Legislator Case Law & Legislation
1886/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against fraud conviction, removing aggravating circumstance and sentencing under new lenient laws.

Case Number 1886/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a conviction for forgery and complicity in fraud. The court found the lower court erred in applying an aggravating circumstance regarding the use of forged documents and failed to apply the new, more lenient criminal code provisions. Consequently, the aggravating circumstance was removed, and the sentencing was remitted for recalculation based on the updated legal framework.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 2 of the Penal Code: The Supreme Court partially allows an appeal when the lower court fails to apply the most lenient law in force at the time of judgment, specifically removing an aggravating circumstance and remitting the sentencing for recalculation under the new, more favorable statutory provisions.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance most lenient law principle aggravating circumstance removal forgery conviction sentencing remittal

Cited Legislation

AI generated
Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 2 of the Penal Code
Article 216 of the Penal Code
Article 220 of the Penal Code
Article 47 of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
Decision No. ΗΜ5116/2018
Decision No. ΗΜ756/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1886 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.260/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πορτοκάλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΕΤ1157/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ.πρωτ.7475/2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 942/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνον κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και συνολικής ποινής, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους Δικαστές και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 7475/2019 αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της ΕΤΙ 157/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.4 ισχύοντος ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

II. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19 ) Ποινικού Κώδικα "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. | ii) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ.

τελ.ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, ως προς τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

III. i) Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την 1-7-2019, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

ii) Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο" iii) Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1-7-2019 ποινικού κώδικα καθόσον:

α) η χρήση πλαστού δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ. 1 αλλά αυτοτελή πράξη (παρ.2) που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν και β) ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ.

από 10 ημέρες έως 5 έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών έως 5 ετών iv). Από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

γ' του ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου), ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

V. i) Κατά το άρθρο 220 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ "Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία." Το άρθρο αυτό, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιείται από το όμοιο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ, περιέχει ευνοϊκότερες ως προς την ποινή διατάξεις που οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, καθόσον με αυτές προβλέπεται αφενός διαζευκτικά χρηματική ποινή αφετέρου πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από 10 ημέρες έως 2 έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προέβλεπε μόνο ποινή φυλάκισης και με ελάχιστο κατώτερο όριο τους τρεις (3) μήνες και ανώτερο τα δύο (2) έτη.

ii) Από το παραπάνω άρθρο 220 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, διότι το άρθρο 13γ ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και κατά τους νόμιμους τύπους και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά.

Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον, και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο.

Δημόσιο έγγραφο, με την προαναφερθείσα έννοια, είναι, σύμφωνα με τον Κανονισμό Αδειών Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας με χρήση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και μέσω Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α), σε συνδυασμό με το άρθρο 13 εδ. γ Π.Κ., η απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας χορήγησης άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ως ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη, που επιτρέπει στον δικαιούχο αυτής, με την τήρηση των οριζομένων υποχρεώσεων, την εκτέλεση των προβλεπόμενων έργων και όλων εκείνων για τα οποία αδειοδοτείται, εκδίδεται από τον αρμόδιο εκπρόσωπο της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας και προορίζεται για εξωτερική χρήση και απόδειξη έναντι πάντων των αναφερόμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, όπως τον δικαιούχο αυτής, την εξασφάλιση της χρηματοδότησης του έργου σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 3468/2006, όπως ισχύει, τη συνδρομή των προϋποθέσεων για το νόμιμο της χορήγησης της άδειας και τη δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με την τήρηση των αναφερομένων υποχρεώσεων και την εκτέλεση των οριζόμενων εργασιών.

VI). i) Σύμφωνα με το άρθρο 47 (συνεργός) του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού." Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης για άμεση συνέργεια του άρθρου 46 παρ. 1 περ.

β του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον, κατ' αρχήν, η συνέργεια, χωρίς διάκριση πλέον σε απλή ή άμεση (κατά τις διακρίσεις του προϊσχύσαντος ΠΚ), αντιμετωπίζεται ενιαία και τιμωρείται με ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Κατ' εξαίρεση μόνο το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμεσης κατά το εδ.β' συνέργειας ("...άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού"), στην έννοια της οποίας εμπίπτουν πλέον, με βάση τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης (εδ.

β'), τέτοιες πράξεις συνδρομής που προσεγγίζουν εγγύτατα την αυτουργική τέλεση του εγκλήματος. Δηλαδή, με τη διάταξη του άρθρου 47 του νέου ΠΚ, αφενός προβλέπεται μειωμένη ποινή και για την περίπτωση της άμεσης συνέργειας και αφετέρου ορίζεται ότι η επιβολή από το δικαστήριο της ποινής του αυτουργού, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις του εδ.

β', είναι δυνητική, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν άρθρο 46 παρ.1 περ.β ΠΚ που προέβλεπε υποχρεωτικά και όχι δυνητικά μόνο την ποινή του αυτουργού.

ii) Για να είναι αξιόποινη η συνέργεια σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου, παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το άρθρο 48 ΠΚ. αρκεί ο αυτουργός να διαπράξει ή αποπειραθεί να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της, και δεν εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που αποκλείει τον καταλογισμό και απαλλάχθηκε για τέτοιο λόγο.

VII. i) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. ii) Η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 Δ'λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία.

VIII. Στην προκείμενη περίπτωση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην ....., στις 12-12-11, ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα:

Α) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Ειδικότερα, κατήρτισε τέσσερις επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος/ πρόθεσης χρηματοδότησης (letters of intent), οι οποίες φέρονταν ότι δήθεν είχαν εκδοθεί στις 29.11.2011 από τη γερμανική τράπεζα ...

και ότι απευθύνονταν στην εταιρία "... Α.Ε" για τα τέσσερα, αντιστοίχως έργα (παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειες για αιολικά πάρκα) που η εν λόγω εταιρία επιθυμούσε να κατασκευάσει: α) στη θέση "..." του Δήμου ..., β) στη θέση "..." του Δήμου ..., γ) στη θέση "..." του Δήμου ... και δ) στη θέση "2" του Δήμου .... Οι εν λόγω επιστολές ήταν πλαστές και ουδέποτε εκδόθηκαν από την γερμανική τράπεζα ..., ο δε φερόμενος ως υπογράφων αυτές M.

W. εργάστηκε στην Τράπεζα έως τις 31-10-10 ο δε έτερος υπογράφων τις επιστολές T. S. ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος της Τράπεζας, όπως βεβαίωσε η ως άνω τράπεζα με σχετικό έγγραφο της. Την ως άνω πράξη τέλεσε με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Ρ.Α.Ε), σχετικά με το γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ότι η εταιρία "...

Α.Ε", η οποία υπέβαλε προς την Ρ.Α.Ε αντίστοιχες (τέσσερις) αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για τα ανωτέρω τέσσερα έργα-αιολικά πάρκα επισυνάπτοντας σε κάθε αίτηση την αντίστοιχη πλαστή επιστολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος, κάνοντας έτσι χρήση αυτής, είχε την οικονομική επάρκεια για την υλοποίηση των έργων, σύμφωνα με το άρθρο 13παρ.2 εδ.

στ', σε συνδυασμό με το Παράρτημα 1 μέρη 7 και 8 του "Κανονισμού Αδειών Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και μέσω Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και θερμότητας Υψηλής Απόδοσης" (ΦΕΚ Β72373/25-10-11). Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείτο ως φερόμενος μεσάζων ανάμεσα σε τεχνικές εταιρίες και γερμανικές τράπεζες προκειμένου οι πρώτες να απαιτούν, χάριν της μεσολάβησης του και των γνωριμιών του στις γερμανικές τράπεζες λόγω της προηγούμενης επαγγελματικής απασχόλησης του στο γερμανικό τραπεζικό κλάδο τις επιθυμητές επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος/πρόθεσης χρηματοδότησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε στον Χ. Ε., νόμιμο εκπρόσωπο, και στον Δ. Ρ., μέτοχο και διευθυντή, της εταιρίας "... Α.Ε", ως άτομο που έχει τις κατάλληλες γνωριμίες στην γερμανική τράπεζα ..., προκειμένου να λάβει από αυτήν η ανωτέρω εταιρία τις απαιτούμενες επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος/ πρόθεσης χρηματοδότησης για τα τέσσερα έργα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για αιολικά πάρκα που η εν λόγω εταιρία επιθυμούσε να κατασκευάσει στη ....

Ο κατηγορούμενος λάμβανε τις τεχνικές και ενεργειακές μελέτες, προκειμένου να τις προωθήσει στη γερμανική τράπεζα, μετέβαινε στη Γερμανία προκειμένου να παραλάβει τις επιθυμητές επιστολές και τις προσκόμιζε στην ανωτέρω εταιρία, ενώ ως αμοιβή για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών του συνομολογήθηκε το ποσό των 6.000 ευρώ.

Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον Δ. Ρ. στην εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο τελευταίος, ο οποίος πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος έδωσε στον Δ. Ρ. τις τέσσερις στην υπό στοιχείο Α πράξη πλαστές, επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος (letters of intent) της γερμανικής τράπεζας ... τις οποίες ο Δ. Ρ. επισύναψε στις από 12-12-11 τέσσερις αντίστοιχες αιτήσεις, που υπέβαλε στην ΡΑ.Ε για λογαριασμό της εταιρίας "... Α.Ε", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος Ν.

Ε., και με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος κατάφερε να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ρ.Α.Ε σχετικά με το γεγονός της συνδρομής των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην εταιρία "... Α.Ε" και πέτυχε να εκδοθούν για την εν λόγω εταιρία οι κάτωθι άδειες: α) υπ' αριθμ. ...02 άδεια για το αιολικό πάρκο στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ. 966/12 απόφαση ΡΑΕ.

β) υπ' αριθμ. ...03 άδεια για το αιολικό πάρκο στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ.967/12 απόφαση ΡΑΕ, γ) υπ' αριθμ. ...04 άδεια για το αιολικό πάρκο στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ'αριθμ.968/12 απόφαση ΡΑΕ και δ) υπ' αριθμ. ...05 άδεια στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ. 969/12 απόφαση ΡΑΕ. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση την πρώτη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που του αποδίδεται και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της δεύτερης πράξης τέλεσε άμεση συνέργεια στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις αυτές.

Επισημαίνεται ότι η καταδίκη του κατηγορουμένου ως άμεσου συνεργού για τη δεύτερη πράξη δεν κωλύεται από το γεγονός ότι ο φυσικός αυτουργός Δ. Ρ. αθωώθηκε για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. ΒΜ2324/2018 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διότι το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω πράξη τελέστηκε κατ' αντικειμενική υπόσταση και απάλλαξε τον ανωτέρω φυσικό αυτουργό λόγω έλλειψης δόλου".

Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και κατά ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της 2ης πράξης για άμεση συνέργεια σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα του ότι: "Στην ..... στις 12-12-11, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα:

Α) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Ειδικότερα, κατήρτισε τέσσερις επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος/ πρόθεσης χρηματοδότησης (letters of intent), οι οποίες φέρονταν ότι δήθεν είχαν εκδοθεί στις 29.11.2011 από τη γερμανική τράπεζα ...

και ότι απευθύνονταν στην εταιρία "... Α.Ε" για τα τέσσερα, αντιστοίχως, έργα (παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για αιολικά πάρκα) που η εν λόγω εταιρία επιθυμούσε να κατασκευάσει: α) στη θέση "..."-του Δήμου ..., β) στη θέση "..." του Δήμου ... γ) στη θέση "..." του Δήμου ..." και δ) στη θέση "..." του Δήμου .... Οι εν λόγω επιστολές ήταν πλαστές και ουδέποτε εκδόθηκαν από την γερμανική τράπεζα ..., ο δε φερόμενος ως υπογράφων αυτές M.

W. εργάστηκε στην Τράπεζα έως τις 31-10-10 ο δε έτερος υπογράφων τις επιστολές T. S. ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος της Τράπεζας, όπως βεβαίωσε η ως άνω τράπεζα με σχετικό έγγραφο της. Την ως άνω πράξη τέλεσε με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Ρ.Α.Ε), σχετικά με το γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ότι η εταιρία "...

Α.Ε", η οποία υπέβαλε προς την Ρ.Α.Ε αντίστοιχες (τέσσερις) αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για τα ανωτέρω τέσσερα έργα-αιολικά πάρκα επισυνάπτοντας σε κάθε αίτηση την αντίστοιχη πλαστή επιστολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος, κάνοντας έτσι χρήση αυτής, είχε την οικονομική επάρκεια για την υλοποίηση των έργων, σύμφωνα με το άρθρο 13παρ.2 εδ.

στ', σε συνδυασμό με το Παράρτημα 1 μέρη 7 και 8 του "Κανονισμού Αδειών Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και μέσω Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και θερμότητας Υψηλής Απόδοσης" (ΦΕΚ Β72373/25-10-11). Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο Δ.

Ρ. στην εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο τελευταίος, ο οποίος πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος έδωσε στον Δ. Ρ. τις τέσσερις στην υπό στοιχείο Α πράξη πλαστές,επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος (letters of intent) της γερμανικής τράπεζας ...

τις οποίες ο Δ. Ρ. επισύναψε στις από 12-12-11 τέσσερις αντίστοιχες αιτήσεις, που υπέβαλε στην Ρ.Α.Ε για λογαριασμό της εταιρίας "... Α.Ε", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ε., και με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος κατάφερε να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ρ.Α.Ε σχετικά με το γεγονός της συνδρομής των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην εταιρία "...

Α.Ε" και πέτυχε να εκδοθούν για την εν λόγω εταιρία οι κάτωθι άδειες: α) υπ' αριθμ. ...02 άδεια για το αιολικό πάρκο στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ. 966/12 απόφαση ΡΑΕ. β) υπ' αριθμ. ...03 άδεια για το αιολικό πάρκο στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ.967/12 απόφαση ΡΑΕ, γ) υπ' αριθμ. ...04 άδεια για το αιολικό πάρκο στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ.968/12 απόφαση ΡΑΕ και δ) υπ' αριθμ. ...05 άδεια στη θέση "..." του Δήμου ..., με την υπ' αριθμ. 969/12 απόφαση PAE.".

IX. i) Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, αναφορικά με τη συγκρότηση των πράξεων της πλαστογραφίας και της συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση όλων των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπάγονται αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 220 παρ. 1 ΠΚ (που δεν διαφοροποιήθηκαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των οικείων εγκλημάτων από τις αντίστοιχες του νέου ΠΚ), και της εφαρμοστέας διάταξης άρθρου 47 του νέου ΠΚ, τα στοιχεία της οποίας εμπεριέχονται στην απόφαση, και οι οποίες διατάξεις δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, και έτσι δεν στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.

ii) Συντρέχει όμως περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ. δ' ΚΠΔ, των ακόλουθων ευμενέστερων διατάξεων και δη: Α) της ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 216 παρ.1 του νέου ΠΚ που αφενός δεν προβλέπει την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης πλαστού, η οποία ως αυτοτελής πράξη πλέον απορροφάται από την πλαστογραφία, αφετέρου προβλέπει ως προς την ποινή ευνοϊκότερη μεταχείριση για τον κατηγορούμενο, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από 10 ημέρες έως 5 έτη (νομική σκέψη III,iii). Β) της ευμενέστερης ως προς την ποινή διάταξης του άρθρου 220 παρ.1 του νέου ΠΚ που προβλέπει αφενός διαζευκτικά χρηματική ποινή, αφετέρου ποινή φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο ( σκ. V,i). Γ) Της ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 47 του νέου ΠΚ, που προβλέπει κατ' αρχήν ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ για όλες της μορφές συνέργειας και κατ' εξαίρεση μόνο, για την επιβαρυντική περίσταση της άμεσης συνέργειας, όπως η έννοια αυτής ορίζεται πλέον στο εδ. β' του εν λόγω άρθρου (αφορώσα σε πράξεις συνδρομής που προσεγγίζουν εγγύτατα την αυτουργική τέλεση του εγκλήματος), προβλέπει την επιβολή της ποινής του αυτουργού δυνητικά και όχι υποχρεωτικά, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν άρθρο 46 παρ.1 περ.β'ΠΚ που προέβλεπε υποχρεωτικά την ποινή μόνο του αυτουργού (σκ. VI,i).

iii) Περαιτέρω, είναι αβάσιμες οι εμπεριεχόμενες στους λόγους αναίρεσης μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα: Α) Τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας (σκ. V ii), την αντικειμενική υπόσταση της πράξης της υφαρπαργής ψευδούς βεβαίωσης από τον αυτουργό, το γεγονός δε της αθώωσης του αυτουργού για την πράξη αυτή λόγω έλλειψης δόλου δεν επιδρά, κατά τα προεκτεθέντα (νομική σκέψη VI, ii), στο αξιόποινο της συνέργειας.

Β) Το Δικαστήριο, διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες για τον υπερχειλή δόλο του κατηγορουμένου, καθόσον δέχθηκε ότι σκοπός του κατηγορουμένου ήταν η παραπλάνηση των υπαλλήλων της ΡΑΕ σε σχέση με την οικονομική επάρκεια της αιτούσας την άδεια εταιρείας, η οποία επάρκεια για την υλοποίηση των έργων, σύμφωνα με τις σχετικές αιτήσεις της εταιρείας, στηριζόταν στις 4 πλαστές επιστολές και κρίθηκε θετικά η ύπαρξή της από τη ΡΑΕ με βάση ακριβώς τις πλαστές αυτές επιστολές για πρόθεση χρηματοδότησης από τη συγκεκριμένη γερμανική τράπεζα, είναι δε αδιάφορο εάν η εταιρεία μπορούσε να έχει οικονομική επάρκεια από άλλες αιτίες.

Γ) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατήρτισε τις επίμαχες 4 επιστολές και της παραδοχής ότι γενικά μετέβαινε στη Γερμανία και λάμβανε τις σχετικές επιστολές, διότι η τελευταία αυτή παραδοχή αναφέρεται στη διαδικασία που ακολουθούσε αυτός γενικώς για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι των εντολέων του και δεν αναφέρεται στον τρόπο δράσης του στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με τις επίδικες 4 πλαστές επιστολές, που κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ο ίδιος κατήρτισε στην Αθήνα.

Δ) Το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του για την πλαστότητα των επιστολών με βάση όλα τα αναφερόμενα στην απόφαση συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα χωρίς αποκλεισμό κάποιου από αυτά. Με επαρκείς δε αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση από τη γερμανική τράπεζα για την πλαστότητα των επιστολών αυτών, δεχόμενο ότι από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η πλαστότητά τους.

Λήφθηκαν δε υπόψη και τα αποσπάσματα των εκδοθεισών για παρόμοια υπόθεση αποφάσεων και δη της υπ' αρ. ΗΜ5116/2018 αναβλητικής και της υπ' αρ. ΗΜ756/2019 αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι οποίες όμως δεν ασκούσαν έννομη επιρροή στην κρίση του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας.

Έτσι το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, της υπέρβασης εξουσίας ούτε της απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που προβλέπονται από το νόμο, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ (171 παρ.1 εδ.δ ΚΠΔ). Με βάση δε το γεγονός της απόρριψης των σχετικών λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, με βάση τα ίδια στοιχεία, παραβίαση των προβλεπόμενων από την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ δικαιωμάτων του, δεν στοιχειοθετεί από μόνη της ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης.

Δ) Οι λοιπές αιτιάσεις, ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ', Ε, Α,Θ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης.

Χ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: Α) κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή των προαναφερθεισών ευμενέστερων διατάξεων, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη: α) ως προς τη διάταξή της περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού, η οποία πρέπει να απαλειφθεί, β) ως προς την περί επιβολής ποινής διάταξή της για την πράξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, η οποία ποινή πρέπει να καθορισθεί αφενός με βάση την μη ύπαρξη της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού και αφετέρου με βάση το νέο πλαίσιο της επιεικέστερης ποινής του άρθρου 216 παρ.1 του νέου ΠΚ. γ) Ως προς την περί επιβολής ποινής διάταξή της για την πράξη της συνέργειας στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, η οποία ποινή θα ορισθεί με βάση αφενός το νέο πλαίσιο ποινής του άρθρου 220 παρ.1 του νέου ΠΚ και αφετέρου την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 47 ΠΚ και Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατό (522 ΚΠΔ).

Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την ΕΤΙ 157/2019 απόφαση του Ε'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη ως προς τις διατάξεις της: α) περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού και β) περί επιβολής ποινής για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της συνέργειας στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.

Απαλείφει τη διάταξη περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο περί ποινής μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, εφόσον τούτο είναι δυνατό από τους ίδιους δικαστές.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ'αρ. πρωτ. 7475/2019 αίτηση - δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του Β. Δ. του Δ. για αναίρεση της ΕΤ Η 57/2019 απόφασης του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ