Legislator Case Law & Legislation
1883/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination date, ruling it is an appealable fact evaluation not a reversible error.

Case Number 1883/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a labor court decision regarding the termination date of an employment contract. The appellant argued the court misinterpreted a specific agreement document, but the court found this constituted an appealable evaluation of evidence rather than a reversible legal error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 168, 648, 669 para. 2 of the Civil Code; Articles 1 and 3 of Law 2112/1920: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if it merely challenges the court's evaluation of evidence rather than alleging a diagnostic error in the document's content.

Keywords

AI generated
labor contract termination appealable fact evaluation distortion of document evidence assessment legal costs award labor dispute procedure contractual agreement date

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168, 648 and 669 para. 2 of the Civil Code
Articles 1 and 3 of Law 2112/1920
Articles 552, 553 para. 1 item b, 564 para. 3, 566 para. 1 and 144 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1883 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1883/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ-Μ.Ε.Κ. ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "Μ.Ε.Κ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 561/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2007/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7/12/2022 (αρ. κατ. 1/4.1.2023) κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 27/5/2022 (αρ. κατ. 4284/460/30.5.2022) αίτηση αναίρεσης κατά του καθού η κλήση-αναιρεσίβλητου λόγω ματαίωσης της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 15-11-2022. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2007/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 22/7/2020 (αρ.

κατ. 51893/4093/2020) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 561/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή εν μέρει η από 10/7/2018 (αρ. κατ. 69349/2029/2018) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 και 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που ο παραλήπτης αυτής, εργαζόμενος, μπορεί να λάβει γνώση αυτής.

Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η βούλησή του για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 1157/2018, ΑΠ 1096/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 121/2017).

Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή (ΑΠ 238/2022, ΑΠ 706/2021, ΑΠ 1003/2020) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 839/2019).

Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού.

Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 121/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 894/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αρ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά τον νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 1278/2021, ΑΠ 231/2020).

Συνακόλουθα η μη κοινοποίηση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει, όπως προεκτέθηκε, απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 839/2019) και όχι δικονομικό απαράδεκτο και συνεπώς δεν ιδρύεται αναιρετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 215/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και με αναφορά σε αυτά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη από το έτος 2015 δεν κατέβαλε προσηκόντως τις δεδουλευμένες αποδοχές της ενάγουσας, ενώ από τον Αύγουστο του έτους 2016 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2017, έπαψε την καταβολή τους.

Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα, περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2017, απευθύνθηκε προς μετόχους της εναγομένης, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διαμαρτυρόμενη, αξιώνοντας την καταβολή των οφειλόμενων ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών της. Εξαιτίας της διαμαρτυρίας της αυτής, ο εκ των μετόχων της εναγομένης Π.

Β., εκπροσωπώντας την τελευταία, στις 16-02-2017, κάλεσε την ενάγουσα στο γραφείο του, οπότε και την ενημέρωσε ότι, λόγω οικονομικών προβλημάτων, προτίθενται να καταγγείλουν τη σύμβασή της, ενώ, ως προς την οφειλή των δεδουλευμένων, αλλά και της αποζημίωσης για την επικείμενη καταγγελία, της πρότεινε την τμηματική αποπληρωμή τους, σε μηνιαίες δόσεις των 1.000 ευρώ.

Η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την προφορική αυτή πρόταση, εξακολούθησε δε να εργάζεται στην εναγομένη, λαμβάνοντας από 17-02-2017 έως 20-2-2017 μέρος της ετήσιας άδειάς της. Στις 22-02-2017 και αφού είχε επανέλθει στην εργασία της, μετά τη λήξη της άδειάς της, η ενάγουσα προσέφυγε στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας, υποβάλλοντας αίτηση για τη διευθέτηση των εργατικών απαιτήσεών της (αποδοχές μηνών Αυγούστου έτους 2016 και εντεύθεν, μη καταβολή επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2016).

Στη συνέχεια, και ενώ ακόμα η εναγομένη δεν είχε ενημερωθεί για την ανωτέρω αίτηση της ενάγουσας στο Σ.ΕΠ.Ε, στις 23-2-2017, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που εστάλη από την υπάλληλο της εναγομένης Α. Μ., στην ενάγουσα, διαβιβάστηκε σε αυτήν σχέδιο ιδιωτικού εγγράφου, περί συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών τους και συναινετικής λύσης της σύμβασης εργασίας της, με ημερομηνία 24-2-2017, στο οποίο περιείχε και όρο για καταβολή "οικειοθελούς αποζημίωσης", όπως χαρακτηρίζεται στο ως άνω έγγραφο.

Η ενάγουσα δεν συμφώνησε με τους εμπεριεχόμενους στο έγγραφο αυτό όρους και για το λόγο αυτό, δεν συνέπραξε στην υπογραφή του. Ακολούθως, στις 24-02-2017, η ενάγουσα επανήλθε, μετά την από 23-02-2017 άδειά της, στην εργασία της. Την 1η-3-2017, η προαναφερόμενη αίτηση της ενάγουσας στο Σ.ΕΠ.Ε επιδόθηκε στην εναγομένη, οπότε και η τελευταία έλαβε γνώση αυτής, με αποτέλεσμα, αυθημερόν, εκπρόσωποι της εναγόμενης να της ζητήσουν να αποχωρήσει από την εργασία της, δηλώνοντας, με τον τρόπο αυτό, σαφώς και ρητώς, ότι έκτοτε δεν θα αποδέχονται την εργασία της.

Η ενάγουσα, υπέλαβε ότι, ακόμα και μετά ταύτα, η σύμβαση εργασίας της δεν είχε λυθεί, διότι δεν της είχε κοινοποιηθεί έγγραφο καταγγελίας αυτής, και την επόμενη ημέρα, στις 2-03-2017, προσήλθε και πάλι στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου να εργασθεί, βρήκε όμως την πόρτα του γραφείου της κλειδωμένη και ζητώντας σχετικές εξηγήσεις, ο μέτοχος της εναγομένης Β.

Π. την ενημέρωσε ότι είχε απολυθεί από την προηγούμενη ημέρα (1-3-2017) και ότι της είχε ήδη επιδοθεί, στις 2-03-2017, σχετικό έγγραφο. Η ενάγουσα προσέφυγε εκ νέου στο Σ.ΕΠ.Ε υποβάλλοντας συμπληρωματική της αρχικής, από 22-2-2017, αίτησής της, με την οποία δηλώνει ότι η εναγομένη προέβη, καταχρηστικά στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και αναφέρεται, για πρώτη φορά σε οφειλές της εναγομένης που αφορούν σε εργασία της πέραν του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου της, για εργασία της σε ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης και σε νυκτερινή απασχόλησή της.

Η συζήτηση της αρχικής και συμπληρωματικής αίτησης της ενάγουσας, ενώπιον του Σ.Ε.Π.Ε, ορίστηκε στις 13-4-2017, οπότε και η πληρεξούσια δικηγόρος της εναγομένης, εκπροσωπώντας την τελευταία, αποδέχθηκε, μεταξύ άλλων, οφειλή προς την ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές από Αύγουστο έτους 2016 έως 28-02-2017, αρνούμενη όμως υπερωριακή και νυχτερινή εργασία της, δήλωσε, όπως καταγράφεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου 183/2017 συνταχθέν δελτίο εργατικής διαφοράς, ότι η καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας έλαβε χώρα την 1-3-2017, όχι για λόγους εκδίκησης, αλλά επειδή μέχρι τότε η ενάγουσα δεν είχε απαντήσει στην πρόταση που της έγινε για συναινετική λύση της σύμβασής της, ήτοι στην πρόταση που της έγινε προφορικά στις 16-2-2017 και αποτυπώθηκε στο προαναφερόμενο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού που της εστάλη στις 23-02-2017.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας την 1-03-2017, οπότε και οι εκπρόσωποι της εναγομένης δήλωσαν σαφώς προς την ενάγουσα, όπως και η ίδια εκθέτει στην αγωγή της και όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι έκτοτε δεν αποδέχονται την εργασία της και της ζήτησαν να αποχωρήσει.

Η ενάγουσα αντιλήφθηκε τη σαφή αυτή δήλωση των εκπροσώπων της εναγομένης, ήτοι τη δήλωση καταγγελίας της συμβάσεώς της την 1η-03-2017, ανεξάρτητα από την άποψη που διατηρούσε (ενάγουσα) ότι καταγγελία άνευ εγγράφου δεν υφίσταται, δεδομένου ότι η καταγγελία συνιστά μονομερή και απευθυντέα δικαιοπραξία, η οποία, στην ένδικη περίπτωση, συντελέστηκε αμέσως, ήτοι την 1η-3-2017, με την περιέλευσή της στην ενάγουσα, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία δεν την αποδέχθηκε.

Η παράλειψη δε του έγγραφου τύπου δεν καθιστά την εν λόγω καταγγελία ανυπόστατη, αλλά άκυρη, ακυρότητα όμως της οποίας, για το λόγο αυτό (έλλειψη εγγράφου) δεν γίνεται επίκληση εν προκειμένω. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι η καταγγελία έλαβε χώρα στις 16-02-2017, άλλως στις 23-02-2017, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Άλλωστε, και η ίδια η εναγομένη δήλωσε ότι η ένδικη καταγγελία έλαβε χώρα την 1η-03-2017, όπως προκύπτει από το 183/2017 δελτίο εργατικής διαφοράς, του ΣΕΠΕ, πέραν του γεγονότος ότι έως και τις 28-02-2017 η ενάγουσα εξακολουθούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά παραλαβής και ανάγνωσης μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταγενεστέρων της 16-02-2017, τα οποία αντάλλασε η ενάγουσα με εργαζόμενους της εναγομένης.

Η συνάντηση δε της ενάγουσας με τους αρμοδίους της εναγομένης στις 16-2-2017 και η ενημέρωσή της για επικείμενη απόλυσή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δήλωση καταγγελίας. Σημειώνεται ότι και η ίδια η εναγομένη στις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ήταν ενήμερη στις 16-02-2017 για την καταγγελία που επρόκειτο να ακολουθήσει, ήτοι όχι για καταγγελία που έλαβε χώρα την ημέρα εκείνη.

Επίσης, και η προαναφερθείσα αποστολή σχεδίου εγγράφου συμφωνητικού στην ενάγουσα στις 23-2-2017 δεν ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τελευταίας, αφού σε αυτό δεν περιέχεται δήλωση περί καταγγελίας, παρά μόνο πρόταση για συμφωνία διακανονισμού, όπως ήδη αναφέρθηκε, που και αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα.

Ως εκ τούτου, εφ' όσον η ένδικη καταγγελία έλαβε χώρα την 1η-3-2017, η, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ξεκίνησε στις 2-3-2017 και έληγε στις 2-6-2017". Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων των άρθρων 167, 669 και 672 ΑΚ, 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3198/1955 τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε ότι έλαβε χώρα την 1/3/2017.

Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στον σχετικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων έγινε δεκτός με την αναιρεσιβαλλόμενη ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα την 1/3/2017 και όχι στις 16/2/2017, όταν αυτή κλήθηκε από τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας και ενημερώθηκε ότι προκρίνεται ως ορθότερη η λύση της σύμβασης εργασίας λόγω οικονομικών προβλημάτων της αναιρεσείουσας, σε κάθε περίπτωση δε στις 23/2/2017, οπότε της απεστάλη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με επισυναπτόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφερόταν ρητά ότι απολύεται από την εργασία της στις 24/2/2017.

Η αιτίαση, όμως, αυτή αφορά αποκλειστικά σε εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Τα παραπάνω καθιστούν τον σχετικό αναιρετικό λόγο απαράδεκτο, διότι, όπως προεκτέθηκε, με το πρόσχημα των επικαλούμενων πλημμελειών, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα την 1-3-2017.

Ομοίως απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω της, επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα, παρέλευσης τριμήνου από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η μη κοινοποίηση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει, όπως προεκτέθηκε, απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και όχι δικονομικό απαράδεκτο και συνεπώς δεν ιδρύεται αναιρετικός από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος.

ΙΙ. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 671/2021), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 175/2019).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και, δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1199/2018).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1419/2023).

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ότι συνέτρεξε λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης λόγω καταχρηστικότητας αυτής, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "των εγγράφων που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και της 11622/22.11.2019 ένορκης βεβαίωσης της Α.

Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκε, μετά νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και την ειδική μνεία στις αιτιολογίες της απόφασης των εγγράφων καταγγελιών της αναιρεσίβλητης στην Επιθεώρηση Εργασίας, του 183/2017 δελτίου εργατικής διαφοράς, του από 24/2/2017 ιδιωτικού συμφωνητικού, της υπ'αριθμ. 11622/22.11.2019 ένορκης βεβαίωσης της Α.

Μ. και της από 2/3/2017 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο των προσκομισθέντων με επίκληση από την αναιρεσείουσα εγγράφων, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, πλην όμως το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε την αποδεικτική τους βαρύτητα διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αρνητικών ισχυρισμών της.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση περί του αντιθέτου κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των, με επίκληση, προσαχθέντων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, προσδίδοντας σ' αυτά μειωμένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχαν, κατά νόμο.

Η παραπάνω επικαλούμενη από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στην παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν καθορίζεται ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που δόθηκε σε αυτά και εκείνη που έχουν κατά νόμο, ούτε πού έγκειται το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Είναι όμως απορριπτέος και ως αβάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα είναι κατά νόμο ισοδύναμα με τα λοιπά έγγραφα και το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του απέδωσε την αποδεικτική βαρύτητα καθενός, αφού εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ.

Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος αναιρετικός λόγος και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί της ύπαρξης οικονομοτεχνικών λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, όπως ο περιορισμός των εργασιών της και της οικονομικής δραστηριότητάς της, που οδήγησαν σ'αυτήν, τις οποίες αιτιολογίες χαρακτηρίζει ανεπαρκείς και αντιφατικές, καθότι δεν καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου, η οποία παραβιάσθηκε, ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σε σχέση με αυτήν, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχθηκε ότι τούτο περιέχει περιστατικά με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί παραμόρφωσης από το Εφετείο του προσκομισθέντος και επικληθέντος από την ίδια εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 24/2/2017 δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος" αυτού, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που η ίδια θεωρεί ορθό.

Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός, όσον αφορά την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος, διότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα την 1/3/2017 και όχι στις 24/2/2017, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων το 183/2017 δελτίο εργατικής διαφοράς του ΣΕΠΕ, τα αποδεικτικά παραλαβής και ανάγνωσης μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που αντάλλασσε η αναιρεσίβλητη με εργαζομένους της αναιρεσείουσας, αλλά και οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, των οποίων γίνεται ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27/5/2022 (αρ. κατ. 4284/460/30.5.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2007/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ