Legislator Case Law & Legislation
1886/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as lower court's reasoning was sufficient and facts were properly applied to contract law.

Case Number 1886/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court erred in applying contract law principles and failed to consider specific facts, but the court found the appellate court's reasoning clear, consistent, and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(10), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; Article 681, 713 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sufficient and non-contradictory reasoning that correctly applies established facts to the relevant legal provisions, even if the appellant disputes the characterization of the contract type.

Keywords

AI generated
appeal admissibility sufficient reasoning contract law application legal costs award factual findings

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Civil Code
Article 713 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1886 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1886/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέας Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρεάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1990 και 23-7-1990 αγωγές των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1242/1991 μη οριστική, 945/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος, ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο: 1) Αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς... 8) Αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης... 10) Αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη... 11) Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδίκοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν... 19) Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 20) Αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Εξάλλου: Κατά το άρθρο 681 ΑΚ : "Με την σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή". Κατά το άρθρο 713 ΑΚ: "Με την σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το έτος 1980 ο εναγόμενος, Ψ αποφάσισε την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σ'ένα οικόπεδό του, το οποίο βρίσκεται στο ... ... Μετά το πέρας των εργασιών από οπλισμένο σκυρόδεμα και επειδή δεν είχε χρήματα για την συνέχιση των υπόλοιπων εργασιών στην οικοδομή αυτή αποφάσισε ο Ψ να επιστρέψει στην ..., όπου ήταν οικογενειακά εγκατεστημένος ήδη από το έτος 1967.

Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι οι διάδικοι ήταν φίλοι, καθόσον γνωρίζονταν από το έτος 1953, είχαν υπηρετήσει μαζί στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού και για ένα διάστημα υπήρξαν και συγκάτοικοι. Η στενή φιλική τους σχέση συνεχίστηκε και μετά την αναχώρηση του Ψ για την ... και στα πλαίσια της σχέσης αυτής ο Χ είχε διευκολυνθεί οικονομικά αρκετές φορές από τον Ψ, ο οποίος μάλιστα του δάνεισε πριν το έτος 1980 το ποσό των 60.000 δραχμών για την αγορά διαμερίσματος, στο οποίο κατοικεί ο ενάγων.

Απόδειξη της εμπιστοσύνης που έτρεφε προς το πρόσωπο του Χ ο Ψ αποτελεί και το γεγονός ότι ο τελευταίος, με το 2275/28-7-1977 πληρεξούσιό του ... έδινε στον πρώτο το δικαίωμα να κάνει αναλήψεις από το λογαριασμό καταθέσεων που διατηρούσεαυτός (Ψ) στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος και να πληρώνει στην Τράπεζα αυτή, από την οποία είχε δανειοδοτηθεί το έτος 1977 για την αγορά τουοικοπέδου, τις σχετικές δόσεις.

Πριν την αναχώρηση του εναγομένου Ψ για την ..., περί τα τέλη Νοεμβρίου 1980, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων προφορικά σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο ενάγων Χ ανέλαβε, χωρίς αμοιβή, να προβεί σε αποπεράτωση της πιο πάνω ημιτελούς οικοδομής του εναγομένου με χρήματα αυτού. Ειδικότερα, τα αντικείμενο της πιο πάνω σύμβασης εντολής ήταν η εκ μέρους του εντολοδόχου Χ επιλογή και αγορά των αναγκαίων υλικών, η ανεύρεση και πληρωμή του κατάλληλου εργατοτεχνικού προσωπικού, ο συντονισμός και η επίβλεψη των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών

και η πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών στο αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ με χρήματα του εντολέως εναγομένου, που θα έστελνε σταδιακά από την ..., Στις 30-11-1980 ο εντολέας Ψ υπέγραψε το κείμενο μιας εξουσιοδότησης που του έδωσε ο αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ, με την οποία εξουσιοδότησε τον ενάγοντα εντολοδόχο να προβαίνει σε αναγγελία του έργου στο ΙΚΑ, να καταβάλει τις εισφορές υπέρ του ΙΚΑ και να εξουσιοδοτεί ελεύθερα εγγράφως άλλο, τρίτο, πρόσωπο για τις πιο πάνω αναγγελίες και τις παραλαβές των ενσήμων και δωροσήμων.

Μετά ταύτα και συγκεκριμένα στις 2-12-1980 ο εναγόμενος αναχώρησε για την ..., απ' όπου επέστρεψε οριστικά στις 9-1-1989. Σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης εντολής ο Ψ απέστειλε με εμβάσματα από την ... κατά το χρονικό διάστημα 1982 έως 9-1-1989 το συνολικό ποσό των 12.754.000 δραχμών και δια χειρός της αδελφής του ... κατέβαλε στον Χ και το ποσό των 1.100.000 δραχμών, προκειμένου τα χρήματα αυτά να διατεθούν για την αποπεράτωση της προαναφερόμενης οικοδομής.

Για την ίδια αιτία ο ενάγων δάνεισε τον εναγόμενο με το ποσό των 3.900.000 δραχμών, το οποίο αποτελεί μέρος του εφάπαξ που έλαβε αυτός μετά την συνταξιοδότησή του, κατά το έτος 1986, από το Σώμα Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, στο οποίο υπηρετούσε έως τότε ο Χ ως αξιωματικός. Μέχρι την 9-1-1989, που ο εναγόμενος εντολέαςπαλιννόστησε από την ..., η πιο πάνω οικοδομή δεν είχε πλήρως αποπερατωθεί, πλην όμως είχαν ολοκληρωθεί πέντε διαμερίσματα, τα οποία ο ενάγων εντολοδόχος είχε εκμισθώσει σε τρίτους, ως αντιπρόσωπος του εναγομένου ιδιοκτήτη, και τα μισθώματα που εισέπραξε από 1-1-1987 έως 3 1-12-1988 τα χρησιμοποίησε για την αποπεράτωση τηςοικοδομής αυτής.

Εξ άλλου, για την ολοκλήρωση τηςοικοδομής ο εναγόμενος τροφοδοτούσε με χρήματα δυο κοινούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα με τον ενάγοντα... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων ουδέποτε ασχολήθηκε επαγγελματικά ή έστω επ'ευκαιρία με οικοδομικές κατασκευές και, ως εκ τούτου, δεν είχε γνώση του αντικειμένου αυτού, εστερείτο επαγγελματικής οργάνωσης και υποδομής, καθώς και εργατοτεχνικού- προσωπικού, μηχανημάτων και εργαλείων για την ανάληψη οικοδομικού έργου.

Η έλλειψη της πιο πάνω εμπειρίας στο πρόσωπο του εντολοδόχου ενάγοντος είχε ως συνέπεια η οικοδομή του εντολέως εναγομένου να εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις και κακοτεχνίες κατά τον Ιανουάριο του έτους 1989, που την είδε για πρώτη φορά αυτός, γεγονός που οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων των διαδίκων. Τη 1-2-1990, με την 1503/1990 πράξη ....

ο εναγόμενος ανακάλεσε τις εντολές, γενικές και ειδικές, που είχε δώσει στον ενάγοντα με το 2275/28-7-1977 πληρεξούσιο... και στην συνέχεια, περί το μήνα Απρίλιο 1990, του ζήτησε να προβεί σε εκούσια λογοδοσία, δίνοντας λόγο της διαχειρίσεως που έκανε κατά το χρονικό διάστημα 1982 έως 9-1-1989. Ο ενάγων αρνήθηκε να δώσει τη λογοδοσία που του ζήτησε ο εναγόμενος και ακολούθησε η άσκηση των προαναφερόμενων αγωγών. (δηλαδή της αγωγής λογοδοσίας του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και της αντίθετης αγωγής εκ συμβάσεως έργου).

Ως προς την κατάρτιση σύμβασης εντολής και όχι μίσθωσης έργου μεταξύ των διαδίκων καταθέτουν με σαφήνεια οι μάρτυρες...". "Εφόσον, λοιπόν, (συνεχίζει το Εφετείο) αποδεικνύεται ότι η σύμβαση που κατάρτισαν οι διάδικοι ήταν σύμβαση άμισθης εντολής και όχι σύμβαση έργου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων Χ με την κύρια βάση της από 9-11-1990 αγωγής του, η βάση αυτή της αγωγής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επομένως. το πρωτόδικο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη οριστική του απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής του Χ, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός με τον πρώτο λόγο της έφεσής του... Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται η εκ του άρθρου 919 ΑΚ αδικοπραξία, καθόσον η παράλειψη του εναγομένου να χορηγήσει κάποιο έγγραφο, αποδεικτικό της κατάρτισης και του περιεχομένου της επικαλούμενης σύμβασης έργου, δεν είναι παράνομη, αφού δεν είχε νομική υποχρέωση για τήρηση εγγράφου τύπου για τη δικαιοπραξία αυτή (άρθρα 158 και 681 ΑΚ) και ούτε είναι η συμπεριφορά του αυτή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απλώς και μόνο γιατί ο εναγόμενος αθετεί τις υποχρεώσεις του, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση.

Οι πιο πάνω παραλείψεις του εναγομένου, χωρίς την συμβατική σχέση, δεν θα ήταν καθαυτές παράνομες, υπό την έννοια των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, ώστε να γεννάται εξ αυτών αξίωση αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντος. Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη οριστική του απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής του Χ, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός με το δεύτερο λόγο της έφεσής του".

Υπό τα δεδομένα αυτά: 1) Προβάλλεται απαραδέκτως ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψιν τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, ότι το Πρωτοδικείο είχε δια της αποφάσεώς του παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεχθέν εσφαλμένως "ότι η ανέγερση πολυκατοικίας και η ενασχόλησή του με τις εργασίες αυτές επί επταετία περίπου χωρίς διακοπή...

οφείλεται σε σύμβαση αμίσθου εντολής ένεκα φιλίας του με τον εναγόμενο...". Τούτο δε, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων. 2) Είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν ούτε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου είχε συναφθεί σύμβαση έργου, ούτε το έγγραφο (ήτοι την από 30-11-1980 εξουσιοδότηση), από το οποίο η σύμβαση αυτή αποδεικνύετο.

Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από το παρατεθέν ανωτέρω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ρητώς απέκλεισε την σύναψη συμβάσεως έργου μεταξύ των διαδίκων και ρητώς αναφέρθηκε στο φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο. 3) Είναι αβάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε (με εσφαλμένη ανάγνωσή της) την ανωτέρω εξουσιοδότηση του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα.

Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγνώσεως του ρηθέντος εγγράφου, ούτε προσέδωσε σ'αυτό ιδιαίτερη αποδεικτική αξία, αλλά απλώς το συνεξετίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. 4) Προβάλλεται αλυσιτελώς ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει, με την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, να επανακριθεί και να απορριφθεί η κατ' αυτού αγωγή του αντιδίκου του (περί λογοδοσίας) και, επομένως, η σχετική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί απορρίψεως σχετικού λόγου εφέσεως, έκρινε επί πράγματος μη προταθέντος.

Τούτο, δε, διότι από την ρηθείσα διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης δεν (αναφέρεται ότι) υφίσταται οποιαδήποτε βλάβη ο αναιρεσείων. 5) Είναι απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), διότι αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες σχετικές με την ουσιαστική αιτιολόγηση της διάταξής της, με την οποία απερρίφθη η επικουρική (εξ αδικήματος) αγωγική βάση, ενώ, όπως προανεφέρθη, η βάση αυτή απερρίφθη ως νόμω αβάσιμη. 6) Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο έκτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς τους λόγους, για τους οποίους δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο αντίδικός του είχε αρχήθεν πρόθεση να τον ζημιώσει, αφού του έδωσε υπόσχεση ότι θα του μετεβίβαζε δύο διαμερίσματα ως εργολαβικό αντάλλαγμα "με σκοπό δημιουργίας ψευδών εντυπώσεων".

Τούτο δε, διότι, όπως προεξετέθη, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι είχε συναφθεί σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων. 7) Είναι αβάσιμος ο έβδομος λόγος, κατά τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρη του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις περί εντολής διατάξεις που εφήρμοσε.

Τούτο δε, διότι, από το παρατεθέν ανωτέρω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό να ελεγχθεί αναιρετικώς η υπαγωγή των κριθέντων ως αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (και όχι σε εκείνες περί συμβάσεως έργου, όπως υποστήριζε ο αναιρεσείων) .8) Ο ίδιος λόγος (έβδομος), κατά το τέταρτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, "εάν χρησιμοποιούσε ορθώς τα διδάγματα της κοινής πείρας ή εάν δεν παρέλειπε να χρησιμοποιήσει αυτά, θα εφήρμοζε το άρθρο 681 ΑΚ, δηλαδή θα κατέληγε ότι συνήφθη σύμβαση μισθώσεως έργου", είναι απαράδεκτος, αφού με αυτόν, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δεν χρησιμοποίησε ορθώς τα διδάγματα της κοινής πείρας για να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (και όχι για να ερμηνεύσει τον νόμο ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά). 9) Ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το πέμπτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο το Εφετείο όφειλε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση του περιεχομένου της σύμβασης, που είχαν συνάψει μεταξύ τους οι διάδικοι.

Τούτο δε, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, έκρινε ως αποδεδειγμένο ότι οι διάδικοι είχαν συνάψει μεταξύ τους την προαναφερόμενη σύμβαση, με το συγκεκριμένο (σαφές) περιεχόμενο, και όχι ότι προέβησαν σε (άλλες) ασαφείς δικαιοπρακτικές δηλώσεις, ώστε να χρειάζεται ερμηνεία για την ανεύρεση του νοήματός των. 10 ) Τέλος, προβάλλεται απαραδέκτως ο όγδοος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια επειδή δέχθηκε, ότι οι διάδικοι είχαν μακρόχρονη φιλική σχέση, ότι υπήρξαν συγκάτοικοι και ότι ο αναιρεσίβλητος είχε δανείσει στον αναιρεσείοντα χρήματα κατά το παρελθόν, χωρίς να έχει ταχθεί περί τούτων απόδειξη.

Τούτο δε, διότι τα περιστατικά αυτά έχουν διαληφθεί στην απόφαση ως εκ περισσού και, πάντως, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 108/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ