Legislator Case Law & Legislation
1886/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling proportionality is an interpretative principle, not a standalone ground for appeal.

Case Number 1886/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's award of 15,000 euros in damages for insult and defamation. The appellant argued that the amount was disproportionate and violated constitutional principles, while the defense contended the sum was justified by the severity of the lawyer's abusive conduct. The court rejected this claim because proportionality is merely an interpretative tool applied when reviewing substantive law violations, not an independent basis for an appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 914, 920 of the Civil Code; Article 367 of the Penal Code; Article 25 of the Constitution: Proportionality is an interpretative principle applied to substantive rules, not a standalone ground for appeal.

Keywords

AI generated
tort liability insult and defamation proportionality principle legal appeal grounds lawyer professional conduct

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 914 and 920 of the Civil Code
Article 367 of the Penal Code
Article 25 of the Constitution
Article 39 of the Code of Lawyers
Article 46 of the Code of Lawyers
Article 48 of the Code of Lawyers
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1886 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βάθη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2003 και 4-6-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπολήψεως άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 ΠΚ, αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νομίμου εξουσίας ή εξ άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφήμησης ή αν εκ του συνόλου των περιστάσεων, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης.

Τέτοιος ειδικός σκοπός, που ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικώς, υπάρχει όταν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαία για την προστασία του επικαλουμένου ως προστατευτέου δικαιώματος. Εξάλλου, ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε Αρχής (αρθρ. 39 ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα Δικηγόρων").

Κατά την άσκηση του λειτουργήματος του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (αρθρ. 46 παρ. 1). Ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες εκθέσεις (αρθρ. 48). Όμως και ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις και οι φράσεις του να επιβάλλονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα οσάκις επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου δικηγόρου.

Η εκφορά φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενεργείας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση του προσκομιζομένου από τον αναιρεσείοντα αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του από 1-01-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ο ενάγων Ψ εκμίσθωσε στον Α, ένα ισόγειο κατάστημα του 150 τ.μ. στο Ναύπλιο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πωλήσεως ειδών λαϊκής τέχνης. Η μίσθωση ήταν εμπορική, ίσχυε για 12 έτη, και το μίσθωμα από 1-01-2000 ανήρχετο στο ποσό των 350.000 δραχμών.

Ο ενάγων άσκησε στις 24-05-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία μισθωτικών διαφορών) την από 23-05-2001 αγωγή κατά του μισθωτή Α με αίτημα την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας του τελευταίου, λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων Απριλίου και Μαΐου 2001, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 14-06-2001, και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο μισθωτής Α, προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως το μίσθωμα εκ δρχ. 350.000 στον ενάγοντα - εκμισθωτή, πλην όμως ο τελευταίος, αξιώνοντας απ' αυτόν την καταβολή υψηλότερου μισθώματος, ανερχόμενο στο ποσό των 450.000 δρχ.

μηνιαίως, δεν αποδέχθηκε το μίσθωμα, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία δανειστή και κατόπιν τούτων, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί για την δικάσιμο της 15-05-2002. Κατόπιν όμως αιτήματος, η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 18-09-2002.

Ο εναγόμενος Χ, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Α (εναγομένου - μισθωτή) κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην δικάσιμο της 15-05-2002 ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, καθόσον η έφεση είχε προσδιορισθεί σε πολύ σύντομο χρόνο από την κατάθεση της, ενώ η εκκαλουμένη απόφαση δεν είχε ακόμα θεωρηθεί και τα σχετικά έγγραφα των διαδίκων ήταν κατατεθειμένα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ο ενάγων, αντέδρασε στο αίτημα της αναβολής και ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του μισθωτή Α, διαμαρτυρήθηκε στον πρόεδρο του δικαστηρίου, αναφέροντας ότι, ενώ η έφεση κατατέθηκε την 29-03-2002, η δικάσιμος αυτής προσδιορίσθηκε την 15-05-2002. Από κανένα ωστόσο αποδεικτικό στοιχείο, δέχεται το Εφετείο, δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος εξαπέλυσε δριμύτατη επίθεση κατά του προέδρου του δικαστηρίου, ούτε ότι είπε στον ενάγοντα "Πάψε ρε εσύ, γιατί με διακόπτεις, ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα, τι το πέρασες εσύ τσιφλίκι σου;", καθώς και άλλες παρόμοιες υβριστικές και συκοφαντικές λέξεις και φράσεις, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων.

Τουναντίον, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την συζήτηση του αιτήματος της αναβολής με δεδομένη την αντιπαράθεση μεταξύ των μερών, δεν ήταν απόλυτα νηφάλιος, ωστόσο παρέμεινε ευπρεπής, χωρίς να υπερβεί το προσήκον μέτρο. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ο ενάγων άσκησε εναντίον του Α νέα εξωστική αγωγή, και ο τελευταίος, προς απόκρουση των δύο αυτών αγωγών, του απέστειλε τα από 18-06-2001 και 3-07-2001 εξώδικα έγγραφα, συντάκτης των οποίων είναι ο εναγόμενος και πληρεξούσιος δικηγόρος του Χ και στα οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται: "Δικαιούμαι άλλωστε, να αμφιβάλλω, μετά την γνωστή ύπουλη συμπεριφορά που επιδείξατε ολόκληρο τον μήνα Απρίλιο και μέχρι το μέσον του Μαΐου 2001, οπότε και αρνηθήκατε, για μια επιπλέον και τελευταία φορά, να εισπράξετε το συμφωνημένο μίσθωμα, αξιώνοντας την αναπροσαρμογή του με νέα ιλιγγιώδη αύξηση του μισθώματος αυτού", "Ρίχνετε επιτέλους το προσωπείο της υποκρισίας και της απίστευτης δολιότητας, και αποκαλύπτετε, εν τέλει, τις αληθινές, παράνομες και αυθαίρετες προθέσεις σας, ότι, δηλαδή, εκείνο που τελικά σας ενδιαφέρει δεν είναι η είσπραξη του μηνιαίου μισθώματος, αλλά τουναντίον, να επιτύχετε την ιλιγγιώδη αναπροσαρμογή, που, παντί τρόπω, επιδιώκετε".

Περαιτέρω, ο εναγόμενος υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου και συντάκτη, στις από 14-06-2001 προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτηση της από 23-05-2001 αγωγής του ενάγοντος και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνει και τα εξής: "...

τροποποιήθηκαν, κατά την διάρκεια της λειτουργίας της μεταξύ μας συμβάσεως μισθώσεως, με νεώτερη συμφωνία, με την σχεδόν πραξικοπηματική πρωτοβουλία του αντιδίκου και την δική μου παθητική συναίνεση ...", "... τοιουτοτρόπως από της ενάρξεως της μεταξύ μας συμβάσεως μισθώσεως, με απέπεμπε με σκαιότητα, οσάκις ψέλλιζα μια παράκληση για την εκ μέρους του χορήγηση απόδειξης πληρωμής του μηνιαίου μισθώματος...", "...ο αντίδικος τελικά αυτοκαυχώμενος, ότι είναι μεγαλοδικηγόρος, που πράγματι είναι, ότι υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλιέων, που πράγματι υπήρξε, κατόρθωνε να επιβάλλεται και να με κάνει να υποχωρώ στις περί γενναίας αναπροσαρμογής αξιώσεις του...", "...

Απευθύνθηκα στον πληρεξούσιο δικηγόρο, διότι ήταν η πρώτη φορά που ο αντίδικος με έσερνε στα δικαστήρια ...", "... Είχα πλέον απαυδήσει από την από ετών αρπακτική συμπεριφορά του, σε σχέση με την αύξηση του μισθώματος ...", "... οι σχέσεις μας επιδεινώθηκαν πλήρως, αφού εγώ δεν είχα πλέον διάθεση να υποκύψω στις ληστρικές, κατά την έννοια που προσδίδει στον όρο αυτό το αστικό μας δίκαιο, αξιώσεις ...", "...

είναι χρήσιμο, προκειμένου να καταδείξω την απίστευτη ιδιοτέλειά του, και πιο ειδικά την πλεονεξία του, να παραθέσω εν είδει πίνακος τι ποσά δήλωνε κατ' έτος ο αντίδικος στην φορολογική του δήλωση ...", "... Αμφότεροι οι μάρτυρες γνωρίζουν τις περιπέτειες μου, με τον κακόπιστο και ανειλικρινέστατο αντίδικο ...", "...

να παίρνω υπογλώσσια εξ αιτίας της ανοίκειας και αλαζονικής συμπεριφοράς του αντιδίκου, ο οποίος με πέταγε έξω από το γραφείο του ...", "... διαπιστώσατε την αυθάδεια, την αλαζονεία, την θρασύτητα και την σκαιότητα που επέδειξε είτε υπό την πρώτη ιδιότητα του δικηγόρου, είτε υπό την δεύτερη του διαδίκου ...", "...

εγείρει αγωγή αποβολής, επικαλούμενος την μη πληρωμή του μισθώματος ενός μόνο μηνός. Μνημείο κακοπιστίας, αναλγησίας και καταχρηστικότητας. Περίμενε με το δάκτυλο στην σκανδάλη ο αντίδικος, να περατωθεί η προκειμένη δίκη που άνοιξε με την ένδικη αγωγή του, για να ασκήσει και δεύτερη αγωγή, μολονότι αυτός είναι υπερήμερος ...", "...τα χρηματικά ποσά έχω ήδη, πριν μάλιστα από την έγερση της ένδικης αγωγής, καταθέσει δημοσίως και τα έχω θέσει στην διάθεσή του απίστευτα κακόπιστου αντιδίκου ...", "...

απεναντίας είναι αυτός που σκηνοθέτησε, όντας δικηγόρος, αυτή την διαφορά ...". Ο ως άνω εναγόμενος και υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, με τις από 24-07-2001 προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτηση της από 15-06-2001 εξωστικής αγωγής του ενάγοντα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 88/2001 αναβλητική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ενσωμάτωσε ολόκληρο το κείμενο των παραπάνω από 14-06-2001 προτάσεών του, που είχε καταθέσει κατά την συζήτηση της από 23-05-2001 εξωστικής αγωγής του ενάγοντος, και επί πλέον μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής: "...

ύστερα από την ύπουλη και καταχρηστικότατη συμπεριφορά που επέδειξε, κοινοποιώντας μου την από 16-05-2001 εξώδικη δήλωσή του ...", "... περαίνοντας, θα πρέπει να δικαιολογήσω το ύφος μου. Είναι το ύφος ενός, όπως εγώ, που έχει υποφέρει τα πάνδεινα, από την συμπεριφορά του αντιδίκου. Μου έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη, όλα αυτά τα χρόνια και τώρα "επιδιώκει (μάταια πιστεύω) να με βγάλει έξω από το μίσθιο κατάστημα, καταφεύγοντας σε σαθρούς και δόλιους ισχυρισμούς.

Δεν λέει την αλήθεια, καίτοι δικηγόρος. Είναι δόλιος, διότι, ως διάδικος, ψεύδεται συνειδητά...". Τα περιστατικά που αναφέρονται στα δύο ως άνω εξώδικα και στις προαναφερόμενες προτάσεις επί των δύο εξωστικών αγωγών, δεν στοιχειοθετούν εξ αντικειμένου την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Αλλά και στην περίπτωση που τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των αναφερομένων γεγονότων.

Ωστόσο, οι εκφράσεις που περιέχονται στα ως άνω εξώδικα και τις προτάσεις στοιχειοθετούν τις πράξεις της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης, οι εκφράσεις "δε αυτές εγράφησαν καθ' υπέρβαση του δικαιώματος υπεράσπισης των υποθέσεων του μισθωτή Α, και υπήρχε υπέρβαση της αναλογίας του σκοπού αυτού (υπεράσπισης) προς τα μέσα που χρησιμοποίησε γι' αυτόν ο εναγόμενος.

Ο εναγόμενος αναφέρθηκε στα δύο εξώδικα, καθώς και στις προτάσεις που κατέθεσε, με οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς στο πρόσωπο του ενάγοντα όπως: "... ύπουλη συμπεριφορά που επιδείξατε ολόκληρο το μήνα Απρίλιο ...", "... ρίχνετε επιτέλους το προσωπείο της υποκρισίας και της απίστευτης δολιότητας και αποκαλύπτετε εν τέλει τις αληθινές, παράνομες και αυθαίρετες προθέσεις σας ...", "...

πραξικοπηματική πρωτοβουλία του αντιδίκου ...", "... είχα πλέον απαυδήσει από την από ετών αρπακτική συμπεριφορά του ...", "... να καταδείξω την απίστευτη ιδιοτέλεια και πιο ειδικά την πλεονεξία του ...", "... γνωρίζουν τις περιπέτειες μου με τον κακόπιστο και ανειλικρινέστατο αντίδικο ...", "... έχω θέσει στην διάθεση του απίστευτα κακόπιστου αντιδίκου ...", "...

ύστερα από την ύπουλη και καταχρηστικότατη συμπεριφορά που επέδειξε ...". Από τις άνω φράσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα εκ μέρους του εναγομένου, διότι η χρησιμοποίηση αυτών των εκφράσεων στοχεύει στην προσβολή τη τιμής και της υπόληψης αυτού και της εν γένει προσωπικότητάς του και θίγει αυτόν ως φορέα ηθικής και κοινωνικής αξίας εκδηλώνοντας περιφρόνηση στο πρόσωπό του, ενώ και χωρίς την χρήση αυτών ο εναγόμενος θα μπορούσε να προστατεύσει τα συμφέροντα του μισθωτή - εναγομένου Α.

Εξάλλου, ο εναγόμενος και πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου, έχοντας υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και κάθε Αρχής, συντάσσοντας το περιεχόμενο των ως άνω εξώδικων δηλώσεων και προτάσεων επί των εξωστικών αγωγών, εξέφυγε των ορίων της ευπρέπειας και υπερέβαλε το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα του.

Οι ισχυρισμοί του μισθωτή Αυ θα μπορούσαν να αποδοθούν εναργέστατα και χωρίς την χρήση των ως άνω εκφράσεων, οι οποίες δεν ήσαν αναγκαίες για την λυσιτελή υπεράσπιση κατά των δύο εξωστικών αγωγών. Η υπερασπιστική γραμμή και η απόδοση της αλήθειας των ισχυρισμών του μισθωτή Α θα ήτο το ίδιο αποτελεσματική και χωρίς την χρησιμοποίηση των εκφραστικών αυτών υπερβολών, οι οποίες κατέτειναν πλέον όχι στην υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού από τον εναγόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ, αλλά στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Οι ως άνω εκφράσεις δεν διατυπώθηκαν από τον εναγόμενο Χ για την προστασία δικαιώματος και σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, διότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κρίνονται αναγκαίες και απαραίτητες για την διαφύλαξη του δικαιώματος και την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος. Αντίθετα και χωρίς την χρήση αυτών ήταν το ίδιο αποτελεσματική η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του μισθωτή Α, καθόσον δεν προσθέτουν στοιχεία στην ανεύρεση της αλήθειας, ούτε στην απόδοση της πραγματικής κατάστασης.

Εξάλλου, ως εκ του τρόπου αυτών και των εν γένει κρατουσών συνθηκών, της οξύτατης αντιπαράθεσης, που δεν δικαιολογείται σε μια υπόθεση αστικής διαφοράς, οι ως άνω προσβολές, μαρτυρούν σκοπό εξύβρισης, δηλαδή σκοπό συνιστάμενο στην ενσυνείδητη υπέρβαση, εκ μέρους του εναγομένου, των ορίων του δικαιώματος, που κατατείνει ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντα.

Ως εκ τούτου και επειδή αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες εκφράσεις, που εμπεριέχονται στις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις και στις προτάσεις των δύο εξωστικών αγωγών, δεν χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο στο πλαίσιο ενάσκησης νομίμου καθήκοντος, αλλά μαρτυρούν σκοπό εξύβρισης του ενάγοντα, θεμελιώνεται το στοιχείο του παρανόμου, ως όρου της προσβολής της προσωπικότητας και ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, απορριπτόμενου ως κατ ουσίαν αβασίμου του, ερειδομένου επί του άρθρου 367 παρ. 1 περ.

γ' και δ'ΠΚ, αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου. Τέλος, δέχεται το Εφετείο, οι ως άνω εκδηλώσεις προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντα, που έλαβαν αρκετή δημοσιότητα με τον τρόπο που πραγματώθηκαν, "μορφοποιούν" απόλυτη απαξίωση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος, που είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, έχοντας την ιδιότητα του δικηγόρου, επί μεγάλο χρονικό διάστημα (περίπου επί τεσσαρακονταετία), με τίτλους κοινωνικής δραστηριότητας και όντας μέλος του δικηγορικού συλλόγου της πόλεως του Ναυπλίου.

Η ηθική βλάβη την οποία υπέστη ο ενάγων είναι σημαντική και προς αποκατάσταση αυτής ο εναγόμενος πρέπει να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψιν του είδους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (αμφότεροι οι διάδικοι είναι δικηγόροι Ναυπλίου), των προσωπικών σχέσεων των μερών και της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 Ευρώ, που κρίνεται εύλογο για την συγκεκριμένη περίπτωση.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως κατ ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε αυτήν και, δεχθέν εν μέρει την αγωγή, επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη, το ποσό των 15.000 Ευρώ.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ γιατί, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι ως άνω αναφερόμενες φράσεις είναι δυσφημιστικές και εξυβριστικές, δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των πραγματικών γεγονότων, ενόψει του ότι οι φράσεις αυτές εγράφησαν στο πλαίσιο της υπεράσπισης των συμφερόντων του πελάτη του αναιρεσείοντος Α και γιατί αιτιολογεί ανεπαρκώς τον σκοπό εξύβρισης, αφού δεν αναφέρει ποιες άλλες ηπιότερες εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο αναιρεσείων αντί αυτών που χρησιμοποίησε, προκειμένου να εκφράσει το περιεχόμενο της δήλωσης του, χωρίς να προσβάλλει την τιμή του αναιρεσιβλήτου.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Πράγματι, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του ουσιαστικού δίκαιου, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.

Ειδικότερα το Εφετείο, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, απέρριψε την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ ένσταση του εναγομένου, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 367 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ αντένστασης του ενάγοντος, δεχθέν, όπως προεκτέθηκε, μετ' εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, ότι ο ειδικός σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, κατευθυνόμενος στην προσβολή της τιμής του, προκύπτει από το γεγονός ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε τις ως άνω μειωτικές για τον ενάγοντα λέξεις και φράσεις, χωρίς αυτές να είναι πραγματικά αναγκαίες για να αποδοθεί αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψεώς του προς διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη του και δη σε αστικής φύσεως διαφορά, η οποία θα ήταν το ίδιο αποτελεσματική και χωρίς την χρησιμοποίηση των εκφραστικών αυτών υπερβολών, οι οποίες ενέχουν έντονη αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος και εκδηλώνουν την καταφρονητική πρόθεση του εναγομένου προς αυτόν, ενώ συγχρόνως προκαλούν προφανή δυσαναλογία μεταξύ της βλάβης που προκλήθηκε στην τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και του επιβαλλόμενου μέτρου υπεράσπισης του εντολέα του.

Επειδή η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα δικαίου και επομένως δεν ιδρύεται με αυτή (αναλογικότητα) λόγος αναιρέσεως, αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως για παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί, εάν κατά την τελολογική ερμηνεία αυτού, παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο, που δέχθηκε, ανελέγκτως, τα περιστατικά που αναφέρονται στον λόγο αυτό και στην προσβαλλόμενη απόφαση και με βάση αυτά (περιστατικά) έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ποσού 15.000 υρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, παραβίασε την συνταγματικώς κατοχυρωμένη (με το άρθρο 25 του Συντάγματος) δικαιική αρχή της αναλογικότητας, διότι το άνω ποσό είναι υπερμέτρως ασύνηθες σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε ίδιες ή και σοβαρότερες περιπτώσεις ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και έτσι υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα δικαίου και δεν ιδρύεται, σε περίπτωση παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας, λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναιρέσεως για παράβαση κανόνος δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί εάν κατά την τελολογική ερμηνεία αυτού παραβιάσθηκε και η αρχή της αναλογικότητας, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 346/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ