Supreme Court allows appeal against insurance company's rejection of motorcyclist's liability claim due to lack of license.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an insurance company against a lower court's decision in a liability dispute arising from a motorcycle accident. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the insurer's right to deny coverage based on the driver's lack of a license. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An insurance company's prior acceptance of premiums and immediate filing of claims constitutes a waiver of the right to later invoke a lack of driving license as a defense, requiring the lower court to provide adequate reasoning for such a denial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1885 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1885/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην περιοχή ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Γεωργοτά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από ...2015 και ...2015 αγωγές προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με τις από 29-7-2015 και 2-10-2015 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3218/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1112/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 04-12-2018 (αριθμ. κατάθ. 24/21-01-2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1112/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Επί των από ...2015 και ...2015 και με αριθμούς κατάθεσης ...2015 και ...2015 κύριων αγωγών αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με τις από ...2015 και ...2015 και με αριθμούς κατάθεσης 15705/31-07-2015 και 19007/06-10-2015 παρεμπίπτουσες αγωγές της δεύτερης κυρίως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του πρώτου κυρίως εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3218/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν οι κύριες αγωγές και οι παρεμπίπτουσες αγωγές.
Κατόπιν άσκησης εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1112/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, μεταξύ άλλων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 10-01-2017 και με αριθμό κατάθεσης 94/12-01-2017 έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση και ως προς τα κεφάλαιά της, που αφορούν στις παρεμπίπτουσες αγωγές, διακρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκαν οι παρεμπίπτουσες αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες κατόπιν παραδοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ένστασης του παρεμπιπτόντως εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης των παρεμπιπτουσών αγωγών.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, άρα και στο δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά των ασφαλισμένων προσώπων σε περίπτωση συνδρομής λόγου απαλλαγής του από την ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 35/2022, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 474/2017, ΑΠ 18/2010), το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008). Για τη διαπίστωση αυτή, ήτοι αν έγινε εσφαλμένη (ψευδής) ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν το δικαστήριο της ουσίας που κατέληξε στο πιο πάνω νομικό συμπέρασμα διέλαβε σ' αυτό πανηγυρικά τη φρασεολογία και διατύπωση του νόμου, αλλά αν τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 362/2007).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από τις 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ. 795, τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β' στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, Φ.Ε.Κ. 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6β' παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).
Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης σαφώς προκύπτει, ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί.
Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται, ότι στην α' περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις (ΑΠ 1040/2021, ΑΠ 379/2021, ΑΠ 323/2020, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 628/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε σχέση με τις από ...2015 και ...2015 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ του τελευταίου, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση και ως προς τις ασκηθείσες εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" παρεμπίπτουσες αγωγές κατά του συνεναγομένου της στις από ...2015 και ...2015 και με αριθμό κατάθεσης...2015 και ...2015 κύριες αγωγές αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. ... και με ημερομηνία έκδοσης ...2015 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τη με αυτό καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση η ζημιογόνος με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του παρεμπιπτόντως εναγομένου ήταν ασφαλισμένη κατά το χρονικό διάστημα από ...2015 μέχρι ...2015 για τις προς τρίτους προξενούμενες υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες μέχρι των ποσών των 1.000.000 ευρώ και 1.000.000 ευρώ, αντίστοιχα, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία.
Η ασφάλιση αυτή σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο διέπεται μεταξύ άλλων και από τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους, γενικούς και ειδικούς. Στους γενικούς όρους του προαναφερομένου ασφαλιστηρίου περιλαμβάνεται και ο όρος σύμφωνα με τον οποίο δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση οι ζημίες, που αναφέρονται στο άρθρο 6β του Π.Δ. 237/1986, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.
Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, o οποίος κατά το ένδικο ατύχημα εστερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατήρτισε την προαναφερόμενη σύμβαση στη Θεσσαλονίκη με τον ασφαλιστικό πράκτορα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας (συνεργάτης ... και ΣΙΑ ...). Κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής ζητήθηκε η άδεια κυκλοφορίας του και η άδεια ικανότητας οδήγησης αυτού, ο δε παρεμπιπτόντως εναγόμενος προσκόμισε στον προαναφερόμενο ασφαλιστικό πράκτορα την υπ' αριθμ. ...
άδεια κυκλοφορίας στην οποία αναγράφονταν τόσον τα στοιχεία του παρεμπιπτόντως εναγομένου, όσον και τα τεχνικά στοιχεία της ασφαλιζόμενης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ότι δηλαδή επρόκειτο για δίκυκλο ΔΜ μάρκας ... και κυλινδρισμού 00600, καθώς και την από 13-1-2012 άδεια οδήγησης, που είχε εκδοθεί από την Πολιτεία της ..., κατηγορίας D, η οποία του παρείχε τη δυνατότητα να οδηγεί αυτοκίνητα και δίκυκλα μοτοποδήλατα.
Στην έντυπη πρόταση, που συντάχθηκε με επιμέλεια του ασφαλιστικού πράκτορα ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος φέρεται όχι μόνον ως συμβαλλόμενος, ιδιοκτήτης και λήπτης της ασφάλισης, αλλά και ως ασφαλιζόμενος με την έννοια ότι είναι το πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, επ' αυτής δε σημειώθηκε και η ημερομηνία έκδοσης της προαναφερόμενης αλλοδαπής άδειας οδήγησης χωρίς να γίνεται αναφορά στο αριθμό και την κατηγορία της άδειας αυτής, αλλά και στα στοιχεία κάποιου άλλου οδηγού, o οποίος θα οδηγούσε το ασφαλιζόμενο όχημα πλην του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του (βλ.
προσκομιζόμενη με επίκληση πρόταση ασφάλισης).
Συνεπώς, o ασφαλιστικός πράκτορας της παρεμπιπτόντως ενάγουσας κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης τελούσε σε γνώση της έλλειψης στο πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ασφαλιζόμενου της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που αφορούσε η σύμβαση αυτή και της κατά τα άνω κατοχής εκ μέρους του ασφαλιζομένου προσώπου της ως άνω αλλοδαπής άδειας οδήγησης.
Ενόψει δε του ότι ο ανωτέρω πράκτορας ασφαλίσεων ήταν αντιπρόσωπος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είχε γνώση του ανωτέρω περιστατικού και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία σύμφωνα με το άρθρο 214 ΑΚ. Πέραν τούτου, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα εισέπραξε κανονικά τα ασφάλιστρα και έτσι εκδόθηκε εκ μέρους της αυθημερόν το με αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την περίοδο από ...2015 έως ...2015. Με τη συμπεριφορά της αυτή η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δημιούργησε στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να επικαλεσθεί την έλλειψη της απαιτούμενης από το νόμο άδειας οδήγησης και να του ζητήσει αποζημίωση σε περίπτωση ατυχήματος.
Επομένως, η επίκληση της έλλειψης αυτής στις παραπάνω παρεμπίπτουσες αγωγές και η άσκηση με αυτές του δικαιώματός της να ζητήσει τα ποσά που κατέβαλε και θα καταβάλει στους ενάγοντες των από ...2015 και ...2015 και με αριθμούς κατάθεσης ...2015 και ...2015 (κύριων) αγωγών υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η προβληθείσα εκ μέρους του παρεμπιπτόντως εναγομένου ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ και να απορριφθούν οι ασκηθείσες σε βάρος του παρεμπίπτουσες αγωγές ως αβάσιμες στην ουσία τους.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την προβληθείσα εκ μέρους του παρεμπιπτόντως εναγομένου ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να αξιώσει τα ποσά που κατέβαλε και θα καταβάλει στους ενάγοντες των από ...2015 και ...2015 και με αριθμούς κατάθεσης ...2015 και ...2015 (κύριων) αγωγών δέχθηκε τις ασκηθείσες εναντίον του παρεμπίπτουσες αγωγές έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και οι σχετικοί λόγοι της τρίτης των συνεκδικαζόμενων εφέσεων πρέπει να γίνουν δεκτοί στην ουσία τους".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατ' ουσίαν την από 10-01-2017 και με αριθμό κατάθεσης 94/12-01-2017 έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και ως προς τα κεφάλαιά της, που αφορούν στις παρεμπίπτουσες αγωγές, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε τις από 29-7-2015 και 2-10-2015 παρεμπίπτουσες αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες κατόπιν παραδοχής της ένστασης του άρθρου 281 του ΑΚ του παρεμπιπτόντως εναγομένου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, με εσφαλμένη εφαρμογή της και διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής, εκ μέρους της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας άσκησης του αναγωγικού, έναντι του αναιρεσίβλητου δικαιώματός της, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, και στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η, στηριζόμενη στην ως άνω συμφωνηθείσα εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του αντισυμβαλλομένου της, ιδιοκτήτη και οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσικλέτας και παρεμπιπτόντως εναγομένου με τις ένδικες αγωγές, είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου οι αγωγές αυτές είναι απορριπτέες, κατά παραδοχή της προβαλλόμενης εκ μέρους του ασφαλισμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου σχετικής ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, για το λόγο ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, αν και γνώριζε ότι ο αντισυμβαλλόμενός της στη σύμβαση ασφάλισης εναγόμενος δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσικλέτας, δέχτηκε να προβεί στην κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με αυτόν και εισέπραξε τα ασφάλιστρα.
Εντούτοις, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εκτίθεται, α) αν η κατοχή άδειας οδήγησης από τον αντισυμβαλλόμενο της αναιρεσείουσας αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και δη αν μόνο ο κύριος ή κάτοχος ηδύνατο να οδηγεί τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, β) αν η προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, που δημιουργήθηκε υπό τις προεκτιθέμενες ειδικές συνθήκες, δικαιολογεί τη δημιουργία πεποίθησης στον αναιρεσίβλητο ασφαλισμένο της, ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την είσπραξη των ασφαλίστρων, δεν θα επικαλεστεί τον παραπάνω όρο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, λαμβανομένου υπόψη ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, όχι μόνο δεν επέδειξε αδράνεια, αλλά άσκησε τις αγωγές της άμεσα, καθώς και ότι, σύμφωνα με το νόμο, ασφαλίζεται η ευθύνη από την κυκλοφορία του οχήματος, ανεξάρτητα από το ποιος το οδηγεί, και γ) αν η προηγηθείσα αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες στον αναιρεσίβλητο.
Συνακολούθως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης.
Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτή (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1112/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ