Supreme Court dismisses appeal against enforcement order due to lack of legal basis for debt calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the maritime company's appeal against a second-instance enforcement order. The court found that the debt amount and interest calculations were based on assumptions rather than explicit legal grounds in the original order. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the costs of the other parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576-577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines whether an absent party participated in the appeal hearing; if the opposing party accelerates the hearing, the court must verify if the absent party was legally summoned; if not, the hearing is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1885 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1885/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Εμμανουήλ Γιαννακάκι που ανακάλεσε την από 16/9/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Αγγελική Ζαροκώστα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. χήρας Α. Β., το γένος Π. Κ., 3) Π. Β. του Α., 4) Α. Β. του Α., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Β. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δευκαλίωνα Ρεδιάδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6113/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 522/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/11/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 19-3-2021 κλήση φέρεται προς συζήτηση η από 23-11-2015 (113/8-12-2015) αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, 522/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η συζήτηση της οποίας είχε ματαιωθεί κατά τη δικάσιμο της 20ης-3-2017.
Με την ανωτέρω απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 6113/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τύποις και ουσία δεκτή η από 22-2-2013 (...) ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (19-9-2022), η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ναυτική εταιρεία, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από την 8.490Γ'/17-5-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς Άννας-Μαρίας Αντωνελάκη, την οποία προσκομίζει η καλούσα-αναιρεσείουσα, επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της ανωτέρω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου για εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον αυτού του τμήματος (Α1) του Αρείου Πάγου, την 19η-9-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει, εντεύθεν, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η αίτηση του οφειλέτη από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση τούτου καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων, που επισυνάπτονται στην αίτηση (Α.Π. 1347/2011, Α.Π. 448/2006).
Στην έννοια του δημόσιου εγγράφου περιλαμβάνεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό, η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του ζητούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά του καθ' ου πρόκειται να εκδοθεί αυτή. Έτσι, εκείνος που πέτυχε να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ αυτού, η οποία αναγνωρίζει τη χρηματική απαίτηση και αποτελεί δεδικασμένο στις μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σχέσεις (άρθρο 321, 325 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς την ύπαρξη της διαγνωσθείσας απαίτησης, μπορεί, προκειμένου να αποκτήσει τίτλο εκτελεστό για την αναγνωρισθείσα τελεσιδίκως απαίτησή του, να ζητήσει να εκδοθεί υπέρ αυτού διαταγή πληρωμής, κατά τη διαδικασία των άρθρων 623 επ.
του Κ.Πολ.Δ. Η διαταγή πληρωμής, η οποία, όπως προαναφέρεται, αποτελεί αυτοδύναμο τίτλο εκτελεστό και όχι δικαστική απόφαση, ώστε να παρίσταται ανάγκη πλήρους αιτιολογίας αυτής, αρκεί, κατ' άρθρο 630 του Κ.Πολ.Δ., να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, έστω και συνοπτικά το γενεσιουργό λόγο της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή, απλώς, να εξατομικεύεται και να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά της (Α.Π. 1094/2006).
Επομένως, επί διαταγής πληρωμής, με την οποία ο οφειλέτης διατάσσεται να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό, αρκεί, για την πληρότητά της, να αναφέρεται σ' αυτήν, έστω και συνοπτικά, η βέβαιη και εκκαθαρισμένη, κατ' άρθρο 916 του Κ.Πολ.Δ., απαίτηση, από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γέννησής της και τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ύπαρξη της συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση καθώς και τα έγγραφα που την αποδεικνύουν.
Ο δανειστής, εξάλλου, ενόψει της διαθετικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα, δεν εμποδίζεται να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής για μέρος μόνον της χρηματικής απαίτησης που έχει κατά του οφειλέτη, όπως αυτή αποδεικνύεται από το υπ' αυτού προσκομιζόμενο έγγραφο ή για μέρος μόνον των οφειλόμενων τόκων (Α.Π. 1512/2006).
Εκκαθαρισμένη, εξάλλου, είναι η απαίτηση του τίτλου, αν μπορεί να καθοριστεί κατά ποσό με απλό μαθηματικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως, όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται στον τίτλο ή από το νόμο (Α.Π. 1094/2006).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που πηγάζει από άμεση παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή ότι δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.
Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, Α.Π. 65/2022, Α.Π. 22/2022, Α.Π. 1185/2021, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008). Ιδρύεται, επίσης, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα απέρριψε την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 43/2022, Α.Π. 665/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Επί των από 30-10-1997 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11832/1997) κύριας και 22-12-1997 (αριθμ. εκθ. καταθ. 13910/1997) παρεμπίπτουσας αγωγών της καθ' ης η ανακοπή κατά των ανακοπτόντων εκδόθηκε από το Εφετείο Πειραιώς η, καταστάσα αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 766/2010 απόφαση, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγιναν δεκτές εν μέρει οι ανωτέρω αγωγές και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι (ανακόποντες) οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα (καθ' ης η ανακοπή) το ισότιμο σε ευρώ, κατά την ημέρα πραγματοποιήσεως της πληρωμής, του ποσού 736.136 μονάδων υπολογισμού ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων, όπως προσδιορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της κυρίας αγωγής, όπως και τα δικαστικά έξοδα ποσού 45.000 ευρώ.
Ακολούθως, στις 15-03-2011, καταβλήθηκε εκ μέρους των εναγομένων προς την ενάγουσα το ποσό των 1.696.302,00 ευρώ, το οποίο καταλογίστηκε από αυτήν (ενάγουσα), σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 422 ΑΚ, δηλαδή, πρώτα στα δικαστικά έξοδα, έπειτα στους, κατά τον υπολογισμό της, δεδουλευμένους τόκους και, τέλος, στο κεφάλαιο, όπως τα ποσά των δεδουλευμένων τόκων και του κεφαλαίου είχαν διαμορφωθεί στις 31-01-2013, ημέρα συντάξεως της αιτήσεως (αριθμ.
εκθ. καταθ. 199/01-02-2013), επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω αναφερομένη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αποτέλεσμα να απομένει ανεξόφλητο ποσό 719.399,19 ευρώ. Για την πληρωμή του ως άνω προκύψαντος ποσού ζητήθηκε η έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος του εναγομένων οφειλετών και, πράγματι, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι οφειλέτες να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα δανείστρια το ανωτέρω χρηματικό ποσό (716.399,19 €) και τα δικαστικά έξοδα, ποσού 15.000,00 €. Στην εκδοθείσα, κατά τα ανωτέρω, διαταγή πληρωμής γίνεται μνεία της αιτήσεως, με την οποία ζητήθηκε η έκδοσή της, χωρίς παράθεση του ουσιώδους μέρους του ιστορικού της και του διατακτικού της προαναφερθείσης εφετειακής αποφάσεως, ακολούθως δε με νόμιμο έρεισμα το διατακτικό αυτό υποχρεώνονται οι καθών η αίτηση στην πληρωμή του ανωτέρω χρηματικού ποσού.
Όμως, υπό τα δεδομένα αυτά, στην εν λόγω διαταγή πληρωμής δεν αναφέρεται η αιτία, για την οποία οφείλεται το χρηματικό ποσό, το οποίο υποχρεώνονται να καταβάλουν οι υπόχρεοι και, επιπλέον, παρίσταται άδηλος ο τρόπος, με τον οποίο αυτό (χρηματικό ποσό) προκύπτει. Ειδικότερα, ενόψει της υφισταμένης ασάφειας του διατακτικού της εφετειακής αποφάσεως, η οποία (ασάφεια) προκύπτει από το είδος του αναγνωριζόμενου ως οφειλόμενου ποσού, το οποίο εκφράζεται σε μονάδες υπολογισμού ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΔΤ), όπως προσδιορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το φερόμενο ως οφειλόμενο χρηματικό προκύπτει όχι μόνο από απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, αλλά κυρίως από προηγηθείσες (και μη παρατιθέμενες στη διαταγή πληρωμής) παραδοχές αναφορικά με το χρονικό σημείο υπολογισμού του καθορισμού του ισόποσου σε ευρώ του ανωτέρω ποσού των ΕΔΤ και του ποσοστού υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων, σε συνδυασμό με τον τρόπο καταλογισμού του καταβληθέντος εκ μέρους των καθών η αίτηση χρηματικού ποσού, δεν προκύπτει από το κείμενο της ένδικης διαταγής πληρωμής, ο νόμιμος λόγος ευθύνης για τον οποίο οφείλουν οι καθών η διαταγή πληρωμής να καταβάλουν το διατασσόμενο αλλά μη καταδήλως προκύπτον ποσό χρημάτων στην αιτούσα.
Σημειώνεται ότι αιτία της υποχρεώσεως των καθών η διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να θεωρηθεί η ανωτέρω εφετειακή απόφαση από την οποία, απλώς, προκύπτει το οφειλόμενο καταρχήν ποσό, αλλά όχι το εν τέλει οφειλόμενο ποσό σε κυκλοφορούν νόμισμα (ευρώ), του οποίου (ποσού) ο τρόπος ("μεθοδολογία") υπολογισμού θα συνιστούσε την αιτία της πληρωμής αυτού εκ μέρους των καθών η διαταγή πληρωμής.
Συνεπώς, δικαιολογημένα μεν οι ανακόπτοντες παραπονέθηκαν με την από 22-02-2013 ανακοπή τους για την έκδοση της προσβληθείσης διαταγής πληρωμής και ζήτησαν την ακύρωσή της, ορθώς δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατά παραδοχή των, συμπλεκομένων κατά περιεχόμενο, πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της ανακοπής, δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτή (ανακοπή) και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Βεβαίως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δεν όφειλε, προς ενίσχυση του σκεπτικού του, προχώρησε στη διατύπωση περαιτέρω σκέψεων και στην παράθεση επιχειρημάτων σχετικά με τις προϋποθέσεις που θα έπρεπε να πληρούνται, ώστε να μην υφίστανται πλημμέλειες αναφορικά με την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής.
Όμως, η διατύπωση των σκέψεων αυτών δεν ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση του διατακτικού της αποφάσεως αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και αποτελούν μη αναγκαίο περιεχόμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι αιτιάσεις που με αυτόν αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση είναι, κατά τα ανωτέρω, ανεπέρειστες, ενώ ο δεύτερος λόγος της αυτής εφέσεως που αφορά αιτιάσεις κατά του πλεοναστικώς αναπτυχθέντος σκεπτικού της εκκαλουμένης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή και είχε ακυρωθεί η προσβληθείσα δι' αυτής διαταγή πληρωμής.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα της ως άνω διαταγής πληρωμής. Και τούτο διότι, στο κείμενο της διαταγής πληρωμής δεν αναφέρεται η γενεσιουργός αιτία του διατασσόμενου με αυτή (διαταγή πληρωμής) χρηματικού ποσού των 716.399,19 ευρώ, παρίσταται δε άδηλος ο τρόπος, με τον οποίο αυτό προκύπτει.
Ειδικότερα, ενόψει της υφιστάμενης ασάφειας του διατακτικού της εφετειακής αποφάσεως (766/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς), η οποία (ασάφεια) προκύπτει από το είδος του αναγνωριζομένου ως οφειλόμενου ποσού, το οποίο εκφράζεται σε μονάδες υπολογισμού ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΔΤ), που δεν αποτελούν χρήμα, υπό την αυστηρή έννοια του όρου ούτε νόμισμα, αλλά τοκοφόρα περιουσιακά στοιχεία και χρησιμοποιούνται ως μέσο διευθέτησης χρέους, όπως αυτά προσδιορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το φερόμενο ως οφειλόμενο ποσό προκύπτει, όχι μόνο με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, αλλά, κυρίως, από προηγηθείσες (και μη παρατιθέμενες στη διαταγή πληρωμής) παραδοχές, αναφορικά με το χρονικό σημείο υπολογισμού του καθορισμού του ισοπόσου σε ευρώ του ανωτέρω ποσού των ΕΔΤ και του ποσοστού υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων, σε συνδυασμό με τον τρόπο καταλογισμού του καταβληθέντος εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση χρηματικού ποσού, δεν προκύπτει από το κείμενο της ένδικης διαταγής πληρωμής ο νόμιμος λόγος ευθύνης, για τον οποίο οφείλουν οι καθ' ων (η διαταγή πληρωμής) να καταβάλουν το διατασσόμενο, αλλά μη προδήλως προκύπτον ποσό χρημάτων στην αιτούσα.
Εξάλλου, αιτία της υποχρεώσεως των καθ' ων η διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να θεωρηθεί η ανωτέρω εφετειακή απόφαση, από την οποία, απλώς, προκύπτει το οφειλόμενο, καταρχήν, ποσό, αλλά όχι το εν τέλει οφειλόμενο σε κυκλοφορούν νόμισμα (ευρώ), του οποίου (ποσού), ο τρόπος υπολογισμού θα συνιστούσε την αιτία της πληρωμής αυτού, εκ μέρους των καθ' ων η διαταγή πληρωμής.
Επομένως, ο πρώτος και ο συναφούς περιεχομένου δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι αβάσιμοι. Οι στο δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που συνάπτονται με τον πέμπτο και έκτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων κατά της προσβληθείσας διαταγής πληρωμής αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον οι λόγοι αυτοί δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, λόγω ελλιπών, ασαφών και ενδοιαστικών αιτιολογιών αυτής, τυγχάνει απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται, εφόσον εντοπίζεται εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού, όπως οι ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις, βάσει των παραδοχών της προσβαλλομένης που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-11-2015 (522/8-12-2015) αίτηση της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 522/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ