Legislator Case Law & Legislation
1883/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, dismissing charges for 2011 acts due to statute of limitations but remanding for remaining acts.

Case Number 1883/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance conviction for unpaid social security contributions. The defendants argued that certain acts committed in 2011 were time-barred, while the prosecution contended liability for subsequent acts. The court ruled that the specific acts from July to September 2011 were extinguished by the statute of limitations, leading to a dismissal of charges for those periods, while remanding the case for trial on the remaining unpaid contributions from late 2011 to late 2012.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 18 of the Penal Code; The statute of limitations extinguishes criminal liability for specific acts if the limitation period expires before the judgment becomes final, resulting in the dismissal of charges for those acts while the case proceeds for any non-barred offenses.

Keywords

AI generated
statute of limitations social security contributions partial dismissal criminal liability remand for trial time bar second instance appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 1 of Law 86/1967
Article 18 paragraph 2 of the Penal Code
Article 473 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 522 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1883 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1883/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Λ. Β. του Α. κατοίκου ... και 2)Π. Β. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αβραμόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΓΤ 2317/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.7.2019 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1091/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον ιβ λόγο και τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2011 και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για τις άλλες μερικότερες πράξεις και 2)να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1.7.2019 δήλωση - αίτηση των Λ. Β. του Α., κατοίκου ... και Π. Β. του Χ., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΠΚΠοινΔ (άρθρο 589 ΝΚΠοινΔ), την 1.7.2019, για αναίρεση της υπ' αριθμό ΓΤ2317/22.6.2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ποσού άνω των 20.000 ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές μέσα σε ένα μήνα, αφότου έγιναν απαιτητές, προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ` αυτόν (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν αυτά απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή, μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.

Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό.

Όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρία (όπως εν προκειμένω), υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι:

α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν, πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνο, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν, πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του κυρωθέντος με το ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Ποιν.Δ. "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.".

Επίσης, κατά μεν το άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα, "αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.

Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού.

Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του (λ.χ.

άμεσο δόλο). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ` είδος, γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται, μόνο, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ` επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ. Κατ` ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου προσωπικού στους ως άνω Οργανισμούς και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.

ΑΠ 1/1996), καθώς και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην εν λόγω επιχείρηση και, αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση, ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ` αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης.

Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό ΓΤ2317/2018, απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την πράξη της παράβασης των άρθρων 1 παρ.1, 2, 6 του Α.Ν. 86/1967, όπως η παρ. 6 προστέθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 4038/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ.

και άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 που κυρώθηκε με το Ν. 2113/1952 (άρθρα 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 51, 53, 79 και 94 παρ. 1 του Π.Κ.), που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης: "Στην …, στις 21.2.2013, τυγχάνοντας διευθύνοντες σύμβουλοι της επιχείρησης με την επωνυμία ¨...¨, ενώ απασχόλησαν ως εργοδότες στην επιχείρηση αυτή, κατά τη μισθολογική περίοδο από 1.7.2011 μέχρι 31.12.2012, σε εξαρτημένη εργασία με αμοιβή, προσωπικό ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού τους να καταβάλουν στον Οργανισμό αυτό τις παρακάτω εισφορές μέσα σε (30) μέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εν τούτοις δεν κατέβαλαν στον Οργανισμό αυτό:

α) τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) που τους βαρύνουν κι ανέρχονται στο ποσό των 183.434,84 ευρώ από τότε που έγιναν απαιτητές και β) τις ασφαλιστικές εισφορές που παρακράτησαν με σκοπό να τις αποδώσουν στον Οργανισμό αυτό από τότε που έγιναν απαιτητές από τους σ' αυτούς εργαζομένους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) οι οποίες βαρύνουν αυτούς και ανέρχονται στο ποσό των 91.717,42 ευρώ και έτσι κατέστησαν τιμωρητέοι για υπεξαίρεση του ποσού των 275.717.42 ευρώ συνολικά.".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προαναφέρθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους τότε κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών και επέβαλε σε καθένα από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία και συνολική χρηματική ποινή 2.200 ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει (τους εκκαλούντες κατηγορουμένους) ενόχους του ότι: Στην …, στις 21.2.2013, τυγχάνοντας διευθύνοντες σύμβουλοι της επιχείρησης με την επωνυμία ¨...¨, ενώ απασχόλησαν ως εργοδότες στην επιχείρηση αυτή, κατά τη μισθολογική περίοδο από 1.7.2011 μέχρι 31.12.2012, σε εξαρτημένη εργασία με αμοιβή, προσωπικό ασφαλισμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού τους να καταβάλουν στον Οργανισμό αυτό τις παρακάτω εισφορές μέσα σε (30) μέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εν τούτοις δεν κατέβαλαν στον Οργανισμό αυτό:

α) τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) που τους βαρύνουν κι ανέρχονται στο ποσό των 183.434,84 ευρώ από τότε που έγιναν απαιτητές και β) τις ασφαλιστικές εισφορές που παρακράτησαν με σκοπό να τις αποδώσουν στον Οργανισμό αυτό από τότε που έγιναν απαιτητές από τους σ' αυτούς εργαζομένους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) οι οποίες βαρύνουν αυτούς και ανέρχονται στο ποσό των 91.717,42 ευρώ και έτσι κατέστησαν τιμωρητέοι για υπεξαίρεση του ποσού των 275.717.42 ευρώ συνολικά.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 51, 53, 79 και 94 παρ. 1 του Π.Κ.

και 1 παρ.1, 2, 6 του Α.Ν. 86/1967, όπως η παρ. 6 προστέθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 4038/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ. και άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 που κυρώθηκε με το Ν. 2113/1952. Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρονται, κατ` είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση.

Αναφέρονται, επίσης, η επιχείρηση (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ¨...¨), που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, από το οποίο προκύπτει και ο χρόνος τέλεσης της πράξης, διαλαμβάνονται δε, επιπλέον ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης (υπαγόμενος στο Υπουργείο Εργασίας) και δη το ΙΚΑ, στο οποίο ήσαν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί, καθώς και η ιδιότητα των αναιρεσειόντων, ως Διευθυνόντων Συμβούλων του Δ.Σ.

της άνω εργοδότριας εταιρίας, υποχρέων, κατά νόμο, προς καταβολή στο ΙΚΑ των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες γεννήθηκαν καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, τόσο το πριν την ισχύ του Ν. 4075/11-4-2012, όσο και το μετά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Το γεγονός ότι αναφέρονται οι αναιρεσείοντες και ως εργοδότες δεν δημιουργεί ασάφεια, αφού μόνη η ιδιότητά τους ως διευθυνόντων συμβούλων της ως άνω εργοδότριας εταιρίας τους καθιστά από το νόμο υπεύθυνους για την καταβολή των εν λόγω εισφορών των απασχοληθέντων στην επιχείρηση αυτή.

Αναφέρονται, επίσης, και οι ασφαλιστικές εισφορές που όφειλαν οι αναιρεσείοντες, με την ως άνω ιδιότητά τους, να καταβάλουν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την ασφάλιση του προσωπικού της επιχείρησης, προσδιορίζοντας τις εργοδοτικές εισφορές που τους βαρύνουν στο ποσό των 183.434,84 και τις εργατικές, που παρακράτησαν με σκοπό να τις αποδώσουν στον Οργανισμό αυτό μέσα σε έναν μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, για τις οποίες και μόνο τιμωρούνται για υπεξαίρεση, στο ποσό των 91.717,42 ευρώ.

Εκ του γεγονότος ότι αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν "τιμωρητέοι για υπεξαίρεση του ποσού των 275.152,26 συνολικά" δεν δημιουργείται ασάφεια, διότι το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί το άθροισμα των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και από παραδρομή ανεγράφη ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν τιμωρητέοι για υπεξαίρεση του συνολικού αυτού ποσού.

Προσδιορίζεται, τέλος και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί και συγκεκριμένα η μισθολογική περίοδος από 1.7.2011 μέχρι 31.12.2012, από το οποίο προκύπτει ο χρόνος τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων. Η περαιτέρω αναφορά και της ημερομηνίας 21.2.2013 δεν δημιουργεί ασάφεια, δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης ούτε αποκλείει την παραγραφή.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την, κατά τα ανωτέρω, περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, με τις ειδικότερες αιτιάσεις της ύπαρξης ασάφειας αναφορικά:

α) με την ιδιότητα των αναιρεσειόντων (διευθύνοντες σύμβουλοι της ανωτέρω εταιρείας - εργοδότες) και συνακόλουθα με την απορρέουσα νομική υποχρέωση για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στην ανωτέρω εταιρεία, β) με τον χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων και γ) με το αντικείμενο (ποσό) της υπεξαίρεσης, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις του άρθρου 349 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠοινΔ και του άρθρου 501 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγους ανώτερης βίας αυτού ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος έγινε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για την θεμελίωσή του ώστε να τα κρίνει το δικαστήριο, άλλως αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα.

Αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ' ότι υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Θ' του ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠοινΔ), ενώ αν δεν απαντήσει στο ορισμένο αίτημα θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ιδίου ως άνω Κώδικα).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, αμέσως μετά την εκφώνηση του ονόματος των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήσαν απόντες εμφανίστηκε, ως άγγελος, η Δ. Κ., η οποία δήλωσε ότι είναι συνεργάτιδα του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων Γ.

Α. και ζήτησε, κατά πιστή μεταφορά, "αναβολή στο πρόσωπό του λόγω κωλύματος κατ' άρθρ. 349 ΚΠοινΔ Δήλωσε δε ότι ο εν λόγω Δικηγόρος βρίσκεται σε άλλη δίκη στο Κακ. Αθηνών κατόπιν διακοπής, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να προμηθευτεί βεβαίωση από την Γραμματέα Έδρας, η οποία είχε άλλο δικαστήριο την προηγούμενη ημέρα και ζήτησε να κρατηθεί η υπόθεση προκειμένου να προσκομίσει την εν λόγω βεβαίωση".

Με το ως άνω περιεχόμενο το υποβληθέν αίτημα αναβολής ήταν αόριστο αφού δεν προσδιορίστηκε το Δικαστήριο στο οποίο παρίστατο ο συνήγορος υπεράσπισης των αναιρεσειόντων και τα στοιχεία της υπόθεσης, που είχε αναλάβει να υπερασπιστεί, ο λόγος για τον οποίο ο αναφερόμενος συνήγορος επέλεξε την υπεράσπιση εκείνης της υπόθεσης από την εκπροσώπηση των αναιρεσειόντων, ούτε και η ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο αυτού για την εκπροσώπηση των αναιρεσειόντων, ώστε να μπορεί να κριθεί η νομιμότητα και ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ωστόσο, αφού προηγουμένως χορήγησε, στην ως άγγελο εξετασθείσα, προθεσμία μισής ώρας, προκειμένου να προσκομίσει βεβαίωση για την παράσταση του ως άνω συνηγόρου στην άλλη υπόθεση και δεν προσκομίστηκε τέτοια βεβαίωση, χωρίς την παρουσία και πάλι των κατηγορουμένων, μετά από όμοια εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το αίτημα, επί λέξει, ως ακολούθως: "Το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε για λογαριασμό των κατηγορουμένων εξαιτίας κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισής τους και ειδικότερα επειδή ο τελευταίος παρίσταται ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται από σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου πρέπει να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης." Η αιτιολογία αυτή, παρά την αοριστία του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής, κρίνεται επαρκής και το Δικαστήριο της ουσίας που προέβη, μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού, στην εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του, ούτε παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα των αναιρεσειόντων και συνακόλουθα δεν επήλθε εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.

Συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση, που απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης λόγω αδυναμίας του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων να παρασταθεί, ήτοι λόγω της απασχόλησής του σε υπόθεση άλλου εντολέως του, οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και της υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α', Δ' και Θ' του ισχύοντος ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ. "αν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων".

Από τη διάταξη αυτή που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος, που επαναλαμβάνονται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.

Συνεπώς, η καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της. Ο χρόνος τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ., πραγματικό περιστατικό και για το λόγο αυτόν υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει χρόνο τέλεσης της κάθε μίας από αυτές διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα ή το παραπεμπτικό βούλευμα, μόνον εάν η μεταβολή αυτή δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης ή δεν αποκλείει την παραγραφή.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ., η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.

Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνον, όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξης ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία ή για περισσότερες από τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της δίωξης ή ανέγκλητου κ.λπ..

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. α' και γ' του ισχύοντος ΚΠοινΔ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Π.Κ., ως χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για τις αξιόποινες πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού που απασχολήθηκε στην προαναφερθείσα επιχείρηση, κατά τη μισθολογική περίοδο από 1.7.2011 μέχρι 31.12.2012, που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, αφού η ποινή που προβλέπεται γι` αυτές είναι φυλάκιση και χρηματική ποινή (άρθρο 18 εδ.

β' Π.Κ.). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι μερικότερες πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 2011, οι οποίες έχουν τελεσθεί κατά το νόμο με παράλειψη την 1-9-2011, την 1-10-2011 και την 1-11-2011 αντίστοιχα, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους και, από το χρόνο τέλεσης μέχρι την 27.11.2019 (που είναι ο χρόνος δημοσίευσης της παρούσας απόφασης), παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή αυτός των πέντε ετών, που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων και τα τρία έτη που είναι ο χρόνος της αναστολής τους, το αξιόποινο αυτών έχει εξαλειφθεί.

Με βάση τα προεκτεθέντα και ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και οι αναιρεσείοντες εμφανίστηκαν στην παρούσα δίκη, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις υπέπεσαν σε μερική παραγραφή, οπότε πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί ενοχής των αναιρεσειόντων για τις μερικότερες αυτές πράξεις και να παύσει οριστικώς η εναντίον τους ποινική δίωξη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Η υπόθεση, όμως, κατά τις μη παραγραφείσες, μερικότερες πράξεις, που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τη μισθολογική περίοδο από 1.10.2011 έως και 31.12.2012, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους και δεν έχουν παραγραφεί, πρέπει να παραπεμφθεί για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την ΓΤ2317/22.6.2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις της: α) περί ενοχής των αναιρεσειόντων Λ. Β. του Α., κατοίκου ... και Π. Β. του Χ., κατοίκου ... για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών που έχουν τελεσθεί κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2011 και β) περί καθορισμού της επιβλητέας για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα ποινής.

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων για τις μερικότερες πράξεις των κατ' εξακολούθηση πράξεων της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2011.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της (περί καθορισμού της επιβλητέας για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα ποινής), για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 1.7.2019 δήλωση - αίτηση των Λ. Β. του Α., κατοίκου ... και Π. Β. του Χ., κατοίκου ..., ασκηθείσα με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 1.7.2019, για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ