Legislator Case Law & Legislation
1885/2014 AI generated

1885/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1885/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1885/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το άρθρο 71ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώραν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Keywords

AI generated
dismissal of fraud charges offence committed within a business corporate criminal liability economic offence intellectual forgery deception regarding identity
AI generated
1353/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά - Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
475/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:35006/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
1617/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 479/1996 μη οριστική, 3082/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 737/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 1η Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
380/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
2443/2009
Άρθρα 476 §§1 & 2 ΚΠΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1885 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1885/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALSTOM GRID Hellas Ανώνυμη εταιρία Ηλεκτρολογική Εμπορική και κατασκευαστική εταιρία" πρώην με την επωνυμία "AREVA Hellas ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ", (πρώην με την επωνυμία "ALSTOM HELLAS ΑΕ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ και ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" πρώην με την επωνυμία "GEC ALSTHOM ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΑΕ" και πρώην με την επωνυμία "ΑΕG EΛΛAΣ Βιομηχανία Ηλεκτρικών Κατασκευών ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Π. Δ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πλιάτσικα .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10639/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1754/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος και 3ος λόγοι αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1754/13 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20/5/10 έφεση της 2ης εναγομένης στην πρωτοβάθμια δίκη και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 10639/10 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατά μερική παραδοχή της από 25/1/05 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση, μεταξύ άλλων και της αναιρεσείουσας, να καταβάλει, αλλά και υποχρεώθηκε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, τα αναφερόμενα για καθένα ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση, σε αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, λόγω της ιστορούμενης στην αγωγή τους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, μεταξύ άλλων και της αναιρεσείουσας.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, από το άρθρο 71ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώραν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι:

α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 AK (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, την συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου) και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του.

Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ' άρθρο 71ΑΚ, είτε των προστηθέντων απ' αυτό, κατ' άρθρο 922 AK.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας στην διαπραχθείσα από άλλον άδικη πράξη, η οποία εκτιμώμενη ως συμπεριφορά στον χώρο του αστικού δικαίου συνιστά μορφή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της αναιρεσείουσας (2ης εναγομένης) και της 1ης αναιρεσίβλητης (1ης ενάγουσας) και τις εξ αυτών προκύψασες δικαστικές διενέξεις, στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "....Η πρώτη ενάγουσα στις αντίστοιχες δίκες προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της μεταξύ άλλων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει:1) το υπ' αριθμ. ...

ένταλμα πληρωμής....2) το υπ' αριθμ. ... ένταλμα πληρωμής της ιδίας..... 3) την υπ' αριθμ. ... απόδειξη παράδοσης αξιόγραφων....4) την υπ' αριθμ. ... απόδειξη παράδοσης αξιογράφων....5) το υπ' αριθμ. ... πινάκιο εκχώρησης συναλλαγματικών....Ο πρώτος εφεσίβλητος - εκκαλών - εναγόμενος Ι. Κ. του Κ., ήταν ο υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης, στον οποίο η τελευταία μεταξύ άλλων είχε αναθέσει να εκπροσωπεί την επιχείρηση της στις συναλλακτικές σχέσεις με την πρώτη ενάγουσα.

Κατά τη συζήτηση των δύο παραπάνω αναφερομένων αγωγών με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης στο ακροατήριο του δικαστηρίου ως μάρτυρας εξετάστηκε ο πρώτος εναγόμενος, προς τον οποίο επιδείχθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα και ο τελευταίος αποδέχθηκε, ότι έχει θέσει την υπογραφή του σε αυτά. Περαιτέρω όμως ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην αποτύπωση ή στην διαμόρφωση του περιεχομένου όσων κειμένων εμφανίζονται στα ως άνω έγγραφα.

Από το περιεχόμενο όσων είχαν κατατεθεί εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, προέκυπτε ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα είχαν νοθευτεί, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζονται σε αυτά όσες δηλώσεις του ως άνω διαδίκου ήταν αναγκαίες προκειμένου να τεκμηριωθούν οι προβαλλόμενοι με τις αγωγές και τις ανακοπές ισχυρισμοί της πρώτης ενάγουσας.

Ο πρώτος εναγόμενος κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο επέλεξε να μην υποβάλλει σχετική έγκληση. Αντιθέτως αφού είχαν εκδοθεί σε πρώτο βαθμό οι υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με τις οποίες αντιστοίχως οι υπ' αριθμ. εκθ. κατ. ... και ... αγωγές έγιναν δεκτές ως κατά ένα μέρος βάσιμες από ουσιαστική άποψη, η δεύτερη εναγομένη, η οποία άσκησε εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά των ανωτέρω αποφάσεων, προκειμένου να γίνουν δεκτές οι εφέσεις της....ενεργώντας δια του αρμοδίου οργάνου της με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο εναγόμενο πρώην υπάλληλό της, ο οποίος έπαψε να απασχολείται στην επιχείρηση από το έτος 1994.....να υποβάλλει την από 3-9-1999.... 1999 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

Με την έγκληση του αυτή απέδιδε στον δεύτερο ενάγοντα ότι υπό την ιδιότητα του ως μετόχου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης ενάγουσας ήταν το πρόσωπο που νόθευε τα ανωτέρω έγγραφα θέτοντας ο ίδιος, χωρίς τη συγκατάθεση του, το περιεχόμενο του κειμένου που εμφανίζεται σε καθένα από αυτά. Ειδικότερα σε σχέση με το υπ' αριθμ. ...

πινάκιο εκχώρησης συναλλαγματικών ισχυρίστηκε, ότι σε αυτό, όπως είχε νοθευτεί και χρησιμοποιήθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης που είχε υποβάλει η δεύτερη εναγομένη εναντίον της πρώτης ενάγουσας, ακολούθως σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο ο δεύτερος ενάγων μετέβαλε το έτος παραγγελίας της Δ.

Ι. που εμφανίζεται στο κείμενο κατά τρόπο, ώστε να αναφέρεται 1990 αντί του αρχικώς αναγραφομένου 1991. Εναντίον του δεύτερου ενάγοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης στο δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης ο πρώτος εναγόμενος καταθέτοντας ως μάρτυρας ενώπιον του πταισματοδίκη του IB' τμήματος του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, με την από 21-5-2001 ένορκη εξέταση του επιβεβαίωσε ότι είναι αληθές το περιεχόμενο της έγκλησής του......Μετά ταύτα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ'αριθμ. 16.659/2003 απόφαση του, κήρυξε τον δεύτερο ενάγοντα ένοχο πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών.....Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο δεύτερος ενάγων.

Με την υπ' αριθμ. 2586/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή η έφεση του και ο δεύτερος ενάγων κηρύχθηκε αθώος των ως άνω πράξεων που του αποδόθηκαν με αφορμή την προαναφερθείσα έγκληση του πρώτου εναγόμενου, επειδή αποδείχτηκε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν είχαν νοθευτεί, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και έχοντας την εξουσία προς τούτο είχε συμφωνήσει να αποτυπωθεί από την υπάλληλο του λογιστηρίου της πρώτης ενάγουσας το κείμενο που εμφανίζεται σε καθένα από αυτά και στη συνέχεια έθεσε την υπογραφή του.

Με τα δεδομένα αυτά όπως αποδεικνύεται ο πρώτος εναγόμενος με την έγκληση που έχει υποβάλει και με την ένορκη κατάθεση του που μνημονεύεται παραπάνω εξέθεσε περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε πως δεν ήταν αληθή. Η έγκληση αυτή με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της, αποφασίστηκε από το αρμόδιο όργανο της δεύτερης εναγομένης να υποβληθεί από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της, στον οποίο με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση να την υποβάλει, γνωρίζοντας ότι η έγκληση ήταν ψευδής, αφού η αλήθεια την οποίαν γνώριζαν και οι δυο ήταν τα παραπάνω έγραφα δεν ήταν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους, προκειμένου η δεύτερη εναγομένη να επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι τα έγγραφα αυτά ήταν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους, τα είχε δε πλαστογραφήσει ο δεύτερος ενάγων, ώστε να μην απορριφθούν οι εφέσεις που είχε ασκήσει εναντίον των ανωτέρω υπ' αριθμ. ...

και ... αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στις ως άνω παράνομες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς και της συκοφαντικής δυσφήμησης του δευτέρου ενάγοντος προέβη ο πρώτος εναγόμενος, κατόπιν προτροπής του αρμοδίου οργάνου της δεύτερης εναγομένης, το οποίο με πρόθεση προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να εκτελέσει τις ως άνω άδικες πράξεις που διέπραξε, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στην έγκληση αξιόποινη πράξη, γνωρίζοντας ότι οι ως άνω ένορκες καταθέσεις του ήταν ψευδείς.

Ακόμη, ότι τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα που διέδωσε ο πρώτος εναγόμενος σε βάρος του πρώτου ενάγοντος αφορούσαν το χρονικό διάστημα που αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης. Υποστήριξε δε ότι τα διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και συνεπώς, με τον τρόπο αυτόν θεμελίωσε υποχρέωση αποζημίωσης τους, για την οποία να ευθύνεται ο δεύτερος ενάγων σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο, ήτοι την πρώτη ενάγουσα.

Τα ψευδή αυτά γεγονότα τα ισχυρίστηκε ο πρώτος εναγόμενος, εν γνώσει του ότι ήταν ψευδή, ενώπιον τρίτου όπως των δικαστικών λειτουργών, γραμματέων και πληρεξούσιων δικηγόρων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση, και ότι ήταν δυνατόν να βλάψουν, την τιμή και την υπόληψη του δευτέρου ενάγοντος ως ατόμου και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ενάγουσας, αλλά και της τελευταίας, η οποία έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας της στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης και της φήμης της επιχείρησης της.......Από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, η οποία συνιστά αδικοπραξία, οι ενάγοντες υπέστησαν προσβολή στην προσωπικότητα τους και ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης και του κύρους της, και ο δεύτερος ενάγων ως άτομο, στην τιμή και την υπόληψη του, και εξ αυτής ηθική ζημία προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε στη συνέχεια ευθύνη, μεταξύ άλλων και της αναιρεσείουσας σε αποκατάσταση της προκληθείσας ηθικής βλάβης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, με καταβολή χρηματικής ικανοποίησης.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της αναιρεσείουσας από αδικοπρακτική συμπεριφορά προσώπου αντιπροσωπεύοντος και εκφράζοντος τη βούληση αυτής, με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας στις επίμαχες άδικες πράξεις του Ι. Κ., εφόσον δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, με πρόθεση προκάλεσε στον ως άνω πρώην υπάλληλο της την απόφαση, να υποβάλει την επίμαχη έγκληση, γνωρίζοντας ότι η έγκληση ήταν ψευδής, αφού η αλήθεια την οποία γνώριζαν και οι δύο (αρμόδιο όργανο και αυτουργός) ήταν ότι τα παραπάνω έγραφα δεν ήσαν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους, προκειμένου η δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα) να επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την κατά το περιεχόμενο πλαστότητά τους. Στις εν λόγω αιτιολογίες εμπεριέχεται αυτονοήτως η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε με πρόσωπο-όργανό της, τελούν σε λειτουργική σχέση εκπροσώπησης, διοίκησης και εκφράζοντος τη βούληση αυτής, με αποτέλεσμα η τελευταία να ευθύνεται για τις πράξεις του. Εντεύθεν, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68, 71, 914, 932 ΑΚ, 18 παρ. 1 και 2, 22 ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 46, 224 παρ. 2 και 229 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, οι 1ος και 3ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα1, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσειων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του (ΑΠ 48/13). Στην ένδικη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον 2° λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, λόγω αοριστίας, εφόσον με την αγωγή αποδόθηκε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) που είναι ανώνυμη εταιρεία, αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη σε ηθική αυτουργία της σε πράξεις ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων από τον 1° εvαγόμεvo, χωρίς να ανφέρεται στην αγωγή ποιο φυσικό πρόσωπο ή ποια φυσικά πρόσωπα, τίνος αρμόδιου οργάνου της με πρόθεση προκάλεσε ή προκάλεσαν την απόφαση στον 1° εναγόμενο να τελέσει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τις εν λόγω πράξεις. Όμως, ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος. Τούτο, διότι η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε με την έφεση της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, αλλ' αντιθέτως επικαλέστηκε μόνον ελλείψεις της πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με τα παραπάνω.

Οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, με την από 25/1/05 αγωγή τους, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά, μεταξύ άλλων, των δύο πρώτων εναγομένων (από τους οποίους αναιρεσείουσα είναι η 2η εναγομένη), συνιστάμενη σε ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική τους δυσφήμιση, με αυτουργό τον 1° εναγόμενο και ηθική αυτουργό την 2η εναγομένη, ζήτησαν προς αποκατάσταση της εντεύθεν ηθικής τους βλάβης, να υποχρεωθούν καθένας από τους ως άνω εναγομένους, να καταβάλει ποσό 200.000 ευρώ σε καθένα από τους ενάγοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση, αιτήματα που περιορίστηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη σε μερικώς αναγνωριστικά.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 10639/10 απόφαση του, κατά μερική παραδοχή της ανωτέρω αγωγής, παρά το ότι επρόκειτο για κοινές πράξεις των εν λόγω εναγομένων σε βάρος καθενός από του ενάγοντες, γεγονός θεμελιωτικό ευθύνης εις ολόκληρον των εναγομένων αυτών έναντι καθενός από τους ενάγοντες (άρθρο 926 ΑΚ), αφού στο σκεπτικό του δέχτηκε ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που οφείλει καθένας από τους ως άνω εναγομένους σε καθένα από ενάγοντες ανέρχεται σε 10.000 ευρώ, στη συνέχεια αναγνώρισε ότι καθένας από τους ανωτέρω εναγομένους οφείλει στην 1η ενάγουσα 7.000 ευρώ, στον δε 2° ενάγοντα οφείλει να καταβάλει ο 1ος εναγόμενος 7.000 ευρώ και υποχρέωσε καθένα από τους ενάγοντες αυτούς να καταβάλει στην 1η ενάγουσα 3.000 ευρώ, στον δε 2° ενάγοντα να καταβάλουν ο 1ος εναγόμενος 3.000 ευρώ και η 2η εναγομένη 10.000 ευρώ.

Όμως, αν και το σφάλμα αυτό υπήρχε ήδη στην πρωτόδικη απόφαση, η αναιρεσείουσα δεν το προέβαλε με σχετικό λόγο της από 20/5/10 εφέσεως της, προς μεταρρύθμιση εκ του λόγου τούτου της πρωτόδικης απόφασης, ώστε η προβολή του με τον 4° λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προς στοιχειοθέτηση του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 926 ΑΚ, είναι απαράδεκτη, όπως και ο σχετικός λόγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σημειώνεται, πάντως, ότι το Εφετείο αναφέρθηκε στο ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, όχι με αφορμή λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, αλλά στα πλαίσια έρευνας της αντίθετης έφεσης των εναγόντων, με την οποία είχαν ζητήσει την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού, την οποία απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνεπώς δεν προέβη σε επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης με σχετική διάταξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης, ώστε να τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης και σφάλματος προκύπτοντος από την ίδια την απόφαση.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/9/13 αίτηση της "ALSTROM GRID Hellas ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ Ηλεκτρολογική Εμπορική και Κατασκευαστική Εταιρία", για αναίρεση της 1754/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ