Legislator Case Law & Legislation
1885/2007 AI generated

1885/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1885/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2044/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6068/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2006 αίτησή του και τους από 11/6/2007 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1885/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευση τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Keywords

AI generated
head of government leader of the opposition resignation of the government bankruptcy official managing director supervisory body
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1885 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1885/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2044/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6068/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2006 αίτησή του και τους από 11/6/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 30/8/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΕΚΑΠ-ΟΤΕ), που εγκρίθηκε με τη 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν.301/1968, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β', 568/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΟΤΕ και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του προσωπικού του (άρθρο 1 παρ. 1).

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 7, 8, 9 παρ. 7, 22 και 51 του εν λόγω Κανονισμού, τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του Υποδιευθυντή, ενεργεί το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός σε συνδυασμό με τα τυπικά προσόντα, μετά από έλεγχο όλων αυτών, το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, των φύλλων ποιότητας και των φύλλων προαγωγής του κρινόμενου.

Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων - που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ -ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητα της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ. Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων914 επ.

ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευση τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής, εάν οι επιζήμιες συνέπειες μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν κατά το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.

Τέλος, κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην ανωτέρω πενταετή, παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφότου δηλαδή έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αφού όλες οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράνομη παράλειψη του εργαζομένου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 580/2007, ΑΠ 233/2007, ΑΠ 462/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη "ΟΤΕ ΑΕ" την 24-6-1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος στον κλάδο Τηλεπικοινωνιών Μηχανικών και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Τομεάρχη (ΤΟΜ/Τ-ΤΛ).

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1993, 1994 και 1995 για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντών, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, με τις 2315/4-5-1993 και 2395/28-3-1995 αποφάσεις του προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1993, 1-1-1994 και 1-1-1995 ομοιόβαθμους συναδέλφους του αναιρεσείοντος για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή, ενώ παρέλειψε να προαγάγει αυτόν.

Ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των διαδοχικών παραλείψεων του, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, κατά την ημέρα εκδόσεως των παραπάνω αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή την 4-5-1993 και την 28-3-1995, εφόσον ο ίδιος ενδιαφερόταν για την προαγωγή του και περιλαμβανόταν στους πίνακες των προακτέων, φρόντισε να ενημερωθεί για τις σχετικές αποφάσεις και έτσι έμαθε την παράλειψη του κατά τους παραπάνω χρόνους συνεδριάσεως του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης. Όσα αντίθετα υποστηρίζει, ότι δηλαδή αυτός έλαβε γνώση των παραλείψεων του εντός του έτους 2002, από συναδέλφους του που είχαν ασκήσει σχετικές αγωγές και είχαν ευδοκιμήσει, δηλαδή 9 περίπου έτη από τις αρχικές κρίσεις και 7 περίπου έτη από την τελευταία της 28-3-1995, δεν είναι πειστικά, καθόσον αντίκεινται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, από τα χρονικά αυτά σημεία της γνώσης των αποφάσεων περί μη προαγωγής του (4-5-1993 και 28-3-1995), από τα οποία αρχίζει η παραγραφή της αξιώσεως του προς προαγωγή, μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, η οποία έλαβε χώρα μετά την 21-11-2002 (χρόνος καταθέσεως της αγωγής), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών και επομένως η αξίωση του αναιρεσείοντος προς προαγωγή έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Στην ίδια παραγραφή υπέπεσαν και οι λοιπές αξιώσεις του αναιρεσείοντος για αποζημίωση του, ύψους 15.503 ευρώ, εξαιτίας της παραλείψεως του κατά τις ανωτέρω προαγωγές και της στερήσεως του από το χορηγούμενο στους Υποδιευθυντές επιδόματος ανώτατου προσωπικού από 1-8-1997 έως 1-6-1999 και συνυπολογισμού αυτού (επιδόματος) στις τακτικές αποδοχές του από 2-6-1999 έως 1-6-2001.

Και τούτο διότι, συνεχίζει το Εφετείο, ο αναιρεσείων από την επομένη της κάθε παραλείψεως του έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών, καθόσον έκτοτε στερούνταν, λόγω της παραλείψεως του, τη διαφορά μεταξύ του τότε καταβαλλόμενου σ' αυτόν ως Τομεάρχη επιδόματος και του χορηγούμενου στους Υποδιευθυντές επιδόματος ευθύνης και αποζημιώσεως παραστάσεως.

Έκτοτε, με βάση αυτά, μπορούσε να προβλέψει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα ζημιωνόταν κατά οποιοδήποτε ποσό θα χορηγούσε στους Υποδιευθυντές η αναιρεσίβλητη, είτε ως επίδομα είτε με άλλη μορφή, και το οποίο θα χορηγούνταν σε συνάρτηση πάντοτε με την κατοχή του βαθμού του Υποδιευθυντή. Από τη γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της παραλείψεως του αναιρεσείοντος άρχισε η πενταετής παραγραφή της αξιώσεως του και συνεπώς και της αξιώσεως του για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 1-6-2001, η οποία, κατά το χρόνο γνώσεως των πρώτων επιζήμιων συνεπειών ήταν προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ανεξαρτήτως της δυνατότητας του να προσδιορίσει την έκταση της ζημίας ή τη μορφή της χορηγήσεως.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ένδικη αναγνωριστική αγωγή απερρίφθη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγω παραγραφής όλων των επίμαχων αξιώσεων του αναιρεσείοντος. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και ειδικότερα ως προς το ζήτημα του χρόνου ενάρξεως των κριθεισών αξιώσεων του αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. απορρέοντες πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων καθώς και ο εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-5-2006 αίτηση και τους από 11-6-2007 πρόσθετους λόγους του ..... περί αναιρέσεως της 6068/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ