1884/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1884/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκδοθείσα αρχικώς υπ' αριθμ. 6712/1995 προδικαστική απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση της εμπορικής αντιπροσωπείας για τις θετικές ζημίες, ενώ κατά τα λοιπά διέταξε αποδείξεις, μετά τη διεξαγωγή των οποίων δέχθηκε εν μέρει με την υπ' αριθμ. 8425/2000 απόφασή του την αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 29.193.931 δραχμών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1884 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1884/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Σ. Ανώνυμος Εταιρία Εμπορίας Αυτοκινήτων-Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Αποστολόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MERCEDES-BENZ ΕΛΛΑΣ ΑΕΕ" η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Carsten Niemer, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6712/1995 μη οριστική, 8425/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5377/2002 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 390/2004 απόφαση του Αρείου Παγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την 2597/2007 απόφαση του και κατόπιν ασκήσεως έφεσης, εκδόθηκε η 3892/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 19-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της εξέθεσε ότι, δυνάμει συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπείας που συνήψε με την εναγομένη, ανέλαβε να διαμεσολαβεί επί προμηθεία, ως εμπορική αντιπρόσωπος, στην πώληση αυτοκινήτων (τύπου MERCEDES και ανταλλακτικών, επί πλέον δε ανέλαβε την υποχρέωση δημιουργίας εκθέσεως πωλήσεως αυτοκινήτων και συνεργείου επισκευής αυτών, μέχρι την 5-1-1993 και κατά παράταση, χορηγηθείσα από την εναγομένη, μέχρι την 5-5-1993 και ότι η τελευταία, με εξώδικη καταγγελία της, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν (ενάγουσα) την 24-5-1993, κατήγγειλε την μεταξύ των σύμβαση αντιπροσωπείας, επικαλουμένη παράβαση εκ μέρους της των συμβατικών όρων, και συγκεκριμένα καθυστέρηση στην ίδρυση και λειτουργία της εκθέσεως πωλήσεως και του συνεργείου επισκευής των αυτοκινήτων.
Ισχυριζομένη δ' ακολούθως, ότι η ως άνω καταγγελία είναι παράνομη και καταχρηστική, εζήτησε, εκτός των άλλων (που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκειμένης δίκης), να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για την αποκατάσταση των θετικών, συνεπεία της καταγγελίας, ζημιών της, που περιγράφονται αναλυτικώς στην αγωγή, τα αναλογούντα εις εκάστην χρηματικά ποσά και συνολικώς το ποσό των 242.907.140 δραχμών που αντιστοιχεί σε 712.860,22 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκδοθείσα αρχικώς υπ' αριθμ. 6712/1995 προδικαστική απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση της εμπορικής αντιπροσωπείας για τις θετικές ζημίες, ενώ κατά τα λοιπά διέταξε αποδείξεις, μετά τη διεξαγωγή των οποίων δέχθηκε εν μέρει με την υπ' αριθμ. 8425/2000 απόφασή του την αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 29.193.931 δραχμών.
Κατόπιν εφέσεων των διαδίκων εξεδόθη η υπ' αριθμ. 5377/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατόπιν αναιρέσεως της εναγούσης εξεδόθη η υπ' αριθμ. 390/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως προς τα κονδύλια της θετικής ζημίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Το εν λόγω δικαστήριο, κατόπιν της μετ' αναίρεση γενομένης συζητήσεως της ενδίκου αγωγής, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2597/2007 απόφασή του , με την οποία απέρριψε (κατά το παραπεμφθέν μέρος της) την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, το δε Εφετείο, ενώπιον του οποίου ήχθη κατόπιν εφέσεως της εναγούσης η υπόθεση, απέρριψε με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η απόφαση αυτή του Εφετείου πλήττεται ήδη με την κρινομένη αίτηση και με τον μοναδικό λόγο αυτής εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. , όπως αναλύεται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, από τα άρθρα 91 του ΕμπΝ και 3 ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι, ελλείψει ειδικής στο νόμο ρυθμίσεως, επί της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας έχουν εφαρμογή τα άρθρα 722 και 724 Α.Κ, που ρυθμίζουν τη σύμβαση της εντολής. Κατά το πρώτο τούτων "ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο ο,τιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής", ενώ στο πρώτο εδάφιο του δευτέρου άρθρου ορίζεται ότι "ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε".
Το δικαίωμα του εντολέως προς ανάκληση της εντολής δικαιολογείται από την εμπιστοσύνη που συνδέει τους συμβαλλομένους και ασκείται ελευθέρως μεν, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ. Λόγω όμως της φύσεως της συμβάσεως εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης, η ανάκλησή της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή.
Η εν λόγω αξίωση αποζημιώσεως είναι διαφορετική από την κατά το άρθρο 722 Α.Κ. αξίωση του εντολοδόχου προς απόδοση των δαπανών, αφού η μεν πρώτη ανάγει τη γενεσιουργό της αιτία στην καταχρηστική λύση της συμβάσεως, η δε άλλη στην κανονική εκτέλεση αυτής (Α.Π.390/2004). Ασκείται δε καταχρηστικώς το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εντολής και, συνακολούθως, εκείνης της εμπορικής αντιπροσωπείας, όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή η πραγματική κατάσταση και οι περιστάσεις που διεμορφώθησαν κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενεστέρα άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η εντεύθεν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Ειδικότερα, το δικαίωμα του αντιπροσωπευομένου να προβεί σε λύση με καταγγελία της αορίστου διαρκείας συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, δεν ασκείται καταχρηστικώς, όταν η καταγγελία αυτή εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του (σχετ.
Ολ.Α.Π. 12/2004 , Α.Π.841/2010 , 855/2009, 895/2004). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικώς στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
Α.Π. 13/1995). Δεν υπάρχει δε έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμά του και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π.378/2011, 656/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: " Η εναγομένη...είναι γενική αντιπρόσωπος και διανομέας στην Ελλάδα των προϊόντων της κατασκευάστριας αυτοκινήτων γερμανικής εταιρείας... "MERCEDES - BENZ ΑΕ".
Μεταξύ αυτής και της ενάγουσας συνήφθη στις 17-5-1990 στην Αθήνα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε έναντι προμηθείας να αντιπροσωπεύει χωρίς αποκλειστικότητα στο νομό Αττικής την ως άνω αλλοδαπή κατασκευάστρια εταιρεία. Μεταξύ των άλλων όρων της συμβάσεως, συμφωνήθηκε και ότι η ενάγουσα "...θα θέσει σε πλήρη λειτουργία και σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Μ.Β.Η. (εναγομένης):
α) αίθουσα εκθέσεως πωλήσεως οχημάτων, β) κατάστημα πωλήσεως ανταλλακτικών και γ) συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων. Οι εγκαταστάσεις αυτές θα ανεγερθούν... (ο τόπος θα καθορισθεί μέσα στο 1990). Η άδεια οικοδομήσεως των ανωτέρω εγκαταστάσεων θα έχει εκδοθεί μέχρι την 31-10-1991. Η έναρξη των εργασιών οικοδομήσεως μέχρι την 31-10-1991.
Η αίθουσα εκθέσεως πωλήσεων μέχρι την 17-7-1990. Το κατάστημα πωλήσεως ανταλλακτικών (με αποθήκη) θα λειτουργήσουν το αργότερο μέχρι την 5-1-1993 και το συνεργείο μέχρι την 5-1-1993 ...Η άσκηση της επιχειρήσεως του αντιπροσώπου μέχρι την εκτέλεση των περιγραφομένων σταδίων ... θα γίνεται στην Αθήνα, ...." Η σύμβαση ορίστηκε ως αορίστου χρόνου, με δικαίωμα καταγγελίας καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη με 12μηνη προθεσμία (άρθρο 15 παρ.1), ενώ στο άρθρο 15 παρ.2 προεβλέφθη δικαίωμα καταγγελίας χωρίς τήρηση προθεσμίας σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου.
Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι, "οποιαδήποτε παράβαση των όρων που περιέχονται στα παραρτήματα υπό στοιχ. Α-Ε ...θεμελιώνει καταγγελία της συμβάσεως με τη διαδικασία της παρ.2" ... Αποδείχθηκε επίσης ότι με προφορική συμφωνία η εναγομένη είχε θέσει ως θέμα προτεραιότητας στην ενάγουσα τη δημιουργία συνεργείου και εκθέσεως πωλήσεως ανταλλακτικών για τα αυτοκίνητά της, σε σχέση με την έκθεση πωλήσεως αυτών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, θα λειτουργούσε προσωρινά επί της …, ενώ είχε καθορίσει συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής και είχε αναθέσει στην ενάγουσα την εντός αυτών εξεύρεση κτιρίου ή οικοπέδου, έτσι ώστε το δίκτυο εξυπηρέτησης των πελατών της να είναι ομοιόμορφα κατανεμημένο στο νομό Αττικής, ανάλογα και με τις εγκαταστάσεις των άλλων αντιπροσώπων της.
Η εναγομένη θα έπρεπε να εγκρίνει τις εγκαταστάσεις του συνεργείου και της εκθέσεως ανταλλακτικών, με βασικό κριτήριο (ως εκ της ποιότητας των προϊόντων της) τη διατήρηση του κύρους του ονόματός της και της καλής φήμης της στο καταναλωτικό κοινό. Η νέα έκθεση πωλήσεως αυτοκινήτων συμφωνήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, θα στεγαζόταν σε νέο κτίριο που θα ανήγειρε η ενάγουσα επί της ….
Κατά τη διάρκεια του έτους 1990, εντός του οποίου η ενάγουσα θα έπρεπε να αναζητήσει και επιλέξει τον τόπο εγκατάστασης του συνεργείου και της έκθεσης ανταλλακτικών, δεν προέβη σε καμία συγκεκριμένη πρόταση προς την εναγομένη... Τελικά, στις 22-5-1992 και με σχετικό φαξ η ενάγουσα ανακοίνωσε στην εναγομένη ότι διατίθεται κτίριο επί της …, το οποίο, μετά από άμεση επίσκεψη των αρμοδίων υπαλλήλων και οργάνων της, ενέκρινε η εναγομένη...ενώ την κάλεσε να το μισθώσει και να προβεί στις απαιτούμενες κατασκευαστικές αλλαγές και διαρρυθμίσεις.
Δύο μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 16-7-1992 η ενάγουσα μίσθωσε το εν λόγω κτίριο από την εταιρεία "Σίδηρο ΑΕ" και άρχισε τις εργασίες διαμόρφωσής του, γεγονός που ικανοποίησε τους υπευθύνους της εναγομένης, οι οποίοι και ζήτησαν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα των εργασιών ...Παρά δε το γεγονός ότι συμφωνηθείσα ημερομηνία λειτουργίας του συνεργείου και της εκθέσεως ανταλλακτικών και οχημάτων ήταν η 5-1-1993, η πρόοδος των εργασιών διαμόρφωσης του συνεργείου και ανέγερσης της εκθέσεως πωλήσεων ήταν απογοητευτική.
Η εναγομένη με συνεχείς επιστολές της προς την ενάγουσα κατά το δίμηνο Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1992 εξέφραζε την ανησυχία της για τη βραδύτητα της προόδου των εργασιών κα την έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού αυτών..., χωρίς να τύχει έγγραφης απάντησης από την ενάγουσα. Παρά ταύτα, με την από 26-11-1992 επιστολή της παρέτεινε την σχετική προθεσμία μέχρι 30-4-1993, επισημαίνοντας παράλληλα ότι αν δεν λειτουργήσουν συνεργείο και έκθεση θα καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση.
Με την από 11-2-1993 επιστολή της, η ενάγουσα δήλωσε στην εναγομένη ότι το μεν συνεργείο θα λειτουργήσει σε 1-2 μήνες, η δε έκθεση ανταλλακτικών σε 4-6 μήνες, ενώ δεν είχε ληφθεί οριστική απόφαση για την έκθεση πωλήσεων επί της …. Η εναγομένη εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της με τις από 16 και 31-3-1993 επιστολές της προς την ενάγουσα, για το γεγονός ότι τα σχέδια της οικοδομής επί της … δεν είχαν υπογραφές από υπεύθυνο μηχανικό και δεν είχαν υποβληθεί ακόμη στην Πολεοδομία προς έγκριση.
Η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη τα σχέδια της οικοδομής και της δήλωσε ότι η κατασκευή εκθέσεως επί της … θα δρομολογηθεί μετά την πλήρη αποπεράτωση των εργασιών του συνεργείου. Τα ως άνω περιστατικά προκύπτουν από την αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων εταιρειών. Αποδείχθηκε ακόμη ότι υπήρξε συνάντηση μεταξύ τους στις 13-5-1993 με θέμα τη σχέση συνεργασίας αυτών.
Όπως προκύπτει από το τηρηθέν σχετικό πρωτόκολλο συζητήσεως, κατ' αυτήν ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης Η.D. S., επέμεινε στο θέμα της, παρά τη δοθείσα παράταση, καθυστέρησης αποπεράτωσης του συνεργείου και στο γεγονός της μη έκδοσης αδείας λειτουργίας αυτού και κατέληξε ότι δεν είναι πλέον εφικτή η μεταξύ τους συνεργασία λόγω διαφοράς φιλοσοφίας, προέτεινε δε την καταγγελία της συμβάσεως με 12μηνη προειδοποίηση και τη δυνατότητα διαπραγματεύσεων για νέα συνεργασία με νέους όρους.
Ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Μ. Σ. απάντησε ότι δεν επιθυμεί 12μηνη προειδοποίηση και νέες διαπραγματεύσεις και ότι ο ίδιος θεωρεί τη λύση της άμεσης καταγγελίας της συμβάσεως πιο "απροβλημάτιστη". Ανεβλήθη η λήψη αποφάσεως για την 17-5-1993, συνάντηση κατά την οποία... οι εκπρόσωποι της εναγομένης Ν. Β. και Η.D.
S. εκδήλωσαν έντονη δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι ο χώρος του εργοταξίου του συνεργείου παραμένει σφραγισμένος από τις αστυνομικές αρχές, λόγω ελλείψεως αδείας εργασιών και λειτουργίας αυτού και πρότειναν τη βελτίωση του τρόπου λειτουργίας της ενάγουσας, ώστε να μπορούν να διαπραγματευτούν οι διάδικοι σε νέα βάση τη συμφωνία τους και την πιθανή πώληση του συνεργείου σε άλλο αντιπρόσωπο της εναγομένης.
Αντιθέτως ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Μ. Σ. δήλωσε ότι επιθυμεί νέα αναβολή, ώστε κατά τη νέα συνάντηση να συζητηθούν οι δυνατότητες των προτεινόμενων λύσεων για την καταγγελία της συμβάσεως. Μετά απ' αυτά, στις 21-5-1993, η ενάγουσα απέστειλε προς την εναγομένη επιστολή, στην οποία τη διαβεβαίωνε ότι το συνεργείο και έκθεση θα λειτουργήσει το αργότερο μέχρι 15-6-1993, η δε έκθεση πωλήσεων επί της … θα είναι έτοιμη μέχρι 31-12-1993.
Την ίδια αυτή ημέρα (21-5-1993) η εναγομένη απέστειλε επιστολή προς την ενάγουσα με την οποία κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν αποδείχθηκε ότι ήταν καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της επιδίκου συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η ίδια παραβίασε όρους της συμβάσεως αυτής.
Συγκεκριμένα: α) εντός του έτους 1990 αδράνησε να ανεύρει, όπως είχε συμφωνηθεί, τόπο για την εγκατάσταση του συνεργείου και της έκθεσης ανταλλακτικών, β) μέχρι την επιλογή του επί της … κτιρίου, οι προηγούμενες επιλογές της ήταν άστοχες, μη πληρούσες τις απαιτούμενες προδιαγραφές ή ευρισκόμενες εκτός περιοχής αρμοδιότητας της.
γ) Η επιλογή του επί της … κτιρίου έγινε δύο έτη μετά την υπογραφή της από 17-5-1990 σύμβασης αντιπροσωπείας, ενώ και... η μίσθωση αυτού καθυστέρησε επί δύο μήνες μετά την έγκρισή του από την εναγομένη, δ) παρά το γεγονός ότι η τελευταία, σε ένδειξη καλής θέλησης, παρέτεινε όπως προαναφέρθηκε την προθεσμία παράδοσης του συνεργείου, η ενάγουσα και πάλι επέδειξε ασυνέπεια, αδρανώντας και αδιαφορώντας να ολοκληρώσει τις εργασίες διαμόρφωσής του, χωρίς να προκύπτει ότι οι καθυστερήσεις οφείλονται σε ενέργειες ή παραλείψεις του μηχανικού Χ.
Ν., ο οποίος ενεργούσε ως "εκπρόσωπος" ή προστηθείς της εναγομένης κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως μηχανικού, όπως αβάσιμα, ισχυρίζεται η ενάγουσα, η οποία, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της καθυστέρησης, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σχετικά ή προέβαλε τέτοιους ισχυρισμούς προς την εναγομένη, απαντώντας στις συνεχείς οχλήσεις αυτής και πιέσεις της, για επίσπευση των εργασιών, ώστε να ολοκληρωθούν εντός των προθεσμιών που είχαν (αρχικά ή μετά παράταση) οριστεί.
Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη (σημ. προφανώς νοείται η ενάγουσα) δεν μερίμνησε για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών για τις οικοδομικές εργασίες και τη λειτουργία του συνεργείου, αφού τα σχέδια σχετικά με τις απαιτούμενες εργασίες δεν είχαν την έγκριση και την υπογραφή μηχανικού, ενώ δεν είχε συντάξει και υποβάλει στην εναγομένη συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και προϋπολογισμό του έργου.
Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σχετικές αιτήσεις για την έκδοση των ως άνω αδειών υποβλήθηκαν μετά την καταγγελία της σύμβασης τελικά από την ενάγουσα, για να εκδοθούν οι σχετικές άδειες εντός του Ιουνίου 1993. ε) Επίσης η ενάγουσα μετέθεσε για το μέλλον τη δημιουργία νέας έκθεσης πωλήσεων, η οποία, κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να είναι έτοιμη για λειτουργία εντός της ορισθείσης τριετίας.
Η επιφυλακτικότητα της εναγομένης ως προς την έγκριση του τόπου εγκατάστασης του συνεργείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη, αφού αυτή ως γενική αντιπρόσωπος και διανομέας αξιόπιστων προϊόντων ευλόγως, κατά τα συναλλακτικά ήθη, χρησιμοποιεί τα δικά της κριτήρια καταλληλότητας, ώστε να διαφυλάξει το κύρος και την αξιοπιστία της, να βελτιώσει το σύστημα διανομής και προώθησης των προϊόντων της και να ενισχύσει τη θέση της έναντι των ανταγωνιστικών της εταιρειών, χωρίς παράλληλα να δημιουργήσει πρόβλημα στο δίκτυο των εμπορικών της αντιπροσώπων.
Άλλωστε η καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης δεν ήταν αιφνίδια ή απρόσμενη για την ενάγουσα, δεδομένου ότι η ενάγουσα ήδη από το καλοκαίρι του 1991, λόγω της καθυστέρησης επιλογής από την ενάγουσα του χώρου του συνεργείου, αμφισβητούσε την επίδικη σύμβαση...ενώ από το τέλος του 1992 την προειδοποιούσε ευθέως για επικείμενη καταγγελία...
χωρίς αντίδραση της ενάγουσας. Άλλωστε η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως ήταν σύμφωνη με όρους αυτής (άρθρο 15 παρ.4 και Γενικοί Όροι Παραρτήματος), οι οποίοι ρητά προέβλεπαν την άσκηση του σχετικού δικαιώματος σε περιπτώσεις - όπως εν προκειμένω - παραβιάσεως συμφωνημένων όρων αυτής. Με βάση όλα τα δεδομένα αυτά και αφού δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της καταγγελίας, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή (κατά το μέρος που εξετάζεται) ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως απορρίπτοντας αυτή, ορθά εφήρμοσε το νόμο και εξετίμησε τις αποδείξεις, ενώ παράλληλα δεν παρέβη τους δεσμευτικούς όρους της ως άνω 390/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της εφέσεως της ενάγουσας και των προσθέτων λόγων αυτής....".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 91 του ΕμπΝ, 3 ΕισΝΑΚ και 722, 724 και 281 του Α.Κ..
Κατά συνέπειαν ο , εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως περί παραβιάσεως εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεως δια της, με αντιφατικές αιτιολογίες, εσφαλμένης εφαρμογής των τυγχάνει αβάσιμος. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την εφαρμογή του άρθρου 281 του Α,Κ.
ζήτημα του αιφνιδίου ή μη της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως σε σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου. Η αντιφατικότητα δε εντοπίζεται , κατά τον αναιρετικό λόγο, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσίβλητος είχε εκφράσει στο παρελθόν ρητώς την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, λόγω μη εμπροθέσμου εκπληρώσεως από την αναιρεσείουσα των συμβατικών της υποχρεώσεων, γεγονός που δεν καθιστά μη αιφνιδία και εντεύθεν καταχρηστική την γενομένη καταγγελία, και εκείνων (παραδοχών) ότι κατά τις προηγηθείσες της καταγγελίας συναντήσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων της 13ης και 17ης Μαΐου 1993 η αναιρεσίβλητος, δια των νομίμων εκπροσώπων της δεν εξεδήλωσε πρόθεση καταγγελίας της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο , αλλά τοιαύτη τακτικής καταγγελίας με δωδεκάμηνη προειδοποίηση και με την δυνατότητα διαπραγματεύσεων για νέα συνεργασία με νέους όρους.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, διότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως έγινε σύμφωνα με τους όρους αυτής και επί πλέον δεν ήταν αιφνιδία ή απρόσμενη για την αναιρεσείουσα, και εντεύθεν καταχρηστική, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητος ήδη από το θέρος του έτους 1991 είχε διατυπώσει επανειλημμένως επιφυλάξεις και έντονη δυσαρέσκεια προς την αναιρεσείουσα για την καθυστέρηση επιλογής χώρου για συνεργείο, ενώ από το τέλος του 1992 την προειδοποιούσε ευθέως για επικειμένη καταγγελία, λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων χωρίς αντίδραση της τελευταίας, είναι σαφής και επαρκής, σε συνδυασμό και με τις λοιπές ως άνω σχετικές παραδοχές για την μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.
και δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή της ιδίας αποφάσεως ότι, κατά τις δύο τελευταίες συναντήσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, που προηγήθησαν της καταγγελίας και είχαν ως αντικείμενο τη λύση της μεταξύ των συμβάσεως, συνεζητήθη και το ενδεχόμενο λύσεως αυτής δια τακτικής καταγγελίας με δωδεκάμηνη προειδοποίηση, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα διαπραγματεύσεων για νέα συνεργασία των με νέους όρους, χωρίς όμως και να επιτευχθεί σχετική συμφωνία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση που δεν περιέχει, κατά τα προλεχθέντα, άλλον λόγο αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα , ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου , όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2010 αίτηση της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία " Μ. Σ. Ανώνυμος Εταιρία Εμπορίας Αυτοκινήτων - Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3892/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 30η Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ