Supreme Court dismisses appeal on joint liability grounds, upholding lower court's dissolution of parent company agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three defendants against a final judgment dissolving a joint parent company agreement. The defendants argued that the lower court failed to assess the financial assets of their spouse, claiming this was necessary to prove the plaintiff's insolvency under Articles 939-942 of the Civil Code. The court rejected this argument, ruling that joint and several liability does not require an assessment of other co-debtors' assets when each is fully liable for the entire debt. Consequently, the appeal was rejected, and the defendants were ordered to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939-942 of the Civil Code; In cases of joint and several liability where multiple debtors are fully liable for the entire debt, the creditor is not required to demonstrate the lack of assets of other co-debtors to exercise the right of recourse against one debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1885 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1885/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Π., χήρας Ο. Β., 2) Π. - Σ. Β. του Ο., 3) Α. Β. του Ο., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκούσκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. συζύγου Α. Π., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2022 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/4/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 4-4-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 29-8-2019 έφεσης των αναιρεσειόντων και τον από 27-12-2019 πρόσθετο λόγο έφεσης των ιδίων κατά της υπ' αριθ. 12/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη η από 16-7-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και έγινε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η ίδια ως άνω αγωγή ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο κατά το μέρος που ασκούνταν από τον δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (12/2019), κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, ατομικά, έκανε δεκτή αυτή και απήγγειλε τη διάρρηξη, υπέρ της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθ. ...-2015 συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Χίου, με αριθμό 1653/16-9-2015, δυνάμει της οποίας η πρώτη αναιρεσείουσα, Π. Κ., μεταβίβασε στους λοιπούς εναγομένους, τέκνα της, το δικαίωμα ψιλής κυριότητάς της, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (με παρακράτηση υπέρ αυτής του δικαιώματος της επικαρπίας), επί του αναφερομένου ακινήτου στο συμβόλαιο αυτό.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 4-4-2022, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους αναιρεσείοντες, η οποία έλαβε χώρα την 4.3.2022, όπως τούτο αναφέρεται από τους τελευταίους στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 731/2024).
Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).
ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια δε των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 1165/2019).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 221/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 60/2025, ΑΠ 61/2025, ΑΠ 84/2025) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 1123/2022).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 689/2021, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 745/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 1475/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 119/2014).
Για να θεμελιωθεί δηλαδή λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου σε βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 669/2007).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2012) β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (ΟλΑΠ 6/2003, ΑΠ 584/2025, ΑΠ 26/2024, ΑΠ 756/2024, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 238/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη, με την από 16-7-2018 αγωγή, που άσκησε σε βάρος των εναγομένων και νυν αναιρεσειόντων, ιστορούσε, ότι η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) είναι ομόρρυθμη εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & Σια ΕΕ", σε βάρος της οποίας (εταιρείας) η ίδια (η ενάγουσα) έχει επιτύχει την έκδοση της με αριθμό ...-2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, για απαίτηση ύψους 110.000 ευρώ, προερχόμενη από οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Δεκέμβριο του 2010 έως και τον Μάϊο του 2015, καθώς και της με αριθμό .../2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, για απαίτηση ύψους 6.000 ευρώ, προερχόμενη από οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2015.
Ότι με την με αριθμό ...-2015 πράξη της συμβολαιογράφου Χίου Σ. Κ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Χίου, με αριθμό 1653/16-9-2015, η πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσείουσα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στα τέκνα της Π. και Α. Β. (δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων), την ψιλή κυριότητα, κατ' ισομοιρία, ενός διαμερίσματος, εμβαδού 70 τμ, του πρώτου πάνω από το ισόγειο, ορόφου διώροφης οικοδομής, κείμενης επί της οδού ..., στη θέση Βουνάκι Αγίας Άννας Καπέλας της πόλης της Χίου, η αξία της ψιλής κυριότητας του οποίου ανέρχεται σε 20.374 ευρώ.
Ότι η πρώτη εναγόμενη, τελούσα σε γνώση ότι τα υπόλοιπα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση της ενάγουσας, ενήργησε την ανωτέρω μεταβίβαση με σκοπό τη βλάβη της ενάγουσας και με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της σε βάρος της. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά (στα πλαίσια του ερευνώμενου τρίτου αναιρετικού λόγου), η ενάγουσα αιτήθηκε να απαγγελθεί η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της ως άνω δικαιοπραξίας και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 12/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης (νυν πρώτης αναιρεσείουσας) ατομικά, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, έκρινε αυτήν ορισμένη, νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς εναγόμενους (τέκνα της πρώτης) και απήγγειλε τη διάρρηξη της υπ' αριθ. ...-2015 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ.. Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 29-8-2019 έφεσή τους και τον από 27-12-2019 λόγο έφεσής τους, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και τον πρόσθετο λόγο και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν και τον πρόσθετο λόγο ως προς τον δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων (νυν δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων), στη συνέχεια δε, αφού έκανε δεκτή την έφεση ως προς την πρώτη εκκαλούσα (νυν πρώτη αναιρεσείουσα), κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς αυτήν και δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη, απαγγέλλοντας τη διάρρηξη της ως άνω δικαιοπραξίας.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν περιέχονται στην προκειμένη αγωγή διάρρηξης τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία και συγκεκριμένα ότι δεν διευκρινίζονται σε αυτήν η υποτιθέμενη οφειλή, ο χρόνος γέννησης των απαιτήσεων της οφειλέτριας εταιρείας, ενόψει των γεγονότων ότι η επίδικη δικαιοπραξία καταρτίσθηκε το έτος 2014, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου έκδοσης των με αριθμούς 58/2015 και 13/2016 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, καθώς επίσης δεν προσδιορίζεται ποιές ήταν οι αιτίες (νόμιμη, συμβατική, αδικοπρακτική κλπ) από οποίες προήλθαν οι απαιτήσεις αυτές.
Ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος και τούτο διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής, όπως αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ούτε αναφέρεται εάν ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο σχετικός ισχυρισμός, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί και ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθόσον στην ερευνώμενη αγωγή προσδιορίζεται με σαφήνεια το ποσό της απαίτησης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & Σια ΕΕ" και επομένως και κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, ομορρύθμου εταίρου της προαναφερόμενης εταιρείας, η οποία, εκ του νόμου, ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρον με αυτήν (άρθρο 271 § 1 του Ν. 4072/2012, ΑΠ 1703/2023).
Επίσης, στην αγωγή προσδιορίζεται ότι πρόκειται για απαίτηση από οφειλόμενα μισθώματα (τα οποία αυτονόητα απορρέουν από σύμβαση μίσθωσης) που αφορούν την χρονική περίοδο από το Δεκέμβριο 2010 έως και τον Μάϊο 2015, συνολικού ποσού 110.000 ευρώ καθώς και ότι για τα μισθώματα αυτά εκδόθηκε η με αριθμό ...-2015 διαταγή πληρωμής, γεγονός από το οποίο συνάγεται αδιαμφισβήτητα ότι, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η υπό διάρρηξη με αριθμό ...-2015 απαλλοτριωτική πράξη, ήτοι στις 14-9-2015 (και όχι όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες ότι με την ερευνώμενη αγωγή διώκεται η διάρρηξη συμβολαιογραφικής πράξης που έλαβε χώρα το 2014), η απαίτηση ήταν γεγενημένη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Επίσης, στην αγωγή αναφέρεται διηγηματικά ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη έχει εκδώσει και την με αριθμό 13/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, για άλλη απαίτηση ύψους 6.000 ευρώ, προερχόμενη από οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2015, η ανωτέρω δε διαταγή πληρωμής, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση (Φύλλο 6ο, στίχοι 26-33), "δεν επηρεάζει την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, καθώς είναι μεταγενέστερη της υπό διάρρηξη δικαιοπραξίας", ούτε βέβαια η αναφορά αυτή καθιστά αόριστη την αγωγή, αφού είναι σαφές από το περιεχόμενό της, ότι η επιδιωκόμενη διάρρηξη αφορά την απαίτηση που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 58/2015 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει σιωπηρά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω νομικής αοριστίας της, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τις προαναφερόμενες διατάξεις κατά την εφαρμογή τους, και δη από αυτές των άρθρων 939 - 943 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και ως κατ' ουσία αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, λόγω έλλειψης προϋποθέσεων εφαρμογής τους άλλως ότι έπρεπε αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη άλλως ότι υπήρξε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και των δικαιοπραξιών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... Με την με αριθμό ...-2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της Δ.
Π. (ενάγουσας) η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... & Σία Ε.Ε.", της οποίας ομόρρυθμος εταίρος τυγχάνει η Π. Κ. (πρώτη εναγομένη), με ποσοστό 10%, τα δε τέκνα της, Π. - Σ. Β. και Α. Β., ετερόρρυθμοι εταίροι, κατά ποσοστό 15% έκαστος, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό 110.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Αιτία της έκδοσης της ως άνω διαταγής πληρωμής ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μισθώματα 55 μηνών, από το Δεκέμβριο του 2010 έως και τον Μάιο του 2015, διώροφου ακινήτου επί της Λεωφόρου Αιγαίου αρ. 52 στην πόλη της Χίου, που η εταιρία "... & Σια Ε.Ε." χρησιμοποιούσε ως καφέ - μπαρ και του οποίου την επικαρπία απέκτησε η ενάγουσα, με δωρεά από τον σύζυγό της, Α.
Π., δυνάμει του με αρ. ...-2015 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χίου, Σ. Κ. Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι αυτή επιδόθηκε στην καθ' ης ετερόρρυθμη εταιρία, χωρίς η τελευταία να ασκήσει ανακοπή εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ.
τις με αρ. .../2015 και .../2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου, Π. Τ.). Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η ομόρρυθμη εταίρος Π. Κ. (πρώτη εναγομένη), άσκησε την με αρ. καταθ. 117/2016 τριτανακοπή της, η οποία είναι απρόθεσμη και προϋποθέτει την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, δυνάμει της με αρ. 87/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Σημειώνεται, εξάλλου, ότι με την με αρ. 13/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... & Σια Ε.Ε." υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, Δ. Π., το ποσό των 6.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με αιτία ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μισθώματα για το ίδιο ως άνω ακίνητο, των μηνών Αυγούστου.
Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2015. Ωστόσο, η αμέσως ανωτέρω διαταγή πληρωμής δεν επηρεάζει την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, καθώς είναι μεταγενέστερη της υπό διάρρηξη δικαιοπραξίας. Το γεγονός ότι η με αριθμό ...-2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου εκδόθηκε μόνο κατά της ετερόρρυθμης εταιρίας και όχι και κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταίρου, δεν συνεπάγεται μη ευθύνη αυτής.
Αντίθετα, η διαταγή πληρωμής θεωρείται ότι εκδόθηκε και κατά των ομορρύθμων μελών της εταιρίας, αφού τα τελευταία ευθύνονται εις ολόκληρον μετ' αυτής για τις προς τρίτους υποχρεώσεις της.
Εξάλλου, δεν υπάρχει διάταξη που να θεσπίζει υποχρέωση για ιδιαίτερη επίδοση στους ομόρρυθμους εταίρους διαταγής πληρωμής που απευθύνεται κατά ετερόρρυθμης εταιρείας. Επομένως, η ύπαρξη των ανωτέρω απαιτήσεων κατά της ετερόρρυθμης εταιρίας και της ευθύνης της πρώτης εναγόμενης, ως ομόρρυθμης εταίρου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες στην υπό κρίση έφεσή τους. είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Η πρώτη εναγόμενη, λοιπόν, ως ομόρρυθμη εταίρος της οφειλέτριας εταιρίας κατά το χρόνο γέννησης της ως άνω απαίτησης, ευθύνεται γι' αυτή με το σύνολο της περιουσίας της. Επίσης, έναντι των ανωτέρω οφειλών, ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγόμενη Π. Κ., την 14-9-2015, ήτοι δύο περίπου μήνες από την έκδοση της με αρ. ...-2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, δυνάμει του με αρ. ...-2015 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου, Σ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στο κτηματολογικό γραφείο Χίου (αριθμός κατάθεσης 1653/16-9-2015), μεταβίβασε στα εναγόμενα τέκνα της, το δικαίωμα ψιλής κυριότητας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο καθένα, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία, μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου οικοδομής κειμένης στη θέση Βουνάκι Αγίας Άννας Καπέλας, πόλη της Χίου, επί της οδού ..., επιφάνειας 70 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50%, με ΚΑΕΚ 510400507018/0/2, αντικειμενικής αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 20.374 ευρώ του δικαιώματος ψιλής κυριότητας και 20.376 ευρώ του δικαιώματος επικαρπίας.
Επομένως, η πρώτη εναγόμενη, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής, είχε καταστεί οφειλέτρια της ενάγουσας, η απαίτηση της οποίας έναντι αυτής είναι απαιτητή και ληξιπρόθεσμη. Επίσης αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη γνώριζε τόσο το ύψος του χρέους όσο και τη μη ύπαρξη άλλης περιουσίας της και προέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριας κατ' αυτής.
Η γνώση της πρώτης εναγομένης για το ύψος του χρέους, κατά το χρόνο της επίμαχης απαλλοτρίωσης, προκύπτει από το γεγονός ότι αυτή ήταν εταίρος της πιστούχου - πρωτοφειλέτριας εταιρείας, η οποία από το έτος 2012 και εντεύθεν παρουσίαζε μεγάλες ζημιές, ασκώντας μάλιστα εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της εταιρίας κατά τα έτη 2011 έως 2013, συνεπικουρούμενη από τον Α.
Π., ο οποίος, έχοντας προσβληθεί από σοβαρή ασθένεια (μηνιγκοεγκεφαλίτιδα από τον ιό του Δυτικού Νείλου) αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις διαχειριστικές υποχρεώσεις της εταιρίας. Επιπλέον, ο Α. Π., σύζυγος της ενάγουσας - εφεσίβλητης, με την από 19-5-2015 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα, την 27-5-2015 (βλ.
την με αρ. ...-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου. Π. Τ.), ήτοι πριν την επίδικη μεταβίβαση, αναφέρει ότι οφείλονται μισθώματα ετών για την επιχείρηση καφέ μπαρ και ότι το τελευταίο "λειτουργεί παθητικά". Επομένως, η πρώτη εναγόμενη, κατά το χρόνο που προέβη στις επίδικες μεταβιβάσεις ήξερε ότι οφείλονταν πολλά μισθώματα για το μίσθιο που στέγαζε την επιχείρηση καφέ - μπαρ.
Ενισχυτικό της ως άνω κρίσεως ότι η πρώτη εναγομένη είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας είναι και το ότι δεν υπήρχε (ούτε οι εναγόμενοι επικαλούνται) κάποια ανάγκη, που να δικαιολογεί τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την πρώτη εναγομένη στα εναγόμενα τέκνα της, Α.
και Π. - Σ. Β., ηλικίας τότε 15 και 13 ετών περίπου, αντίστοιχα, με γονική παροχή, για την οικογενειακή και οικονομική τους αποκατάσταση, αφού αυτά, λόγω της μικρής ηλικίας τους, εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών τους από τους υπόχρεους γι' αυτό ανιόντες - γονείς τους.
Συνεπώς, τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες περί μη ύπαρξη γνώσης εκ μέρους της πρώτης εκκαλούσας, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Σημειώνεται, εξάλλου, ότι δεν απαιτείται γνώση των εναγομένων τέκνων της πρώτης εναγόμενης ως προς την πρόθεση της τελευταίας να απαλλοτριώσει προς βλάβη της δανείστριας ενάγουσας, γιατί η σχετική απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (γονική παροχή) και συνεπώς εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 942 ΑΚ. Η αγοραία αξία της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και πρώτης συζήτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ανερχόταν στο ποσό των 20.374 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ο οποίος είναι κρίσιμος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα, εκτός από το ανωτέρω ακίνητο, δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία που να επαρκεί για την ικανοποίηση της εναντίον της απαιτήσεως της ενάγουσας - εφεσίβλητης και έτσι ο σκοπός της πρώτης εναγόμενης να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξιώσεως της ενάγουσας πραγματοποιήθηκε καθώς η τελευταία δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τον ως άνω τίτλο, που της επιδικάζει την απαίτηση.
Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω σε συνδυασμό με το ότι έως και σήμερα δεν έχει ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας. αποδεικνύεται ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε με πρόθεση βλάβης αυτής, δηλαδή για να μην μπορέσει να ικανοποιήσει τη σε βάρος της πρώτης εναγομένης απαίτησή της, διότι η εναγόμενη αυτή γνώριζε, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, αφενός ότι είναι οφειλέτριά της, κατά τα προαναφερόμενα, αφετέρου ότι με την απαλλοτρίωση του ανωτέρω μοναδικού (κατά το χρόνο της μεταβίβασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) εμφανούς σημαντικού περιουσιακού της στοιχείου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.
Επισημαίνεται, δε, ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή που έγινε προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων (τέκνα της πρώτης), ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έλαβε χώρα ως εκπλήρωση ηθικής υποχρέωσης αυτής, δεν δύναται να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη της δανείστριας, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσής της από την οφειλέτρια έναντι της νομικής υποχρέωσής της προς την ενάγουσα.
Με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής τους,
οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ήταν οφειλέτρια της ενάγουσας, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι όχι μόνο δεν υπήρχε καμία οφειλή, αλλά ότι ο σύζυγος της ενάγουσας Α. Π. και η ίδια η ενάγουσα τέλεσαν σε βάρος της πρώτης εναγομένης τα αδικήματα της υπεξαίρεσης αντικειμένου, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και της απλής συνέργειας στην ως άνω υπεξαίρεση, αντίστοιχα, για τα οποία αυτοί παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, η πρώτη εναγομένη, κατά τον ως άνω χρόνο της επίμαχης απαλλοτριώσεως, ήταν οφειλέτρια της ενάγουσας.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση ως προς τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά από τα αποδεικτικά μέσα, που προαναφέρθηκαν, το αίτημα των εκκαλούντων για την αναβολή της συζητήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρις ότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, επί της ως άνω ποινικής υποθέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Οι εκκαλούντες - εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους προέβαλαν τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρουν με την έφεσή τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της ενάγουσας του ένδικου δικαιώματός της, επικαλούμενοι προς θεμελίωση αυτού ότι α) ο σύζυγος της ενάγουσας Α. Π., ο οποίος ήταν ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... & Σια Ε.Ε." κατά ποσοστό 60% και μοναδικός διαχειριστής αυτής, κατά τον ίδιο ανωτέρω χρόνο της επίμαχης απαλλοτριώσεως, μεταβίβασε και αυτός όλα τα ακίνητά του και β) ότι ο δεύτερος των εναγομένων είναι εταίρος κατά ποσοστό 15% της μισθώτριας εταιρίας.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση της ένδικης αξιώσεως καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθ' ο μέρος με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων, ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα περί του αντιθέτου αναφερόμενα στους οικείους λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, η αγωγή εσφαλμένα κατά το νόμο απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης εναγόμενης ατομικά, ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι υφίστατο παθητική νομιμοποίηση αυτής, καθώς, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν οφειλέτρια της ενάγουσας και μεταβιβάσασα το επίδικο ακίνητο στους λοιπούς εναγομένους, με τους οποίους συνδεόταν με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, καθόσον δεν μπορούν να υπάρξουν μεταξύ τους αντίθετες αποφάσεις.
Επομένως η έφεση, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη εναγομένη και με την οποία επιδιώκεται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης και η κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο και τη διάταξή της, που αφορούν την πρώτη εναγομένη.
καθώς και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων. Στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο τούτο κρατήσει την υπόθεση και την εκδικάσει στην ουσία της (άρθρ. 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης και να απαγγελθεί η διάρρηξη υπέρ της ενάγουσας της δικαιοπραξίας, που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. ...-2015 συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ.". Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 939 - 942 ΑΚ, αν και εξέλιπαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών, διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: 1) Επειδή δεν συντρέχει η προϋπόθεση ύπαρξης της βασικής απαίτησης της ενάγουσας που κινδυνεύει, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού αυτού αναφέρουν ότι ο δικαιοπάροχος σύζυγος της ενάγουσας δήλωνε επί πέντε έτη στις φορολογικές του δηλώσεις τα μισθώματα για τα οποία εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής.
Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος που πλήττει την ύπαρξη της απαίτησης, είναι απαράδεκτος καθόσον προσκρούει στο δεδικασμένο της με αριθμό .../2015 επίμαχης διαταγής πληρωμής, σύμφωνα και με τις ορθές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, 2) επειδή δεν πληρούται ο όρος της νομικής υποχρέωσης της πρόσκλησης του οφειλέτη, πριν εκείνος προβεί σε εκποίηση της περιουσίας του, ώστε αυτή να θεωρηθεί καταδολιευτική.
Για την στοιχειοθέτηση δε της εν λόγω αιτίασης οι αναιρεσείοντες διαλαμβάνουν ότι οι δύο διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν ερήμην τους και ουδέποτε επιδόθηκαν στην πρώτη εξ αυτών, παρά την ιδιότητά της ως ομορρύθμου εταίρου, ούτε στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, που είναι ετερόρρυθμοι εταίροι καθώς και ότι για να κριθεί ως καταδολιευτική η επίδικη δικαιοπραξία έπρεπε να έχει προηγηθεί επίδοση της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση στην πρώτη αναιρεσείουσα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον α) δεν προβλέπεται ιδιαίτερη επίδοση διαταγής πληρωμής που έχει εκδοθεί σε βάρος ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας στον ομόρρυθμο εταίρο (ΟλΑΠ 1550/1984, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1334/1982) (βλ. σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης), β) ούτε προβλέπεται επίδοση της διαταγής πληρωμής στους λοιπούς αναιρεσείοντες - ετερόρρυθμους εταίρους, η ευθύνη των οποίων εκ του νόμου είναι περιορισμένη και ως εκ τούτου σε βάρος τους δεν μπορεί να εκτελεστεί η επίμαχη διαταγή πληρωμής και γ) για τη διάρρηξη δεν απαιτείται η απαίτηση να έχει εξοπλισθεί με τίτλο εκτελεστό (ΑΠ 26/2024, ΑΠ 1114/2024, ΑΠ 158/2023), 3) επειδή ελλείπει και το στοιχείο της προγενέστερης, της κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας, γνώσης της μεταβιβάζουσας, για τα ακόλουθα:
α) για την μεταβίβαση προς την ενάγουσα της επικαρπίας του μισθίου καταστήματος, την οποία χαρακτηρίζουν συμπαιγνία, β) για την έκδοση της υπ' αριθ. 58/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και γ) για την έκδοση της υπ' αριθ. 13/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον δεν απαιτείται για τη διάρρηξη δικαιοπραξίας να έχει βεβαιωθεί δικαστικά το χρέος αλλά αρκεί η γνώση του μεταβιβάζοντος ότι υπάρχει η οφειλή και ότι με τη μεταβίβαση δεν απομένει περιουσία για να ικανοποιηθεί το χρέος, γεγονότα που συνέτρεξαν εν προκειμένω, σύμφωνα με τις ρητές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η άγνοια της έκδοσης της υπ' αριθ. 13/2016 διαταγής πληρωμής αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον η ύπαρξη αυτής δεν επηρεάζει την προκειμένη υπόθεση καθόσον αυτή εκδόθηκε μετά την μεταβίβαση. Η άγνοια δε της πρώτης αναιρεσείουσας για την μεταβίβαση της επικαρπίας του μισθίου στην ενάγουσα δεν ασκεί ουδεμία επιρροή εν προκειμένω καθόσον κρίσιμο είναι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της οφειλής και όχι ποιός καταθέτει αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την ερευνώμενη αγωγή ως μη νόμιμη, επειδή η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κατά τον χρόνο που καταρτίσθηκε η υπό διάρρηξη δικαιοπραξία δεν ήταν δανείστρια της απαίτησης για τα οφειλόμενα μισθώματα, καθόσον η επίμαχη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε πέντε (5) μήνες μετά την επίδικη δικαιοπραξία που έλαβε χώρα με το υπ' αριθ. ...-2014 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ. και η αναιρεσίβλητη κατέστη ιδιοκτήτρια του μισθίου στις 30-4-2015, με το υπ' αριθ. .../2015 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Χίου Σ. Κ. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον οι αναιρεσείοντες εσφαλμένα υπολαμβάνουν ότι ζητείται η διάρρηξη του υπ' αριθ. ...-2014 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ., ενώ με την υπό κρίση αγωγή ζητείται η διάρρηξη του υπ' αριθ. ...-2015 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ. Κ., το οποίο καταρτίσθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πέντε (5) μήνες αφότου η ενάγουσα είχε αποκτήσει την επικαρπία του μισθίου ακινήτου με το υπ' αριθ. ...-2015 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ. και δύο (2) μήνες μετά την έκδοση της επίδικης υπ' αριθ. ...-2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, ενώ για τη διάρρηξη του πρώτου συμβολαίου ασκήθηκε αγωγή από την ίδια ενάγουσα και απορρίφθηκε ως αόριστη, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 40/2020).
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι α) το Εφετείο κατά παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας θεώρησε καταδολιευτική την επίδικη γονική παροχή, θεωρώντας όμως, ταυτόχρονα, επιτρεπτή την κατόπιν συμπαιγνίας αποξένωση από περιουσία του έτερου ομορρύθμου εταίρου και β) ότι ο χρόνος δημιουργίας της εκτελεστής απαίτησης σε σχέση με το χρόνο της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας αποτελούν παραβίαση κανόνα δικαίου και διδαγμάτων κοινής πείρας, αφού εσφαλμένα ερμηνεύτηκε ο κανόνας δικαίου.
Ο λόγος, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε τι συνίσταται η παραβίαση και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ).
IV. Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, παρά τη γενική διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, που προσκόμισαν, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας προκειμένου να ανταποδείξουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί δήθεν καταδολιευτικής μεταβίβασης της επίμαχης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Συγκεκριμένα, κατά τους αναιρεσείοντες το Εφετείο δεν έλαβε εξ ολοκλήρου υπόψη του 1) το υπ' αριθ. ...-2015 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Χίου Σ. Κ., 2) το υπ' αριθμ. ....2015 συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής όπως αυτό νομίμως καταχωρήθηκε με αριθμό 1653/16-9-2015 στο κτηματολογικό γραφείο Χίου, 3) την διαταγή καταβολής μισθωμάτων 58/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, 4) την διαταγή καταβολής μισθωμάτων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, 5) τις χειρόγραφες υπογεγραμμένες δηλώσεις Ε3 της εταιρείας, εκ των οποίων προκύπτει ότι τα επίδικα μισθώματα ήταν στην πραγματικότητα καταβληθέντα κατά δήλωση του συζύγου της αναιρεσιβαλλόμενης, τις οποίες μάλιστα συνυπογράφει ο ίδιος Α.
Π., που είχε ταυτόχρονα τις ιδιότητες α) του συζύγου της ενάγουσας, β) του μοναδικού διαχειριστή της μισθώτριας εταιρείας και γ) του μοναδικού ιδιοκτήτη του μισθίου και 6) την υπ' αριθ. ...-2020 ένορκη κατάθεση μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καρπενησίου Α. Μ. και την υπ' αριθ. ...-2020 ένορκη κατάθεση μάρτυρα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χίου Π.
Γ. Αιτιώνται δε οι αναιρεσείοντες, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνδέονται 1) με τον χρόνο έναρξης της γνώσης της μεταβιβάζουσας, με βάση τα δημόσια έγγραφα των διαταγών καταβολής μισθωμάτων σε συνδυασμό με τις συμβολαιογραφικές πράξεις εκποίησης και 2) με τον ισχυρισμό τους περί ανυπαρξίας της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία προκύπτει από τη δήλωση του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, με την υπογραφή του σε όλα τα ετήσια Ε3 της εταιρείας ότι τα μισθώματα είχαν καταβληθεί, την βαρύτητα της δήλωσης του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, έως τότε ιδιοκτήτη του μισθίου, με υπογραφή του σε όλα τα ετήσια Ε3 της εταιρείας ότι τα μισθώματα είχαν καταβληθεί και τέλος την απουσία δήλωσης εκχώρησης μισθωμάτων στο δημόσιο έγγραφο, ήτοι στο υπ' αριθ. ...-2015 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, καθώς και από την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση του Ε.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ν. Κ. και την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση της Π. Σ. του Ν. ενώπιον του συμβολαιογράφου Χίου Π. Γ., που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις με αριθ. ...-2018 και ...-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Χίου, Π.
Τ.), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...". Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό και με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της και το σύνολο των αιτιολογιών της καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος από την πρώτη αναιρεσείουσα στα τέκνα της, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, υπήρξε καταδολιευτική, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ.
και τις προαναφερόμενες ένορκες καταθέσεις, οι οποίες αφορούσαν άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων), όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ δε αυτών και τα έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης. Τούτο δε προκύπτει με βεβαιότητα από τις εκτενείς αναφορές α) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, ως ομόρρυθμη εταίρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "... & Σια Ε.Ε.", ευθυνόμενη εις ολόκληρον με αυτή, είχε καταστεί και αυτή οφειλέτρια της ενάγουσας, για απαίτηση ληξιπρόθεσμη, προερχόμενη από μισθώματα που όφειλε η ως άνω εταιρεία στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, η οποία είχε επιδικαστεί σε βάρος της (εταιρείας) δυνάμει της υπ' αριθ. 58/2015 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και συνεπώς η απαίτηση δεν επιδέχεται οποιασδήποτε αμφισβήτησης, με τις ορθές επισημάνσεις, κατά το νόμο, ότι η επίμαχη διαταγή πληρωμής δεν απαιτείτο να εκδοθεί και σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας ούτε απαιτείτο ιδιαίτερη επίδοση αυτής στους ομορρύθμους εταίρους (ΟλΑΠ 1550/1984, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1334/1982), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η οποία μάλιστα άσκησε τριτανακοπή, που προϋποθέτει τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής και απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ' αριθ. 87/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και β) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, δύο μήνες μετά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, μεταβίβασε στα εναγόμενα τέκνα της (δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων) το δικαίωμα ψιλής κυριότητας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ενός διαμερίσματος, όπως αυτό περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με το υπ' αριθ. ...-2015 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ., αν και γνώριζε τόσο το ύψος του χρέους όσο και την μη ύπαρξη άλλης εμφανούς περιουσίας της, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και αντίστοιχη βλάβη της, η γνώση της δε αυτή προέρχεται από το γεγονός ότι αυτή ήταν εταίρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, η οποία από το 2012 και εντεύθεν παρουσίαζε μεγάλες ζημίες, η ίδια δε ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της εταιρείας κατά τα έτη 2011 έως 2013, συνεπικουρούμενη από τον σύζυγο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος όμως έχοντας προσβληθεί από σοβαρή ασθένεια αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις διαχειριστικές του υποχρεώσεις της εταιρείας αλλά και από την εξώδικη δήλωση που της κοινοποίησε στις 27-5-2015 ο σύζυγος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης για οφειλόμενα μισθώματα.
Οι αιτιάσεις δε των αναιρεσειόντων ότι από τα παραπάνω κρίσιμα έγγραφα αποδεικνυόταν ότι δεν υπήρχε απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος της ετερόρρυθμης εταιρείας και κατ' επέκταση σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστική εκ μέρους τους προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται, κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1037/2010).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V.Α. Οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς για την πλημμέλεια 1 (και όχι 19, όπως ισχυρίζονται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 939 και 941 του ΑΚ, επειδή α) η απαίτηση σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας είναι ανύπαρκτη - εικονική και την έχει δημιουργήσει "τεχνητά" ο σύζυγος της ενάγουσας, που ήταν και ο εκμισθωτής του ακινήτου και β) επειδή η μεταβίβαση, που έλαβε χώρα με την επίδικη γονική παροχή, δεν συνιστά απαλλοτρίωση και δεν επέφερε βλάβη στην ενάγουσα, καθώς το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με την υπό διάρρηξη δικαιοπραξία δεν διέφυγε από την περιουσία της ετερόρρυθμης εταιρείας "... & ΣΙΑ Ε.Ε", αφού στην εν λόγω δικαιοπραξία συμβλήθηκαν ως παρέχουσα η πρώτη αναιρεσείουσα, που είναι ομόρρυθμη εταίρος της ως άνω εταιρείας και ως αποκτώντες ο δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, που τυγχάνουν ετερόρρυθμοι εταίροι αυτής κατά ποσοστό 15% έκαστος.
Αναφορικά με την πρώτη ανωτέρω αιτίαση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την με αριθμό ...-2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της Δ.
Π. (ενάγουσας) η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... & Σια Ε.Ε.", της οποίας ομόρρυθμος εταίρος τυγχάνει η Π. Κ. (πρώτη εναγομένη), με ποσοστό 10%, τα δε τέκνα της, Π. - Σ. Β. και Α. Β., ετερόρρυθμοι εταίροι, κατά ποσοστό 15% έκαστος, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό 110.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Αιτία της έκδοσης της ως άνω διαταγής πληρωμής ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μισθώματα 55 μηνών, από το Δεκέμβριο του 2010 έως και τον Μάιο του 2015, διώροφου ακινήτου επί της Λεωφόρου Αιγαίου αρ. 52 στην πόλη της Χίου, που η εταιρία "... & Σια Ε.Ε." χρησιμοποιούσε ως καφέ - μπαρ και του οποίου την επικαρπία απέκτησε η ενάγουσα, με δωρεά από τον σύζυγό της, Α.
Π., δυνάμει του με αρ. ...-2015 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χίου, Σ. Κ.
Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι αυτή επιδόθηκε στην καθ' ης ετερόρρυθμη εταιρία, χωρίς η τελευταία να ασκήσει ανακοπή εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. τις με αρ. .../2015 και .../2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου, Π.
Τ.). Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η ομόρρυθμη εταίρος Π. Κ. (πρώτη εναγομένη), άσκησε την με αρ. καταθ. 117/2016 τριτανακοπή της, η οποία είναι απρόθεσμη και προϋποθέτει την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, δυνάμει της με αρ. 87/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου".
Κατόπιν αυτών, η ως άνω αιτίαση ότι δηλαδή η απαίτηση είναι ανύπαρκτη και εικονική και συνεπώς δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί διάρρηξη της επίμαχης γονικής παροχής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα ανωτέρω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο προέρχεται από την υπ' αριθ. 58/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της δανείστριας - ενάγουσας και νυν αναιρεσίβλητης σε βάρος της οφειλέτριας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & Σια Ε.Ε.", της οποίας ομόρρυθμος εταίρος τυγχάνει η Π.
Κ. (πρώτη εναγομένη), με ποσοστό 10%, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με αυτήν, για απαίτησή της πρώτης από μισθώματα, η οποία διαταγή πληρωμής έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω μη άσκησης ανακοπής κατ' αυτής.
Συνεπώς, λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την παραπάνω τελεσίδικη διαταγή πληρωμής αποκλείεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ύπαρξης αλλά και του ύψους της απαίτησης (ΑΠ 1072/2021, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018).
Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η δεύτερη αιτίαση, με την οποία οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση, που έλαβε χώρα με την επίδικη γονική παροχή, δεν συνιστά απαλλοτρίωση και δεν επέφερε βλάβη στην ενάγουσα, καθώς το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με την υπό διάρρηξη δικαιοπραξία δεν διέφυγε από την περιουσία της ετερόρρυθμης εταιρείας "... & ΣΙΑ Ε.Ε", αφού στην εν λόγω δικαιοπραξία συμβλήθηκαν ως παρέχουσα η πρώτη αναιρεσείουσα, που είναι ομόρρυθμη εταίρος της ως άνω εταιρείας και ως αποκτώντες ο δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, που τυγχάνουν ετερόρρυθμοι εταίροι αυτής κατά ποσοστό 15% έκαστος, καθόσον σε βάρος των ετερορρύθμων εταίρων (δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων) δεν υπάρχει δυνατότητα εκτέλεσης της επίμαχης διαταγής πληρωμής, αφού αυτοί, ως ετερόρρυθμοι εταίροι της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε", ευθύνονται περιορισμένα (άρθρα 271 § 1 και 279 του Ν. 4072/2012) και δεν δεσμεύονται από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 58/2015 διαταγής πληρωμής, όπως ο ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρείας, κατά τα άρθρα 329 και 920 του ΚΠολΔ, που εν προκειμένω είναι η πρώτη αναιρεσείουσα.
Επομένως, και η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και συνεπώς, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939 - 941 ΑΚ και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Β. Περαιτέρω, από τα άρθρα 939 έως 942 του ΑΚ συνάγεται επίσης ότι στην καταδολίευση δανειστών η πρόθεση βλάβης εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 559/2023, ΑΠ 52/2022, ΑΠ 1523/2021, ΑΠ 1902/2013). Έτσι, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής από το άρθρο 939 ΑΚ εναντίον ενός από αυτούς η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκειαν να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη ή η περιουσία των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1382/2019).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς για την πλημμέλεια 1 (και όχι 19, όπως ισχυρίζονται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 939 έως 942 του ΚΠολΔ, ιδίως δε του άρθρου 941 του ΚΠολΔ, επειδή το Δικαστήριο, που διέρρηξε την επίδικη γονική παροχή, δεν αξιολόγησε ούτε ανέφερε κάτι σχετικό για την περιουσία του έτερου ομορρύθμου εταίρου Α.
Π., συζύγου της ενάγουσας, η οποία (περιουσία) εξασφαλίζει το χρέος της οφειλέτιδας εταιρείας, αφού και ο ίδιος, ως ομόρρυθμος εταίρος, είναι εις ολόκληρον υπεύθυνος με την πρώτη εναγομένη για τα χρέη της εταιρείας και συνεπώς καμία βλάβη και αφερεγγυότητα δεν προκύπτει από μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος καθόσον, σύμφωνα και με όσα έχουν λεχθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής από το άρθρο 939 ΑΚ εναντίον ενός από αυτούς η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού έκαστος εξ αυτών ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκειαν να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί η ύπαρξη ή η περιουσία των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών.
Επομένως, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ζημίας της ενάγουσας και της πρόθεσης βλάβης της πρώτης αναιρεσείουσας, οι οποίες σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, τις οποίες, κατ' αυτό τον τρόπο, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
VI. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2022 αίτηση των α) Π. Π. Κ., χήρας Ο. Β., β) Π. - Σ. Β. και γ) Α. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης