Supreme Court partially allows appeal on court costs, remanding case for recalculation under public law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding court costs. The appellant, a public legal entity, argued that costs should be reduced based on specific public law provisions, while the appellee contested this reduction. The court found the third ground of appeal and the additional argument valid, ordering a remand to recalculate costs for both levels of jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(3) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for further proceedings when the appeal succeeds on specific grounds, such as the incorrect calculation of court costs under public law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1883 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1883/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως καθολικού διαδόχου του Ταμείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ & ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ", κλάδος ασθενείας "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΙ AMERICAN EXPRESS" και το διακριτικό τίτλο "ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΑΑΠΤΠΓΑΕ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Καπόρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μάκκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4209/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1133/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/2/2021 αίτησή του και τους από 15/7/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 23-2-2021 (1248/130/26-2-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 1133/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, με το από 15-7-2021 (74/28-7-2021) αυτοτελές δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (βλ. την υπό του αναιρεσείοντος προσκομιζόμενη 4218/24-8-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ευάγγελου Ασημάκη), το αναιρεσείον άσκησε, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, πρόσθετο λόγο, ο οποίος, συνεκδικαζόμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτου, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011, συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νέος φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν, ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Περαιτέρω, στο άρθρο 30 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας εγκρίνεται ο Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τον οποίο καθορίζεται το είδος, η έκταση, το ύψος των παροχών υγείας, ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".
Με το άρθρο 13 παρ. 17 του ν. 4052/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 4075/2012, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εντάχθηκαν οι υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες ως προς την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος εκτός των άλλων, από την 1η-5-2012, του Κλάδου Υγείας του ΤΑΥΤΕΚΩ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διέπεται από Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας [ΚΥΑ.Φ.90380/25916/3294 (ΦΕΚ B`2456/03/l 1/2011)], όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ΥΑ Φ.90380/5383/738/10.4.2012 (ΦΕΚ Β`1233/11.4.2012) και ΥΑ ΕΜΠ5/2012 (ΦΕΚ Β 3054 18.11.2012) και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, στο άρθρο 18 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Για την αγορά υπηρεσιών νοσοκομειακής, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και λοιπών ειδών και μέσων περίθαλψης, ο Οργανισμός συνάπτει συμβάσεις με τους παρόχους υγείας, με τις οποίες προσδιορίζονται οι όροι που διέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, μέσα στο πλαίσιο των κειμένων κάθε φορά διατάξεων για τα προβλεπόμενα όρια αμοιβών, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Υ.Σ.Π.Υ.
κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32 § 2 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει". Ακολούθως, στο άρθρο 10 του κανονισμού για την νοσοκομειακή περίθαλψη, ορίζεται: "Α. Η νοσοκομειακή περίθαλψη περιλαμβάνει τη νοσηλεία του πάσχοντα, την ενδιαίτησή του, την οποιασδήποτε φύσεως ιατρική, νοσηλευτική και φαρμακευτική προς αυτόν συνδρομή και ειδικότερα τη δέουσα αγωγή και θεραπεία για αποκατάσταση σωματικών και ψυχικών αναπηριών ή νοσηρών εν γένει καταστάσεων, καθώς και τις αναγκαίες θεραπείες, παρακλινικές εξετάσεις, κάθε αναγκαία φαρμακευτική αγωγή, ειδικά θεραπευτικά μέσα και προθέσεις.
Β. Η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται στα: α) νοσηλευτικά ιδρύματα των σχηματισμών του Ε.Σ.Υ., β) πανεπιστημιακά νοσοκομεία, γ) νοσηλευτικά ιδρύματα Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δ) συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές, ε) στρατιωτικά νοσοκομεία, στ) κέντρα αποκατάστασης -αποθεραπείας κλειστής νοσηλείας, ζ) κλινικές και ιδρύματα χρόνιων παθήσεων, η) Μονάδες Χρόνιας Αιμοκάθαρσης και θ) Μονάδες Ψυχικής Υγείας.
Η νοσηλεία σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις παρέχεται στη βάση σχετικών συμβάσεων και ειδικότερα στις περιπτώσεις γ' και δ', στη βάση συμβάσεων κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 2071/1992, όπως ισχύει και ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ...Για νοσηλεία σε συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές αποδίδεται το ειδικό (κλειστό) ενοποιημένο νοσήλιο που προβλέπεται από τις αριθ.
Υ4ε/130675/2008 (Β` 2115) και Υ4ε/οικ. 12971/2007 (Β` 143), κοινές υπουργικές αποφάσεις καθώς και τα εξαιρούμενα ως κατωτέρω. [Τα τέσσερα πρώτα εδάφια αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.2 της ΥΑ Φ.903 80/1027/208/2012 (ΦΕΚ Β 34 19.1.2012), όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνον της ΥΑ Φ.90380/οικ.2150/329/2012 (ΦΕΚ Β`56/25/01/2012).... Περαιτέρω, στο άρθρο 20 (Έλεγχος), ορίζεται: "Η άσκηση του Υγειονομικού και Φαρμακευτικού ελέγχου γίνεται από τους ιατρούς, οδοντιάτρους και φαρμακοποιούς και βοηθούς φαρμακοποιούς του Ταμείου, μόνιμους και με σύμβαση καθώς και τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΥΠΕΔΥΦΚΑ.
Το Δ.Σ. του Ταμείου μπορεί με απόφασή του να αναθέτει τον υγειονομικό, φαρμακευτικό καθώς και τον οδοντιατρικό έλεγχο σε ιατρό, φαρμακοποιό και οδοντίατρο με σύμβαση έργου, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων". Στο άρθρο 21 (Αναγνώριση δαπανών), ορίζεται: "1. Η αναγνώριση των παροχών γίνεται από τα αρμόδια όργανα του Ταμείου με την υποβολή των προβλεπόμενων παραστατικών - δικαιολογητικών από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και από τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά περί υγειονομικής περίθαλψης, 2.
Το ύψος των δικαιούμενων παροχών καθορίζεται με βάση το ισχύον κάθε φορά κρατικό τιμολόγιο και το ποσοστό έκπτωσης που προβλέπουν οι εκάστοτε συνομολογούμενες κατά το άρθρο 18 του παρόντος συμβάσεις. 3. Δαπάνες ιατρικών πράξεων, παρακλινικών εξετάσεων και θεραπειών που δεν περιλαμβάνονται στο κρατικό τιμολόγιο δεν αναγνωρίζονται από το Ταμείο. 4.
Είδος παροχών που δεν αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δεν αναγνωρίζεται από το Ταμείο". Ενόψει των ανωτέρω, τυχόν προφορική συμφωνία μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ιδιωτικού παρόχου υγείας, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος αναλαμβάνει τη διενέργεια εργαστηριακών-διαγνωστικών και παρακλινικών εξετάσεων στους ασφαλισμένους του πρώτου και αυτός (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στη συνέχεια, καταβάλει την αντίστοιχη αμοιβή, με βάση το ισχύον κρατικό τιμολόγιο, δεν υποκαθιστά τον έγγραφο τύπο, ο οποίος είναι συστατικός, ακόμη και αν ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
συμμορφώνεται στην ως άνω συμφωνία και, εντεύθεν, ως άκυρη, λογίζεται ως μη γενόμενη.
Από το άρθρο 904 του Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή, η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε, χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 του Α.Κ., που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού για αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με κάποια άλλη διάταξη (Α.Π. 1462/2012, Α.Π. 61/2022, Α.Π. 15/2020, Α.Π. 1325/2019, Α.Π. 1151/2017, Α.Π. 449/2014, Α.Π. 1387/2011).
Στοιχεία της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που πρέπει να εκτίθενται σ` αυτή, κατά το άρθρ. 216§1 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένη, είναι, γενικώς, η ύπαρξη περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιο πρόσωπο, η αιτία, για την οποία αυτή επήλθε και η ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή, η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ` αυτές ή αν, αντιθέτως, τις έκρινε ως αόριστες, μη λαμβάνοντας υπ` όψη γεγονότα που αναφέρονται σ` αυτές (Α.Π. 138/2022, Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 967/2017).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, άλλως, αυτές από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, για το λόγο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον οικείο λόγο της έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, που άσκησε κατ' αυτού η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι επαρκώς ορισμένη, παρότι δεν γίνεται μνεία των λόγων ακυρότητας της ένδικης σύμβασης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 28-6-2016 (53284/1640/8-9-2016) αγωγής, που άσκησε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή υποστήριξε ότι "Κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων μας, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2008, στην έδρα του αντιδίκου Ταμείου, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ"...
και εν αναμονή της υπογραφής και της σχετικής σύμβασης μεταξύ μας, σύμφωνα με τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του αντιδίκου, η εταιρεία μας ανέλαβε τη διενέργεια εργαστηριακών-διαγνωστικών και παρακλινικών εξετάσεων στα εργαστήρια της έδρας μας και στα υποκαταστήματά της στο Νομό Αττικής, στους ασφαλισμένους του αντιδίκου Ταμείου...
για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών... εμείς διενεργούσαμε τις εργαστηριακές-διαγνωστικές εξετάσεις στους ασφαλισμένους του Ταμείου, κατόπιν σχετικού παραπεμπτικού, προβαίναμε στην αξιολόγηση των ευρημάτων και χορηγούσαμε τα αποτελέσματα αυτών, στο τέλος δε κάθε μήνα τιμολογούσαμε, με τιμές ισχύοντος κρατικού τιμολογίου, συγκεντρωτικά τις διενεργηθείσες εξετάσεις των ασφαλισμένων του και αρχές του επόμενου μήνα υποβάλαμε στο αντίδικο το σχετικό τιμολόγιο και συνημμένα τις καταστάσεις με τις εντολές εργαστηριακών εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν στα εργαστήριά μας τον προηγούμενο μήνα, προκειμένου να μας καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή μας εντός τριάντα ημερών, κατά τη συμφωνία μας, από την έκδοση εκάστου τιμολογίου.
Η εταιρεία μας, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των διοικούντων το Ασφαλιστικό Ταμείο... ότι θα υπογραφεί άμεσα και η σχετική σύμβαση... εξυπηρετούσε κανονικά και αδιάκοπα στους ασφαλισμένους του αντιδίκου Ταμείου... Είχε δε συμφωνηθεί ότι η πληρωμή των ιατρικών μας υπηρεσιών, όπως αυτές προσδιορίζονταν από το κρατικό τιμολόγιο, που παρείχε η εταιρείας με τις διαγνωστικές εξετάσεις και εργαστηριακές αναλύσεις στους ασφαλισμένους, θα γινόταν από το Ταμείο μετά τον έλεγχο και την εκκαθάριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες του αντιδίκου...
Το αντίδικο... τελικά, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας, ουδέποτε μας κάλεσε να υπογράψουμε σύμβαση συνεργασίας, την οποία αυτό θα κατήρτιζε. Από το μήνα Αύγουστο του έτους 2010 όμως, το αντίδικο άρχισε να καθίσταται υπερήμερο ως προς την πληρωμή των τιμολογημένων υπηρεσιών που παρείχαμε στους ασφαλισμένους του...., ενώ αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τις ανωτέρω παρασχεθείσες ιατρικές υπηρεσίες μας στους ασφαλισμένους του, παρέλαβε τα νόμιμα παραστατικά που του χορηγήσαμε, σύμφωνα πάντα με την προφορική συμφωνίας μας, καταχώρησε αυτά στα τηρούμενα από αυτό λογιστικά βιβλία, ουδέποτε μας κατέβαλε το αντίτιμο αυτών...
Στην προκειμένη περίπτωση, ναι μεν δεν υπήρχε ισχύουσα γραπτή σύμβαση μεταξύ της εταιρείας μας και του αντιδίκου κατά το χρονικό διάστημα παροχής των ανωτέρω περιγραφόμενων ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του τελευταίου (Ιανουάριο - Δεκέμβριο 2011), ωστόσο, παρείχαμε πραγματικά και άρτια τις ιατρικές υπηρεσίες μας στους ασφαλισμένους του εναγομένου, στις οποίες, άλλωστε, το τελευταίο απέβλεπε ουσιαστικώς και αποδέχθηκε πραγματικά...
Κατά συνέπεια, το αντίδικο κατέστη πλουσιότερο, κατά το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου είκοσι έξι χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα έξι ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (1.026.866,53€), ήτοι κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ιατρικών υπηρεσιών που πράγματι παρείχαμε στους ασφαλισμένους του Ταμείου και το οποίο θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να καταβάλει το εναγόμενο σε άλλο εργαστήριο Π.Φ.Υ.
ή ιατρό για την παροχή των ίδιων ακριβώς ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του... Επειδή υφίσταται ενεργή αξίωσή μας κατά του εναγομένου ταμείου για αναζήτηση του ως άνω ποσού του 1.026.866,53 ευρώ, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρ. 904 επ. ΑΚ), αφού με την παροχή των ανωτέρω ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του, επήλθε αύξηση της περιουσίας του εις βάρος της δικής μας και επί ζημία της, χωρίς να υφίσταται νόμιμη αιτία για τη διατήρηση από το αντίδικο της κτηθείσας ωφέλειας, η οποία συνίσταται στο ως άνω ποσού του 1.026.866,53 ευρώ, ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία μας, ο δε παράνομος πλουτισμός του σώζεται έως και σήμερα...".
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθό μέρος αφορά στο ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "Απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της ένδικης έφεσης για αοριστία της ως άνω αγωγής, ως προς το αντικείμενο της διαφοράς..., αφού η εν λόγω αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, εμπεριέχει όλα τα κατά νόμο για το ορισμένο αυτής απαιτούμενα στοιχεία και τα στοιχεία που δικαιολογούν και θεμελιώνουν την άσκησή της από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος.
Εμπεριέχει δε η εν λόγω αγωγή άπαντα τα στοιχεία εκείνα, που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, αυτοτελώς στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Α.Κ., καθόσον εκτίθενται στην εν λόγω αγωγή τα στοιχεία: α) πλουτισμού του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, λόγω της λήψης, δια των ασφαλισμένων του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου, των παρασχεθεισών υπηρεσιών της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, β) από παράνομη αιτία, δηλαδή την άκυρη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων, άτυπη, απευθείας ανάθεση στην ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, σύμβαση προμήθειας των υπηρεσιών της σε Ν.Π.Δ.Δ., κοινωνικοασφαλιστικού Ταμείου, γ) περιουσιακή ζημία της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, στην οποία, πάροχο των αναφερομένων στην αγωγή υπηρεσιών της, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ.
του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., υποκατασταθέν εκ του νόμου με καθολική διαδοχή στη θέση του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου, δέκτη, μέσω των ασφαλισμένων του, των υπηρεσιών της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, εξακολουθεί να οφείλει το αντίτιμο της αξίας των παρασχεθεισών υπηρεσιών της τελευταίας, υπολοίπου ποσού 1.026.866,53€, το οποίο ια κατέβαλε το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ.
σε οποιονδήποτε άλλο πάροχο των υπηρεσιών της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής λόγους έφεσης, δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια. Και τούτο διότι, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής παρατίθενται με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, ερειδόμενης στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και συγκεκριμένα ο πλουτισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επί ζημία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του πρώτου και της ζημίας της δεύτερης καθώς και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, ήτοι η ακυρότητα της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μη τηρήσεως του συστατικού έγγραφου τύπου.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. για τη νομική θεμελίωση της αγωγικής αξιώσεως ή ότι έσφαλε, γιατί στην αγωγή δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν ή όλα τα στοιχεία, που απαιτεί η ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, τυγχάνουν αβάσιμες και, εντεύθεν, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς κύρια και τα επικουρικά σκέλη τούτου.
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια (559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και τούτο διότι, με το να δεχτεί το Εφετείο την ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα προς το φερόμενο ως ωφεληθέν εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του Α.Κ.
και 37 παρ. 5 του β.δ. 244/1966, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, οι ασφαλισμένοι όφειλαν να καταβάλουν τις δαπάνες νοσηλείας τους σε μη συμβεβλημένη κλινική και, στη συνέχεια, με την προσκομιδή των απαιτούμενων δικαιολογητικών, το ασφαλιστικό ταμείο όφειλε να καταβάλει σ' αυτούς τη δαπάνη αυτή.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο κεφαλαίου αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη... δραστηριοποιείται επιχειρηματικά και έχει ως καταστατικό της σκοπό την παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, κατά τους κανόνες της κείμενης νομοθεσίας, της ιατρικής επιστήμης και της δεοντολογίας.
Προς επίτευξη του σκοπού της, δύναται, μεταξύ άλλων, να αναπτύσσει και λειτουργεί ιδιωτικά ιατρεία ή πολυϊατρεία καθώς και διαγνωστικά εργαστήρια, να συνάπτει συμβάσεις με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οιασδήποτε νομικής μορφής, όπως το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τις ασφαλιστικές εταιρείες και Κοινωνικοασφαλιστικούς Οργανισμούς, σε σχέση με την παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Στο πλαίσιο της εμπορικής λειτουργίας της και κατά τον ως άνω σκοπό της, τον Οκτώβριο του 2008, συνήψε άτυπη προφορική σύμβαση με το ασφαλιστικό ταμείο, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ", κλάδος ασθένειας "Ταμείο Ασθενείας Προσωπικού Πίστεως Γενική & American Express" (ΤΑΥΠΕΚΩ/ΤΑΑΠΤΠΓΑΕ) και ανέλαβε η ενάγουσα, ήδη δε εφεσίβλητη, την υποχρέωση να διενεργεί ιατρικές, εργαστηριακές, διαγνωστικές και παρακλινικές εξετάσεις στα εργαστήρια της έδρας και των υποκαταστημάτων της στο Νομό Αττικής, ασφαλισμένων του ως άνω Ταμείου, οι οποίοι θα προσέρχονταν για εξετάσεις, εφοδιασμένοι με παραπεμπτικό και έγγραφη εντολή από τον κλινικό τους ιατρό, νόμιμα σφραγισμένο και εγκεκριμένο από τον ελεγκτή ιατρό του ανωτέρω Ταμείου.
Βάσει δε των όρων της συμφωνίας αυτής, στο τέλος εκάστου μηνός, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη θα τιμολογούσε, με τιμές ισχύοντος κρατικού τιμολογίου, συγκεντρωτικά τις διενεργηθείσες εξετάσεις των ασφαλισμένων του ως άνω Ταμείου και στις αρχές του επόμενου μηνός, θα υπέβαλε στο Ταμείο αυτό το σχετικό τιμολόγιο, με συνημμένες τις καταστάσεις και τις εντολές των εργαστηριακών εξετάσεων, που πραγματοποιήθηκαν στα εργαστήριά της, κατά τον προηγούμενο μήνα, ενώ το ασφαλιστικό Ταμείο ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει την αμοιβή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, εντός 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου.
Η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της εν λόγω σύμβασης, δεδομένου ότι κατ' άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ., είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε... Η ακυρότητα είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, όπως εν προκειμένου, αφού οι ως άνω διατάξεις περί συμβάσεων προμηθείας των Ν.Π.Δ.Δ. είναι αναγκαστικού δικαίου, δηλαδή δημόσιας τάξης, κατά την έννοια του άρθρου 3 του Α.Κ.
Η ενάγουσα, ήδη δε εφεσίβλητη, παρά την ακυρότητα της σύμβασης αυτής, λόγω της προφορικής της κατάρτισης, συνέχισε να εξυπηρετεί κανονικά τους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι προσέρχονταν στις εγκαταστάσεις της προς διενέργεια ιατρικών εξετάσεων, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω Ταμείου, ότι επρόκειτο να υπογραφεί άμεσα, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση, πράγμα που δεν συνέβη.
Έτσι, στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, τιμολογούσε, με τιμές ισχύοντος κρατικού τιμολογίου, συγκεντρωτικά τις διενεργηθείσες μηνιαίες εξετάσεις των ασφαλισμένων του εν λόγω Ταμείου και στις αρχές του επόμενου μήνα υπέβαλε στο Ταμείο αυτό το αντίστοιχο τιμολόγιο, με συνημμένες αυτού, τις καταστάσεις εντολών εργαστηριακών και μικροβιολογικών εξετάσεων, που είχαν πραγματοποιηθεί στα εργαστήριά της τον προηγούμενο μήνα και στη συνέχεια, το ασφαλιστικό αυτό Ταμείο εξοφλούσε, κανονικά και εμπρόθεσμα, κάθε τιμολόγιο, που με βάση τα ανωτέρω, του υπέβαλε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη.
Από τον Αύγουστο του 2010, όμως, το ασφαλιστικό αυτό Ταμείο άρχισε να καθίσταται υπερήμερο, όσον αφορά την πληρωμή των τιμολογημένων υπηρεσιών της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης στους ασφαλισμένους του. Παρά ταύτα, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, σε εκτέλεση της προπεριγραφόμενης προφορικής συμφωνίας και σύμφωνα με την οριζόμενη εκεί διαδικασία, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του εν λόγω ασφαλιστικού Ταμείου και, εν συνεχεία, να τις τιμολογεί, με τιμές ισχύοντος κρατικού τιμολογίου, κάθε μήνα και να υποβάλει στο ασφαλιστικό αυτό Ταμείο το σχετικό παραστατικό-τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της, με συνημμένη τη συγκεντρωτική κατάσταση των περιστατικών εκάστου τιμολογημένου μήνα.
Έτσι, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, κατά το ετήσιο χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011, διενήργησε τις ιατρικές, εργαστηριακές καθώς και τις διαγνωστικές εξετάσεις των ασφαλισμένων του ως άνω ασφαλιστικού Ταμείου... , συνολικής αξίας 1.060.770,56€, τα οποία κατέθεσε προς είσπραξη της αξίας τους στο εν λόγω ασφαλιστικό Ταμείο, με τις συνοδευτικές τους, αντίστοιχες, συγκεντρωτικές καταστάσεις, με τα ονόματα των ασφαλισμένων του εν λόγω ασφαλιστικού Ταμείου, τον αριθμό μητρώου τους καθώς και το είδος και το ποσό κάθε εξέτασης, στην οποία υποβλήθηκαν, που πραγματοποιήθηκαν στα εργαστήρια της έδρας και των υποκαταστημάτων στο Νομό Αττικής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητος, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους.
Όμως, το ως άνω ασφαλιστικό Ταμείο ουδέν κατέβαλε στην ενάγουσα εφεσίβλητη προς εξόφληση του προαναφερόμενου συνολικού ποσού της οφειλής του από τα επίμαχα δελτία παροχής υπηρεσιών-τιμολογίων της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητη, καθιστάμενο έτσι πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της. Επίσης, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, Ν.Π.Δ.Δ., στις 30-7-2014, επικαλούμενο ότι επρόκειτο να εξοφλήσει μέρος του ως άνω ληξιπρόθεσμου και οφειλόμενου στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ποσού 1.060.770,56€, ζήτησε από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη να εκδώσει και να του χορηγήσει πιστωτικό τιμολόγιο.
Περαιτέρω, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέδωσε το υπ' αριθμ. 80003902/30-7-2014 πιστωτικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 33.904,03€, το οποίο παρέδωσε στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ.
Συνεπώς... η οφειλή του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. διαμορφώθηκε σε ποσό... 1.026.866,53€. Εξάλλου, κατ' άρθρο 17 του Ν. 3918/2011 συνεστήθη το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ., Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στο οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., με τις μονάδες υγείας τους, το κέντρο διάγνωσης, ιατρικής διάγνωσης, ιατρικής εργασίας του Ι.Κ.Α., με το σύνολο του εξοπλισμού του...
Εν συνεχεία, εκδόθηκε ο Ν. 4052/2012, ο οποίος στην παρ. 17 του άρθρου 13, όπως η περ. δ προστέθηκε με το εδάφιο 1 α της υποπαρ. ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α' 222/12-11/2012) ορίζει ότι: "Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εντάσσονται οι υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες, ως προς την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος:... β) την 1-5-2012 του Κάδου Υγείας του ΤΑΥΠΕΚΩ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού της Δ.Ε.Η....
Επομένως, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν... από 1-5-2012, κατέστη καθολικό διάδοχο του ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΑΑΠΤΠΓΑΕ και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τελευταίου...". Ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 5 του β.δ. 244/1966, ενώ, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παρατίθεται ανωτέρω, έγινε δεκτό ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη οριζόμενα, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε (προφορική) συμφωνία, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως συμβεβλημένη πάροχος υγείας, εκτελούσε ιατρικές, διαγνωστικές και παρακλινικές εξετάσεις στους ασφαλισμένους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, τις οποίες τιμολογούσε με το εκάστοτε ισχύον κρατικό τιμολόγιο, στη συνέχεια, ανά μήνα, διαβίβαζε στο τελευταίο τις σχετικές καταστάσεις, με τα αντίστοιχα παραστατικά και αυτό (εναγόμενο-αναιρεσείον) της κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά, πρακτική, η οποία ακολουθείτο μέχρι τον Αύγουστο του 2010, οπότε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον έπαυσε να τηρεί τα υπεσχημένα.
Στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι "Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τα καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τα δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "Εις τα δίκας του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα:
α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή", ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 "Το ανώτατο όριο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α' 200), επιδικάζεται συνολικά υπέρ όλων των διαδίκων που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο.
Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου". Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παρ. 3 του ν. 4038/2012 ορίζεται ότι "Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος, δασμό ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου καθώς και από τα δικαστικά τέλη και όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο".
Εξάλλου, ήδη, στην παρ. 4 του άρθρου τριακοστού έβδομου του ν. 4737/2020 ορίζεται ότι το τμήμα Νομικών Υποθέσεων τελεί υπό την εποπτεία του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του ΝΣΚ του ΕΟΠΥΥ και έχει προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου. Στο Τμήμα υπάγονται οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στο Αυτοτελές Τμήμα Νομικών Υποθέσεων του ΕΟΠΥΥ κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι δικαστικές υποθέσεις του ΕΟΠΥΥ που εκκρεμούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ενώπιον παντός δικαστηρίου και οποιονδήποτε βαθμό, διεκπεραιώνονται με απόφαση του προϊσταμένου του Γραφείου Νομικού Συμβούλου από τους λειτουργούς του ΝΣΚ που υπηρετούν στο γραφείο Νομικού Συμβούλου ή από δικηγόρους με έμμισθη εντολή του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων του ΕΟΠΥΥ ή από συνεργαζόμενους δικηγόρους για υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί.
Τέλος, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου προστέθηκε παράγραφος 8 στο άρθρο 12 του ν. 4238/2014 ως εξής "Ο ΕΟΠΥΥ έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσεται δε από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και τον ομοίου περιεχομένου πρόσθετο λόγο αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απορρίπτοντας τον οικείο λόγο έφεσης, επιδίκασε σε βάρος του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δικαστικά έξοδα, συνολικού ποσού 33.000 ευρώ, δεχθέν ότι για τα Ν.Π.Δ.Δ.
δεν ισχύει η ρύθμιση του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3639/1057, που αφορά στο Δημόσιο, δεδομένου ότι με αυτή δεν θεσπίζεται προνόμιο, που εκτείνεται στα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον η διεξαγωγή της δίκης δεν γίνεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "για τα Ν.Π.Δ.Δ. δεν ισχύει η ρύθμιση, που αφορά το Δημόσιο, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως το όριο των 100.000 δρχ. ή 350€ ορίστηκε με την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 εκδοθείσα κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, υπ' αριθ. 13442 Οικ/8-12-1992/20-1-1993, δεδομένου ότι πρόκειται για προνόμιο, που εκτείνεται και στα Ν.Π.Δ.Δ., η διεξαγωγή της νομικής υπηρεσίας των οποίων δεν γίνεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο έσφαλε, καθόσον δεν εφάρμοσε τις στην ανωτέρω νομική σκέψη παρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ όφειλε να τις εφαρμόσει, προκειμένου να αποφανθεί για το ύψος των επιδικασθησόμενων δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, ήδη αναιρεσείοντος, τα οποία έπρεπε να οριστούν μειωμένα.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση των διατάξεων αυτών, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., λόγω ακριβώς της φύσεως των ανατεθεισών σ' αυτόν υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων, που αφορούν, αποκλειστικά, σε παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος και ανάγονται άμεσα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και αυτών που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, ανεξάρτητα από το αν τη δίκη και οποιαδήποτε νομική υπηρεσία διεξάγει λειτουργός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ιδιώτης δικηγόρος, ο οποίος συνεργάζεται με το εν λόγω ν.π.δ.δ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής τυγχάνουν βάσιμοι. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί μερικώς, ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας τους, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 αριθμ. β' του ν. 3693/1957.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του εναγομένου-αναιρεσείοντος, που αφορά στο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων της πρωτόδικης απόφασης. Και τούτο διότι το Εφετείο, κατόπιν της εφέσεως του εναγομένου, επεδίωξε, με λόγο έφεσης, την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Από τις αιτιολογίες που προεκτίθενται, κατά την έρευνα του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι τα δικαστικά έξοδα έπρεπε να υπολογιστούν μειωμένα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του ν. 3639/1957. Επομένως, μη απαιτουμένης περαιτέρω έρευνας, μετά τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αυτής, που αφορά στον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το κεφάλαιο αυτό και να υπολογιστεί η δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία πρέπει να καταβάλει το εναγόμενο, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει τη 1133/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της.
ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 17-4-2018 (36863/2582/17-4-2018) έφεσης του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) κατά της 4209/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την έφεση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 4207/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εναγόμενο-εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας-εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ