Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim where bank failed to address non-legal argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision regarding a debt of over 15 million drachmas. The bank argued that the debtor's payment was unjust enrichment, but the court found the lower court correctly applied Article 905 of the Civil Code to exclude the claim since the debtor knew no debt existed. The Supreme Court further rejected a procedural argument because the bank had not properly raised a specific legal objection before the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 905(1) and 12(4) of the Civil Code; The claim for unjust enrichment is excluded when the recipient proves the payer knew no debt existed, and procedural defects regarding non-legal arguments do not constitute grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1886 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Των αναιρεσιβλήτων : ....., κατοίκου εν ζωή Θεσσαλονίκη, ο οποίος απεβίωσε στις 6-11-2000 και στη θέση του υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του : ...... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Στρατοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1996 αγωγή του ....., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 19825/1999 προδικαστική, 410/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 330/2004 μη οριστική, 3193/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της και τους από 2 Οκτωβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ.1 του Α.Κ. "η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος".Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία.
Επομένως, αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου, με βάση την ανωτέρω διάταξη, που εφαρμόζεται και αυτεπαγγέλτως, γιατί η σχετική από αυτή ένσταση είναι καταχρηστική, δεν υφίσταται στην περίπτωση της ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει και όταν ο δότης υποχρεώθηκε να προβεί στην καταβολή υπό την πίεση και για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης κατ αυτού (Ολομ.Α.Π.29/2002).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο αρχικός ενάγων ....., θανών και κληρονομηθείς από τους συνεχίζοντες τη δίκη ήδη αναιρεσιβλήτους, γνώριζε ότι δεν οφείλει το ποσό των 15.558,321 δραχμών, πλήν, όμως, υπό την πίεση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της περιουσίας του, ύστερα από την κοινοποίηση σ αυτόν 1) της από 6-4-1994 εξώδικης δήλωσης της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας)τράπεζας, με την οποία αυτή τον καλούσε να της καταβάλει το αναφερόμενο σ αυτή ποσό, πλέον τόκων, δηλώνοντας συγχρόνως σ αυτόν ότι σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του θα προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια προς διασφάλιση της απαίτησής της και αναγκαστική είσπραξη αυτής και 2) της από 7-4-1994 δεύτερης επιταγής προς πληρωμή, με τον κίνδυνο διόγκωσης της οφειλής του από τη συνέχιση του ανατοκισμού, καθώς και της επιβάρυνσής του με περαιτέρω έξοδα σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, αναγκάσθηκε να πληρώσει το άνω ποσό των 15.558.321 δραχμών, εξακολουθώντας να έχει επιφύλαξη, παρότι δεν διατύπωσε αυτήν εγγράφως κατά την πληρωμή.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, μετ' απόρριψη της εκ του άρθρου 905 παρ.1 Α.Κ. ενστάσεως της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως βάσιμη την αντένσταση του αρχικού ενάγοντος ότι κατέβαλε το άνω ποσό , εξαναγκασθείς προς τούτο, υπό την πίεση (και για την αποφυγή) αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της περιουσίας του, δεν παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 904 και 905 παρ.1 Α.Κ., εφόσον η ανέλεγκτη παραδοχή του ότι η καταβολή, από τον αρχικό ενάγοντα, του άνω ποσού έγινε αναγκαστικά και υπό την πίεση της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της περιουσίας του απέκλεισε την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 905 παρ.1 Α.Κ.
και επομένως το καταβληθέν ποσό υποχρεούται η λήπτρια ενάγουσα τράπεζα να το αποδώσει, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Κ. 904 επ.) διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, που δέχθηκε τα προαναφερθέντα, παραβίασε τα άρθρα 904 και 905 παρ.1 Α.Κ., είναι αβάσιμος.
Η διατύπωση της 289/1980 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, εκδοθείσης κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ.6 του Ν. 1083/1980,με την οποία ο εκτοκισμός "δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού ή άλλου περιορισμού",δεν μπορεί να έχει την έννοια της παροχής στην τράπεζα, με μόνη τη βούλησή της, της δυνατότητας επιβάρυνσης του οφειλέτη της, αλλά έχει την έννοια ότι η εξαίρεση από τους περιορισμούς του ανατοκισμού επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχει η προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης έχει αποδεχθεί ,με σχετικό όρο στην πιστωτική σύμβαση, τη δυσμενή γι αυτόν μεταβολή της με τον ανατοκισμό των καθυστερουμένων τόκων (Ολομ.Α.Π. 8/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα. Μεταξύ της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) και της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΙΝ ΝΙΚ ΓΚΑΖ ΕΠΕ" καταρτίσθηκε στις 31-12-1984 η 20850/1984 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η πρώτη χορήγησε στην δεύτερη πίστωση 2.200.000 δραχμών.
Ότι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, που απέρρεαν από την άνω σύμβαση, εγγυήθηκε ο αρχικός ενάγων ....., ο οποίος απεβίωσε στις 6-11-2000 και τη δίκη συνεχίζουν οι εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι),σύζυγος και τέκνα αυτού, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Ότι μεταξύ των όρων της επίμαχης σύμβασης συμφωνήθηκαν και οι με αριθμό 2 και 8 όροι αυτής.
Ότι, ειδικότερα, με τον 2ο όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "ο τόκος και η προμήθεια υπολογίζονται επί των ανωτάτων επιτρεπομένων εκάστοτε δια τας τραπεζικάς συναλλαγάς ορίων αυτών. Ο τόκος υπολογίζεται τιμαριθμικώς, η δε προμήθεια κατά μήνα αδιαιρέτως επί του εντός εκάστου μηνός ανωτάτου χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως.
Τόκος και προμήθεια λογίζονται και είναι πληρωτέοι την 15η Μαρτίου,15η Ιουνίου, 15η Σεπτεμβρίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους καθ ημέρας (κλειομένου περιοδικώς του λογαριασμού ήτοι ανά τρίμηνο κατ άρθρο 112 του Εισαγ.Ν.Α.Κ.), μη καταβαλλόμενοι φέρονται εις χρέωση του λογαριασμού της πιστώσεως άνευ ειδοποιήσεως τινός του πιστούχου, οφειλομένων εφεξής επ' αυτών τόκων και προμηθείας κατά τα ανωτέρω".Ότι, με τον 8ο όρο ορίσθηκε ότι "εν περιπτώσει οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως, το κατάλοιπο ταύτης καθίσταται πάραυτα απαιτητό και ο πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως και άνευ ειδοποιήσεως τινός εις υπερημερίαν οφειλών επί του καταλοίπου τον εκάστοτε τραπεζικό τόκο υπερημερίας".Ότι από το περιεχόμενο αυτό των άνω όρων προκύπτει σαφώς ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι το ζήτημα των τόκων και του ανατοκισμού αυτών θα ρυθμίζεται για όσο μεν χρονικό διάστημα θα είναι ενεργός η σύμβαση από το δεύτερο όρο αυτής, με ανατοκισμό ανά τρίμηνο, για το μετά τη λήξη δε αυτής χρονικό διάστημα από τον όγδοο όρο, σύμφωνα με τον οποίο, μετά το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, η πιστούχος θα όφειλε μόνο το μέχρι τότε κατάλοιπο με τον επ' αυτού εκάστοτε ισχύοντα τραπεζικό τόκο υπερημερίας, δηλαδή για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της πιστωτικής σύμβασης συμφωνήθηκαν μόνο τόκοι υπερημερίας επί του καταλοίπου.
Ότι η ενάγουσα τράπεζα, προς εξόφληση της εκ της άνω συμβάσεως οφειλής, εισέπραξε από τον αρχικό ενάγοντα και το ποσό των 15.558,321 δραχμών, που αποτελούσε τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων για το χρονικό διάστημα μετά το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης .Ότι η επιβάρυνση αυτή του αρχικού ενάγοντος με το άνω ποσό έγινε μονομερώς από την ενάγουσα, η οποία, όμως, δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ αυτής και της πιστούχου εταιρίας δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία.
Και ότι η ενάγουσα, με την είσπραξη του άνω ποσού κατέστη πλουσιώτερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του αρχικού ενάγοντος. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες του άρθρου 8 παρ.6 του Ν. 1083/1980, της κατ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας 289/1980 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής ,ως και των άρθρων 296 του Α.Κ.
και 112 του Εισαγ.Ν.Α.Κ. και οι εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι πρώτος λόγος της αναιρέσεως και πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμοι. Εφόσον υπήρχε η άνω συμφωνία, αφορώσα το ζήτημα των τόκων και του ανατοκισμού αυτών μετά το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ.2 και 3 του Ν. 2601/1998,οι οποίες επιτρέπουν τον ανά εξάμηνο ανατοκισμό αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία και το Εφετείο που δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές δεν τις παραβίασε και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 2601/1998,οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν με συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι με συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας τράπεζας και του αρχικού ενάγοντος ..... συμφωνήθηκε να καταβάλει ο τελευταίος το ποσό των 25.352.101,το οποίο κατέβαλε και στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και τόκοι επί των καθυστερούμενων τόκων για το χρονικό διάστημα μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού ύψους 15.558.321 δραχμών και ότι η επιβάρυνση αυτή έγινε μονομερώς από την αναιρεσείουσα τράπεζα, που δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, αφού δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία. Οι αναφερθείσες διατάξεις των παρ.2 και 3 του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998 δεν επηρεάζουν τα ρυθμισθέντα με την άνω συμφωνία μεταξύ αναιρεσείουσας τράπεζας και ....., όμως, συντρεχουσών των νομίμων (κατ άρθρ.904 επ. Α.Κ.) προυποθέσεων, δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 12 παρ.4 του άνω νόμου, η αναζήτηση των βάσει της συμφωνίας καταβληθέντων, κατά τις γενικές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Α.Κ., όπως δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο εντεύθεν δεν παραβίασε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 12 παρ.4 του Ν.2601/1998 και ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.Α.Π. 2/1989,Α.Π.1760/2005).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο (Α.Π. 1760/2005,Α.Π. 624/2001,Α.Π.981/1984).
Εν προκειμένω, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, η εναγομένη-αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά τον ισχυρισμό-ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος του (αρχικού) ενάγοντος, στηριζόμενη στο ότι "η δικαιολογία του αποκλεισμού της αναζήτησης μπορεί να εντοπισθεί και στο ότι η αναζήτηση της παροχής μετά την καταβολή της, εν γνώσει του αχρεωστήτου, αποτελεί αντιφατική συμπεριφορά ,που προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ.".Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, διότι τα άνω επικαλούμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος του αρχικού ενάγοντος, αλλά θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 905 παρ.1 Α.Κ. καταλυτική της αγωγής ένσταση του λήπτη (εν προκειμένω της ενάγουσας τράπεζας) ότι η από τον ενάγοντα καταβολή έγινε εν γνώσει της μη υπάρξεως του χρέους και επομένως αποκλείεται η αναζήτηση του καταβληθέντος. Κατά ταύτα, το Εφετείο, που παρέλειψε να απαντήσει στον άνω μη νόμιμο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 3193/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ