Supreme Court dismisses appeal on divorce fault grounds, rejecting new evidence as insufficient to overturn lower court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding fault-based divorce damages. The appellant argued that new documents submitted during retrial proved she was not at fault for her ex-husband's misconduct. The court held that these documents failed to create a full judicial conviction sufficient to overturn the lower court's established facts regarding the couple's separation and the appellant's conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 544(7), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the new evidence presented does not create a full judicial conviction capable of overturning the factual findings of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1884 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1884/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπασίμο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3546/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 15/4/2014 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 3995/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα ανέγνωσε την από 19/4/2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 18-12-2015 (1179/21-12-2015) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 3995/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Η ένδικη υπόθεση ακολούθησε τα κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Επί της από 6-7-2007 (7321/2007) αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και του πρώην συζύγου της, Γ. Γ. εκδόθηκε η 113/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ως άνω εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα, λόγω της κοινής σε βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ως αποζημίωση το ποσό των 65.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 8.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 3546/29-6-2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Στη συνέχεια, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 15-4-2014 (6/15-5-2014) αίτηση κατά του αρχικού ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για αναψηλάφηση της ως άνω εφετειακής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 3995/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά το άρθρο 544 αριθμ. 7 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεως της εν λόγω διατάξεως με το ν. 4842/2021, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναψηλάφησης, το εν λόγω έκτακτο ένδικο μέσο επιτρέπεται, αν ο διάδικος, που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα παρακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος, που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο, κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίζει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, έγγραφα, που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναψηλαφήσεως.
Κατ' εξαίρεση, μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλαφήσεως και με τέτοια μεταγενέστερα έγγραφα, όταν, από το περιεχόμενό τους προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης (με την αίτηση αναψηλάφησης) απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, από το έγγραφο αυτό, προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υποθέσεως υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή, μόνον, όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της αποφάσεως και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της.
Για να κριθεί, εξάλλου, εάν το έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό καθώς και ότι ο αιτών επικαλέστηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο.
Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη.
Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι έγγραφα, ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης είναι αυτά, που προκαλούν πλήρη (αποφασιστική) και άμεση απόδειξη και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 544 αρ. 7 του Κ.Πολ.Δ., εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία πηγάζει η καλούμενη αρχή έγγραφης απόδειξης (άρθρα 394 παρ.1 εδαφ.α', 441 παρ. 2 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ.) ή πιθανολόγηση επί των κρίσιμων, κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών. Εξάλλου, ως άμεση χαρακτηρίζεται η απόδειξη, όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεση, όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικώς από την απόδειξη άλλων γεγονότων.
Το ζήτημα, εξάλλου, αν το νέο έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως αναγόμενο σε πραγματικό γεγονός, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, απορρέει από την εκτίμηση αυτού τούτου του περιεχομένου του εγγράφου και, συνακόλουθα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 1176/2017, Α.Π. 721/2014, Α.Π. 474/2011, Α.Π. 1041/2003).
Το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό, το οποίο συνιστά και ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, λόγω της αυτοτέλειας των δύο διαδικασιών (ποινικής και πολιτικής), επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν, με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.
Ειδικά, επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου, που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και, κατ` ανάγκη, σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος, συνακόλουθα δε, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι, διαφορετικά, δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται, αυτόματα, την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem (Ολ.Α.Π. 4/2020).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1439/2022). Κατ` άρθρ. 559 αρ. 1β του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336§4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς εκείνη του με αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που οφείλεται σε παραβίαση δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Α.Π. 1281/2021, Α.Π. 231/2020, Α.Π. 116/2020, Α.Π. 559/2019).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 7 Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.
Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά.
Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021).
Ενόψει των ανωτέρω, προϋπόθεση ιδρύσεως του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (Ολ. Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π.12/1991, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 15/2021).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος τούτου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, έκρινε ότι η 5808α/6253/2013 αμετάκλητη ποινική αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα κακουργήματα δεν συνιστά κρίσιμο έγγραφο, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 544 αριθμ. 7 του Κ.Πολ.Δ., ως μεταγενέστερη της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλάφησης απόφασης, παρότι έχει υψηλό βαθμό αποδεικτικής ισχύος και προστατεύει το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας, ως έχουσας άμεση συνάφεια με την πολιτική δίκη, με ισχύ δεδικασμένου της αποδοθείσας σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... η αναψηλάφηση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα,ως προς τα επικαλούμενα έγγραφα της 5808α/6253/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και της από 11-10-2012 υπεύθυνης δήλωσης, καθόσον δεν συντρέχουν οι από το νόμο τασσόμενες προϋποθέσεις...
Συγκεκριμένα, η σύνταξή τους είναι μεταγενέστερη της συζήτησης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόσθετα, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν επιφέρει άμεση απόδειξη, είναι μόνον προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου...". Οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι οποίες συνιστούν, ορθώς, την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια (και όχι, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει αυτή του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου), λόγω του αμιγώς δικονομικού χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 544 αριθμ. 7 του ίδιου Κώδικα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Και τούτο διότι η αίτηση αναψηλάφησης, η οποία αποτελεί ρωγμή στο απρόσβλητο του ουσιαστικού δεδικασμένου, επιτρέπεται μόνον, εφόσον συντρέχουν οι υπό του άρθρου 544 του Κ.Πολ.Δ.
περιοριστικώς αναφερόμενοι λόγοι και δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή άλλων.
Συνεπώς, η ως άνω αμετάκλητη ποινική αθωωτική για την αναιρεσείουσα απόφαση δεν συγχωρεί την αναψηλάφηση της δι' αυτής προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι (η αμετάκλητη ποινική αθωωτική απόφαση) δεν αποτελεί "νέο" έγγραφο, κατά τη διάταξη του αριθμού 7 του άρθρου 544 του Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από την αποδεικτική βαρύτητά της, αφού εξεδόθη μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επισημαίνεται, εξάλλου, πλέον των ανωτέρω, ότι η αμετάκλητη ποινική αθωωτική απόφαση αποτελεί μεν ισχυρό δικαστικό τεκμήριο, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το πολιτικό δικαστήριο -εφόσον ήθελε προσκομιστεί μετ' επικλήσεως παραδεκτώς στην αστική δίκη- και να αιτιολογείται η αντίθετη κρίση του, δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, η οποία, όμως, δεν θεμελιώνεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι πλήττεται η απορριπτική, ως νόμω αβασίμου της αίτησης αναψηλάφησης, διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, ως προς το δεύτερο σκέλος τυγχάνει απαράδεκτος. Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος τούτου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β'του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση της αναιρεσείουσας και του πρώην συζύγου της - αρχικώς συνεναγομένου της, Γ.
Γ., δεν διασπάστηκε το μήνα Οκτώβριο 2004, ότι, κατά τον επίδικο χρόνο (πρώτο εξάμηνο του 2006), είχαν κοινό βίο και ότι αυτή (αναιρεσείουσα) συνέδραμε στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του προαναφερόμενου τότε συζύγου της σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ενώ, από τα νέα κρίσιμα έγγραφα, που αυτή (αιτούσα την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσείουσα) προσκόμισε και επικαλέστηκε, αποδεικνύεται ότι, τον Οκτώβριο 2004, διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των ανωτέρω, λόγω των πολλαπλών, παράλληλων εξωσυζυγικών σχέσεων του Γ.
Γ., κατά το δε το χρονικό διάστημα 2005-2006, αυτός διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με αλλοδαπή, με την οποία συμβιούσε, καταβάλλοντάς της μεγάλα χρηματικά ποσά καθώς τα μισθώματα της κοινής οικίας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον επίδικο κανόνα δικαίου, δηλαδή, της συνδρομής της αναιρεσείουσας στην εκ μέρους του πρώην συζύγου της τέλεση απάτης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθώς ουδόλως εκτίθεται ποιο είναι το δίδαγμα της κοινής πείρας, που δεν εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση και, σε κάθε περίπτωση, καθόσον οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνος δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν, αλλά στη διάγνωση της ορθής, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, διάγνωση των πραγματικών περιστατικών που συνδέονται με την απόδειξη της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητάς της.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (δεύτερου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι τα νέα έγγραφα, που αναφέρονται στην αίτηση αναψηλάφησης δεν είναι κρίσιμα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο κεφάλαιο αυτής, δέχθηκε τα εξής: "Με την υπ' αρ. 113/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αιτούσα καθώς και ο συνεναγόμενος και πρώην σύζυγός της Γ.
Γ. υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον καθού η αίτηση το ποσό των 73.000 ευρώ..., λόγω της από κοινού αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους σε βάρος του, από τον οποίο απέσπασαν δολίως το ποσόν των 65.000 ευρώ, δήθεν προς αγορά ακινήτων σε τιμή ευκαιρίας. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα με την από 18-2-2011 έφεσή της, με την οποία αρνήθηκε οποιαδήποτε από κοινού δράση της με το Γ.
Γ., προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η έγγαμη συμβίωσή τους είχε διασπαστεί ήδη από το έτος 2004 και τελικά ο γάμος του λύθηκε με διαζύγιο το έτος 2007 και ότι ούτε συμβιούσαν ούτε ενεργούσαν από κοινού. Το Εφετείο, με την υπ' αρ. 3546/2012 απόφασή του, απέρριψε την έφεση, δεχόμενο ότι η έγγαμη συμβίωσή τους δεν είχε διασπαστεί τον επίδικο χρόνο...
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι τα δύο αυτά πρόσωπα συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την σε βάρος του καθού απάτη..., χωρίς η από κοινού δράση τους να αναιρείται από το γεγονός ότι αιτούσα και Γ. Γ.ς υπέβαλαν αίτηση συναινετικού διαζυγίου στις 10-11-2006, δηλαδή ένα μήνα περίπου αφότου ο καθού αντελήφθη τη σε βάρος του απάτη και αναζήτησε τα χρήματά του ούτε από το γεγονός ότι η απόφαση περί συναινετικού διαζυγίου τους εκδόθηκε τον Ιούνιο 2007, ούτε από ότι ο Γ.
Γ.ς αναγνώρισε ως γνήσιο τέκνο του το γεννηθέν στις 14-12-2006 θήλυ τέκνο της ... υπηκόου Ι. Σ., καθόσον η επικαλούμενη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς τους και η σύναψη εξωσυζυγικής σχέσεως του Γ. Γ. με άλλη γυναίκα, δεν σημαίνει αναγκαίως ότι αυτοί δεν μπορούσαν να συναποφασίσουν και συνεκτελέσουν τις άδικες πράξεις που αναφέρθηκαν.
Ούτε προδήλως η έγγαμη σχέση τους αυτή καθεαυτή σχετίζεται με τη συναυτουργία τους. Περαιτέρω, ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλ. τον Απρίλιο 2006, δεν είχε διασπαστεί η έγγαμη συμβίωση και τα πρόσωπα αυτά συμβίωναν αρμονικά με τον ανήλικο τέκνο τους, τουλάχιστον από το έτος 2000, στην οικογενειακή στέγη...
Εκεί δήλωσαν και οι δύο ως κατοικία τους και εκεί συντάχθηκε το υπ' αρ. ... συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Τρέζου-Διαμαντοπούλου, δωρητή το Γ. Γ. και δωρεοδόχο την αιτούσα. Εκεί δε δήλωσε ως κατοικία του ο Γ. Γ.ς ως αποδέκτης των από 5-10-2006 συναλλαγματικών, εκδόσεως του καθού. Κάτοικος στην ίδια διεύθυνση αναφέρεται στην υπ' αρ. ...
κατασχετήρια έκθεση ακινήτου στη ..., ενώ στις 24-3-2010 απολογούμενος ενώπιον του 27ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, δήλωσε ότι κατοικεί διαζευκτικά στον ... ... ή στη Λεωφόρο ... στην .... Οι ανωτέρω παραδοχές δεν ανατρέπονται από τα προσκομισθέντα από την αιτούσα 'νέα κρίσιμα έγγραφα'..., ήτοι Α) τον υπ' αρ. ... λογαριασμό καταθέσεως της ...
στην ..., περιόδου 1-1-2006 μέχρι 25-10-2006 με συνολικές καταθέσεις από το Γ. Γ. προς αυτήν 41.938 ευρώ, Β) τα από 11-7-2005, 4-10-2005, 3-11-2005 γραμμάτια είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας, που αναφέρονται οι καταθέσεις του Γ. Γ. υπέρ ..., σημαντικών ποσών, αντιστοίχως, 3.600 Ε, 5.500 Ε, 2.500 Ε, Γ) τα από 18-11-2005 και 10-2-2006 γραμμάτια καταθέσεως του Γ.
Γ. στη ..., ως ενοίκιο στον ιδιοκτήτη του ακινήτου στο Παλαιό Φάληρο, Δ) αντίγραφο διαβατηρίου της ..., με θεώρηση (visa) της Μολδαβίας για τον Γ. Γ. για παραμονή του στη Μολδαβία από 21-4-2005 έως 20-5-2005, Ε) το από 14-4-2005 γραμμάτιο αποστολής ... του Γ. Γ. στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ... με δικαιούχο τον πατέρα της ....
Τούτο δε, καθόσον η καταβολή δύο ενοικίων από τον Γ. Γ., χωρίς να προκύπτει ποιος είναι ο μισθωτής, οι καταθέσεις ποσών από 11-7-2005 μέχρι 25-10-2006 σε λογαριασμό με δικαιούχο την ... ή τον πατέρα αυτής και η μετάβαση μαζί της στη Μολδαβία, δεν συνεπάγεται αποκλειστικά την ταυτόχρονη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως αιτούσας και Γ.
Γ. και την πλήρη αποξένωσή τους. Η προσκόμιση δε των ανωτέρω εγγράφων στη δίκη, δεν θα οδηγούσε το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση ως προς το γεγονός της κοινής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αιτούσας και Γ. Γ., αφού οι καταβολές ποσών σε λογαριασμό της δικαιούχο την ... ή τον πατέρα της, ένα ταξίδι μαζί της στη Μολδαβία και δύο καταβολές ενοικίου μιας κατοικίας δεν οδηγούν υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση της αιτούσας με αυτόν και επήλθε αποξένωση, χωρίς οποιαδήποτε μεταξύ τους επαφή, ούτε ανετράπησαν οι παραδοχές περί επικοινωνίας της αιτούσας με τον καθού, μετά τις καταβολές των χρημάτων στον Γ.
Γ., που τον διαβεβαίωνε για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων αυτών.
Συνεπώς, τα νέα έγγραφα δεν είναι κρίσιμα, από αυτά δεν προκύπτει αμέσως και πλήρως ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός που είχε προβάλει η αιτούσα στην ήδη διεξαχθείσα δίκη περί διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεώς της και πλήρους απομάκρυνσης αυτής από τον Γ. Γ. ούτε θα μπορούσε να είχε εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ της αιτούσας, αν τα έγγραφα αυτά είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι τα προαναφερθέντα "νέα έγγραφα", που προσκομίστηκαν από την αιτούσα την αναψηλάφηση της 3546/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ήδη αναιρεσείουσα, δεν είναι "κρίσιμα", κατά την έννοια που προσδίδεται από τη διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 7 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι, δηλαδή, ικανά να παράξουν πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με τον υπ' αυτής προβληθέντα ισχυρισμό περί της μη υπαίτιας συνδρομής της στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του Γ.
Γ.. Συγκεκριμένα, όπως προεκτίθεται, το ως άνω Δικαστήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, παραθέτει αναλυτικά τις αποδείξεις, τις οποίες δέχθηκε και αξιολόγησε το Εφετείο, με την 3546/2012 απόφασή του (της οποίας ζητείται η αναψηλάφηση), καθώς και τα νέα έγγραφα, που επικαλέστηκε η αιτούσα την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσείουσα και συνήγαγε ότι τα τελευταία δεν οδηγούν αποφασιστικά στο συμπέρασμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο (πρώτο εξάμηνο 2006), μεταξύ αυτής και του πρώην συζύγου της, Γ.
Γ. είχε επέλθει η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, λαμβανομένου υπόψη ότι το συναινετικό διαζύγιό τους εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2007, πολλώ δε μάλλον, πλήρης αποξένωση και απομάκρυνση, χωρίς οποιαδήποτε μεταξύ τους επαφή ή επικοινωνία ούτε ανατρέπουν τα, κατά την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν στην επικοινωνία της ήδη αναιρεσείουσας με τον αναιρεσίβλητο, ακόμη και μετά την εκ μέρους του καταβολή των χρημάτων στο Γ.
Γ. και, συνακόλουθα, δεν είναι ικανά, εφόσον ήθελαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, να οδηγήσουν, με βεβαιότητα, σε διαφορετική δικαστική κρίση σχετικά με την υπαιτιότητα της ήδη αναιρεσείουσας, να ανατρέψουν, δηλαδή, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλάφησης απόφασης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, ως προς το δεύτερο σκέλος του, τυγχάνει αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει ν' απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-12-2015 (1179/21-12-2015) αίτηση της Σ. Κ. του Κ. για αναίρεση της 3995/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ