Legislator Case Law & Legislation
1886/2011 AI generated

1886/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1886/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1979/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1341/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-5-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1886/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified accident victim cessation of accident benefits hit-and-run unfit notwithstanding health condition dangerous overtaking
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1886 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπακωνσταντίνου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της εδρεύουσας στον Ασπρόπυργο Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΑΙΟΔΟΜΙΚΗ -Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA-ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε." (πρώην ΦΟΙΝΙΞ_ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε), νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου, βάσει δηλώσεως κατ' αρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1979/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1341/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 21-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δευτέρου (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου ( κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του περιεχομένου στο ιστορικό της αιτήσεως αναίρεσης παραπόνου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του τρίτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις 268 Γ'/12-7-2010 και 207 Γ'/29-6-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επίσπευση του αναιρεσείοντος (Β. Μ.), προς τους πρώτο και δευτέρα των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως (Β. Α. και ΓΑΙΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ), για τη σημερινή δικάσιμο της 7-10-2011, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, αυτοί δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του όρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 929 ΑΚ, 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η τελεσίδικος απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στην νέα δίκη, στην οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο:

ως προς τις συνθήκες επελεύσεως αυτής (αδικοπραξίας), την υπαιτιότητα του εναγομένου, την συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, καθώς και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα. Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για απαιτήσεις μεταγενεστέρου χρόνου, κατά την διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες δεν προβλήθηκαν με την προηγουμένη αγωγή, διότι αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 929 ΑΚ, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 298 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός, που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξ αιτίας αυτού κατέστη ανίκανος προς εργασία, έχει δικαίωμα να ζητήσει, από τον κατά νόμον υπόχρεο, ως αποζημίωση, οτιδήποτε, με πιθανότητα και κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν εγίνετο, εξ αιτίας σωματικής βλάβης του, ανίκανος προς εργασία.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση των διαδίκων, έρευνα, για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη 1341/2009 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 8.8.2001 και περί ώρα 16:15 μ.μ. ο ενάγων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, κυριότητας της εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΟΜΕΤΑΛ ΕΠΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής, εκινείτο με κανονική ταχύτητα επί της διπλής κατευθύνσεως επαρχιακής οδού Ελευσίνας-Δερβενοχωρίων Αττικής, με κατεύθυνση από Δερβενοχώρια προς Ελευσίνα.

Όταν αυτός πλησίασε στην διασταύρωση της οδού αυτής με την συμβαλλόμενη από δεξιά του ανώνυμη οδό, που οδηγεί στα λατομεία "ΧΑΛΥΨ", στο 4ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, ο πρώτος εναγόμενος, ο Β. Α., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΕΧΦ αυτοκίνητο, κυριότητος της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με την επωνυμία ΓΑΙΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ", το οποίο ήταν, κατά τον ως άνω χρόνο, ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία προηγουμένως έφερε την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΓΑ" και την άλλαξε με την από 31.8.2007 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων και εγκρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ Κ3-8930/14.7.2007 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Εμπορίου (ΦΕΚ 10684/17.9.2007 Τ ΑΕ και ΕΠΕ) και κινούμενος στην αυτή οδό στο ίδιο ύψος, αλλά με φορά αντίθετη από αυτή του ενάγοντος, επιχείρησε αιφνίδια και ανέλεγκτη προς τα αριστερά στροφή, προκειμένου να εισέλθει στην ανώνυμη οδό, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του κανονικά κινουμένου αυτοκινήτου του ενάγοντος, να συγκρουσθούν τα αυτοκίνητα με τα εμπρόσθια μέρη τους και να υποστούν υλικές ζημίες αυτά.

Εξ αυτών, το οδηγούμενο από τον ενάγοντα αυτοκίνητο έπαθε τόσο σημαντικές ζημίες ώστε να κρίνεται ασύμφορη η επισκευή του και γι' αυτό να θεωρείται ότι υπέστη ολική καταστροφή.

Από την ανωτέρω σύγκρουση τραυματίσθηκε σοβαρά ο ενάγων, ο οποίος αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε στο Γ.Ν. Νίκαιας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κατάγματα πλευρών αριστερά, κατάγματα λεκάνης και αριστερής κνήμης, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, θλαστικά τραύματα προσώπου και εκδορές κοιλιακού τοιχώματος και παρέμεινε σ' αυτό νοσηλευόμενος από 8.8.2001 έως 17.8.2001.

Λόγω του τραυματισμού του αυτού νοσηλεύθηκε εκ νέου στις 28 και 29.8.2001 και στις 12 και 13.12.2001 στην Ευρωκλινική Αθηνών, όπου υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στο γόνατο. Καθ' όλο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα νοσηλευόταν στο σπίτι.

Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως και των συνεπειών της είναι ο πρώτος εναγόμενος, όπως κρίθηκε με την εκδοθείσα 453/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε έφεση του ενάγοντος και αντέφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. 3215/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος και της κυρίας του αυτοκινήτου που οδηγούσε εκείνος, κατά των ίδιων εναγομένων (αριθμ. καταθ. 21593/1255/2002) από την οποία απορρέει δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο δεδικασμένο, ως προς τα υπ' αυτής κριθέντα ζητήματα.

Στην προηγούμενη αυτή αγωγή του ο ενάγων είχε ισχυρισθεί ότι εκ του τραυματισμού του, κατά το ένδικο ατύχημα, είχε καταστεί δια βίου ανάπηρος και ανίκανος προς εργασία και, μεταξύ άλλων, είχε ζητήσει να του επιδικασθεί, ως αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων του, το αιτηθέν ποσό, για το χρονικό διάστημα από 8.8.2001 έως 7.8.2002, το οποίο ποσό, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν εμφιλοχωρούσε ο ένδικος τραυματισμός του, που τον κατέστησε ανίκανο δια βίου. Με την ίδια απόφαση, κρίθηκε επίσης ότι ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος προς εργασία και απώλεσε τα εξ αυτής αναμενόμενα εισοδήματα του, καθ' όλο το ένδικο τότε διάστημα, δηλαδή από 8.8.2001 έως 7.8.2002.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την με αριθμ. 526 γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΤΕΒΕ, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος, κατά ποσοστό 67%, από 7.7.2005 έως 30.6.2007 και με βάση την υπ' αριθ. 01708/10.7.2006 απόφαση της Δ/νσης Πειραιά συνταξιοδοτήθηκε από 1.10.2005 έως 30.6.2009 (βλέπε το με αριθμ. πρωτ. 1481/13.1.2009 πιστοποιητικό του ΤΕΒΕ).

Από την με ημερομηνία 7.2.2008 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονος Ν. Α., ορθοπαιδικού χειρουργού, που διατάχτηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 7121/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η υπάρχουσα προχωρημένη μετατραυματική αρθρίτιδα στην αριστερά κατά γόνυ άρθρωση με τα κλινικά συμπτώματα (άλγος, δυσκαμψία, χωλότητα) και η εξ αυτής σωματική επιβάρυνση της κατάστασης του δεξιού ισχίου και της οσφύος, προκαλούν σωματική μόνιμη αναπηρία (τουλάχιστον 40%) και η ανικανότητα του προς εργασία είναι μόνιμη και διαρκής (διαχειριστής εταιρείας ΕΠΕ) και η οποία δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί στο μέλλον, διότι, όπως αναφέρεται σ' αυτήν (την ιατρική πραγματογνωμοσύνη) και είναι επιστημονικά παραδεκτό, η μετατραυματική αρθρίτιδα με την πάροδο του χρόνου επιδεινούται σε άλλο βαθμό.

Πλην, όμως, όπως κρίνει το Δικαστήριο, την κατάσταση του (η οποία είχε προβλεφθεί από τότε, την γνώριζε ο ενάγων πριν από τη συζήτηση της εφέσεως του εναγομένου στις 2.6.2005, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 453/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τις από 2.6.2005 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών επί ασκηθείσης εφέσεως των εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. 3215/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 12.2.2002 προγενέστερης από την κρινόμενη αγωγή.

Συγκεκριμένα, στις ανωτέρω προτάσεις τους αναφέρει μεταξύ άλλων "... συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος υπέστην βαρύτατη δια βίου αναπηρία, η οποία βαίνει συνεχώς επιδεινούμενη. Νοσηλεύομαι ήδη τέσσερα χρόνια και η κατάσταση της υγείας μου συνεχώς χειροτερεύει. Συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος λοιπόν τραυματίστηκα βαρύτατα με συνέπεια να καταστώ δια βίου ανάπηρος. Υποβλήθηκα εις σειρά επώδυνων χειρουργικών επεμβάσεων και θα πρέπει να υποβληθώ σε 2-3 ακόμη επώδυνες επεμβάσεις. Η ζωή μου κατεστράφη ..." (βλέπε σελίδα 4 των ως άνω προτάσεων του σε αντίκρουση της εφέσεως των εναγομένων), ενώ σε άλλο σημείο αυτών των προτάσεων του αναφέρει ότι έχει "μόνιμη βαριά αναπηρία ... και ότι η δια βίου μόνιμη αναπηρία του κατέστρεψε την ζωή του ...".

Όπως δε αποδείχθηκε ο ενάγων εργαζόταν ως διαχειριστής και τεχνικός διευθυντής των δικών του συμφερόντων εταιρείας,, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΜΕΤΑΛ ΕΠΕ", κατά τον χρόνο του ατυχήματος και όπως έκρινε και το Εφετείο Αθηνών με την ανωτέρω αναφερόμενη απόφασή του η οποία μεταξύ άλλων έκρινε και αποζημίωσή του κατ' άρθρο 931 Α.Κ. και η οποία δεν αποτελεί δεδικασμένο, όπως αβασίμως ισχυρίζονται. οι εφεσίβλητοι, απορριπτόμενου του ισχυρισμού τους αυτού ως τέτοιου, πλην όμως αυτό σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οι βλάβες που έπαθε από το ένδικο ατύχημα και αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν τον εμποδίζουν στην άσκηση της προαναφερόμενης εργασίας του ως διαχειριστής και τεχνικός διευθυντής της εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΜΕΤΑΛ ΕΠΕ". Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του ότι θα συνεχίσει να είναι ανίκανος προς εργασία από 8.8.2002 έως το 2015, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή του και τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο εφέσεως του, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος και κατ' επέκταση και ο λόγος αυτός.

Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 750 ευρώ, για μίσθωση ταξί για τις αναγκαίες μετακινήσεις του και ούτε και η αόριστη κατάθεση του μάρτυρος υιού του πείθει το Δικαστήριο ότι αυτός πραγματοποίησε την δαπάνη αυτή και επομένως πρέπει αυτό (το ποσό) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανικανότητας του αναιρεσείοντος για την εργασία που ασκούσε μέχρι του χρόνου του ένδικου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών της ανικανότητας αυτής, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως.

Ειδικότερα, η κρίσιμη παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι οι βλάβες που υπέστη ο αναιρεσείων από το ένδικο ατύχημα και η εντεύθεν μερική σωματική αναπηρία του (τουλάχιστον κατά 40%), δεν τον εμποδίζουν στην άσκηση της εργασίας του ως διαχειριστή και τεχνικού διευθυντή της ιδίων συμφερόντων εταιρείας "ΕΥΡΩΜΕΤΑΛ ΕΠΕ" δικαιολογεί πλήρως τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 929 ΑΚ και κατά συνέπεια την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδήματος από την προαναφερόμενη αιτία.

Δεν είναι δε αντιφατική η παραδοχή περί μερικής σωματικής αναπηρίας του αναιρεσείοντος με αυτή της δυνατότητας αυτού να ασκήσει την εργασία που μέχρι το ένδικο ατύχημα ασκούσε, καθόσον η εν λόγω εργασία δεν απαιτούσε πλήρη χρήση των σωματικών του δυνάμεων. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο τρίτος δε λόγος, κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δέχτηκε παρά το νόμο δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 453/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν δέχτηκε τέτοιο δεδικασμένο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-5-2010 αίτηση του Β. Μ., για αναίρεση της 1341/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ