το με αριθμό ...
συμβολαιογραφικό έγγραφο - πρόταση δωρεάς, που έγινε αποδεκτή με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη Υ. 1036/1010/16-7-1975 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) το περιγραφόμενο ακίνητό του με την διαλυτική αίρεση της συνέχισης της στέγασης σ' αυτό του στεγαζόμενου μέχρι τότε αγροτικού ιατρείου Κοκκαρίου, ότι σε περίπτωση πλήρωσης της αίρεσης με τη μετάθεση του ιατρείου σε άλλη Κοινότητα ή την κατάργηση αυτού η κυριότητα του δωρούμενου θα περιέρχεται αυτοδικαίως στον δωρητή και ότι η διαλυτική αίρεση πληρώθηκε τον Ιανουάριο του έτους 2006, οπότε το ως άνω ακίνητο έπαυσε να χρησιμοποιείται για τη στέγαση του ως άνω αγροτικού ιατρείου, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι πληρώθηκε η άνω διαλυτική αίρεση.
Πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απεβίωσε η αρχικώς ενάγουσα (στις 9-3-2008) και τη δίκη συνεχίζει η κληρονόμος της Κ. Ρ. του Σ. (ήδη αναιρεσίβλητη). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου με την 61/2010 οριστική του απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή και κατ' αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 29-10-2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 70/2014 απόφαση του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 727/2017).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθεται στο αναιρετήριο το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019). Ειδικότερα, ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος αυτής (δήλωσης βούλησης) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 426/2010), είτε προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017).
Στην προκείμενη υπόθεση, με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, προβάλλεται η από το εδαφ. α του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, κατέληξε στην κρίση ότι η δικαιοπρακτική βούληση του δωρητή να τεθεί στην πρόταση δωρεάς, ο όρος της χρήσης του δωρηθέντος ακινήτου για τη στέγαση του Αγροτικού Ιατρείου Κοκκαρίου συνιστούσε διαλυτική αίρεση και όχι τρόπο, όπως ισχυρίστηκε τούτο (αναιρεσείον) με τις προτάσεις του και ακολούθως κατ' εσφαλμένη εφαρμογή αυτών κατέληξε στο πόρισμα ότι η αληθής βούληση του δωρητή ήταν να εξαρτήσει την ισχύ της σύμβασης δωρεάς από τη χρήση του δωρηθέντος ως καταστήματος του Αγροτικού Ιατρείου Κοκκαρίου στο διηνεκές, με συνέπεια, να δεχθεί περαιτέρω ότι η αλλαγή της χρήσης του, το έτος 2006, ήτοι μετά το θάνατο του δωρητή, το έτος 1984 και την πάροδο χρονικού διαστήματος πλέον της τριακονταετίας από τη σύναψη της δωρεάς (1975), επέφερε την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, ενώ έπρεπε να αποφανθεί ότι η διαλυτική αίρεση τέθηκε υπέρ του δωρητή και μόνο, καθόσον αυτή η ερμηνεία της αληθούς βούλησης του τελευταίου είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτει ότι, εάν ήθελε ο δωρητής την ισχύ του ανωτέρω όρου εις το διηνεκές και την ανατροπή της δωρεάς υπέρ των κληρονόμων του, δεν θα προέβαινε στην ως άνω διατύπωση του τεθέντος όρου.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ενόψει του ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, με πληρότητα και σαφήνεια, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, παρά μόνο ορισμένα αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, το αναιρεσείον, αλλά με βάση τα μεμονωμένα αυτά αποσπάσματα και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του, αλλά και διότι η αιτίαση πλήττει την κρίση του Εφετείου για την αληθινή βούληση του δωρητή, η οποία ως κρίση αναγόμενη, σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε, διότι η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε σαν να ήταν παρούσα, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-5-2016 (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 2/2016, Αριθ. Δικ. 2002/2019) αίτηση για αναίρεση της 70/2014 απόφασης του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ