Legislator Case Law & Legislation
1883/2016 AI generated

1883/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1883/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1883/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι λοιπόν που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια που ελέγχεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ, αλλά και σ’ εκείνη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, αφού προέβη στη μετατροπή της ως άνω ποινής φυλάκισης, χωρίς να έχει αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής.

Keywords

AI generated
unpaid customs duties unpaid licensing royalties capital requirements failure to prove solvency missing case documents payment service provider
AI generated
1232/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
1069/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1438/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1495/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.120/2016 πράξη τη; Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1379/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1883 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1883/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Περάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 46526/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "... Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πετρόγλου.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ..../15-4-2015 αίτησή του αναιρέσεως και στον 21-10-2016 δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ….2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και δη μόνο ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της επιβληθείσα ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών στον αναιρεσείοντα και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ίδια ως άνω αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη από 14 Απριλίου 2015 αίτηση αναίρεσης [με αριθμό πρωτ. .../2015] του καταδικασθέντος σε δεύτερο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση, Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της υπ’ αριθμό 46.526/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή [άρθρα 473 παρ.3, 474 παρ.1 και 2] και γι’ αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 21-10-2016 πρόσθετοι λόγοι [πλην του πρώτου από αυτούς, για υπέρβαση εξουσίας με τη μη κήρυξη ως απαράδεκτης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης λόγω της μη νόμιμης υποβολής της υποβληθείσας έγκλησης, που είναι απαράδεκτος μετά τη γενόμενη στο ακροατήριο πριν την έναρξη της συζήτησης με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης παραίτηση από αυτόν εκ μέρους του αναιρεσείοντος), που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε διαδοχικά με την παρ. 2 αρθρ. 1 Ν. 2207/1994, παρ. 3 αρθρ. 2 Ν. 2479/1997 και με το άρθρο 2 Ν. 3904/2010 "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μέχρι και τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, από την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η’ ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών [3] ετών και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ μετέτρεψε την ποινή φυλάκισης προς δέκα [10] ευρώ ημερησίως, επειδή έκρινε κατά λέξη ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις άλλες περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων.

Συντρέχει επομένως, νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή...". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ επιβαλλόμενη για την αιτιολόγηση ειδικώς της αρνητικής κρίσης του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή της μη υπερβαίνουσας τα τρία έτη ποινής φυλάκισης, καθόσον δεν αναφέρει πραγματικά γεγονότα που, επειδή συνέτρεχαν, απέκλειαν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, δεν μνημονεύει δε τι προκύπτει από το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου.

Έτσι λοιπόν που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια που ελέγχεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ, αλλά και σ’ εκείνη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, αφού προέβη στη μετατροπή της ως άνω ποινής φυλάκισης, χωρίς να έχει αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής.

Επομένως, οι σχετικοί, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμοι.

ΙΙΙ] Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.

Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών, που παρέχουν πλήρη απόδειξη (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ), προκύπτει, ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος δεν προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το σχετικό ισχυρισμό αλλά απλώς "ζήτησε αναγνώριση ελαφρυντικών" (σελ 7 της προσβαλλόμενης απόφασης) και δεν μπορεί να καταστεί σαφές και ορισμένο το αίτημα αυτό από το γεγονός, ότι αναγνώσθηκαν έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων, κατά τις αναφορές του αναιρεσείοντος, υποστήριζε την παραδοχή του.

Επομένως, δεν υπήρξε υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, αν και περιλήφθηκε επιγραμματική αιτιολογία για τη μη αναγνώριση αυτών και ο σχετικός δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων για απόρριψη με ελλιπή αιτιολογία των αυτοτελών ισχυρισμών για συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ομοίως απορριπτέος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της και δεν μνημόνευσε τα εκεί ιατρικά έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν ενώπιον του εκδόντος αυτήν δικαστηρίου και κατέτειναν στην αναγνώριση από αυτό για τον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού της τέλεσης της αξιόποινης πράξης από αίτια μη ταπεινά υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η’ ΚΠοινΔ. Η εν λόγω αιτίαση που ευστοχότερα εντάσσεται στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αναιρετικό λόγο, αφού άπτεται της πληρότητας της αιτιολογίας, είναι αβάσιμη, διότι από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, ότι το δικαστήριο εξαίρεσε και δεν έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, αφού μνημονεύει κατ’ είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα και μεταξύ αυτών και τα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης, όπως αυτή διατυπώνεται στην ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΙV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 1325/1972), "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.

Με την νέα, δηλαδή, ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Δεν είναι δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 46526/2014 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα) δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Σ. Μ. του Γ. με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του εκδότη κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής τους και πιο συγκεκριμένα ο ως άνω κατηγορούμενος, ο οποίος είχε συναλλαγές με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", εξέδωσε, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" στην Αθήνα στις 31.5.2009 τις εξής τρεις επιταγές χάριν καταβολής α) την υπ’ αριθ. ... επιταγή της τράπεζας "... AΕ" ποσού δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" από τον υπ’ αριθ. ... λογαριασμό που η εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ" τηρούσε στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα, β) την υπ’ αριθ. ... επιταγή της τράπεζας "... AΕ" ποσού 575.106,72 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" από τον υπ’ αριθ. ... λογαριασμό που η εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο ανώνυμη εταιρεία "...

ΑΕ" τηρούσε στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα και γ) την υπ’ αριθ. ... επιταγή της τράπεζας "... AΕ" ποσού 777.138 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" από τον υπ’ αριθ. ... λογαριασμό που η εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ" τηρούσε στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα.

Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 5-6-2009 προς πληρωμή από την λήπτρια αυτών εταιρεία "... ΑΕ" στην πληρώτρια τράπεζα "... AΕ" και δη στο Υποκατάστημα ..., πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως τούτο βεβαιώθηκε στο σώμα των ως άνω επιταγών από τους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας.

Περαιτέρω το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης όσο και κατά τον χρόνο πληρωμής των ως άνω επιταγών γνώριζε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας των επιταγών εταιρείας, ότι δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό που η εταιρεία αυτή τηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα και παρόλα αυτά εξέδωσε τις επίμαχες τρεις επιταγές προκαλώντας ισόποση με το άθροισμα των ποσών για τα οποία εκδόθηκαν οι επιταγές ζημία στην εγκαλούσα εταιρεία και νόμιμη κομίστρια των επιταγών.

Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση.". Στο διατακτικό της ίδιας ως άνω απόφασης αναφορικά με την εν λόγω πράξη αναφέρει, ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο, του ότι: "στην Αθήνα, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "...

ΑΕ" με πρόθεση τρεις τραπεζικές επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, καθώς δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, ούτε κατά τον χρόνο της εκδόσεως ούτε κατά τον χρόνο πληρωμής αυτών. Ειδικότερα, δε, ο κατηγορούμενος, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο χρόνο και τόπο, εξέδωσε με πρόθεση τις κάτωθι τρεις τραπεζικές επιταγές, ήτοι α) την με αριθμό ...

τραπεζική επιταγή, εις διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" ποσού 2.000.000 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" με ημερομηνία εκδόσεως την 31.5.2009, β) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, εις διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" ποσού 575.106,72 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" με ημερομηνία εκδόσεως την 31.5.2009 και γ) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, εις διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" ποσού 777.138 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" με ημερομηνία εκδόσεως την 31.5.2009, οι οποίες (επιταγές), μολονότι εμφανίστηκαν προς πληρωμή εμπρόθεσμα ήτοι την 5.6.2009 και δη από τη νόμιμη κομίστρια αυτής, ήτοι την ως άνω εταιρεία-λήπτρια των επιταγών, ως αυτή νομίμως εκπροσωπείται, δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα (Τράπεζα ...) καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, ο οποίος ετηρείτο σε αυτήν, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος.

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολογία της γνώσης του αναιρεσείοντος ως προς τη μη ύπαρξη, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής της ένδικης επιταγής, διαθέσιμων κεφαλαίων, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής υποκειμενικώς αρκεί ο απλός δόλος, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη, β) το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα τεθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, κάτι το οποίο προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασής του.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η αναφορά των αποδεικτικών μέσων κατ’ είδος γενικώς χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω λόγο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν τη σχετική με τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Ειδικότερα εντασσόμενη στα πλαίσια της τελευταίας απορριπτικής αιτιολογίας είναι απαράδεκτη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμονίζεται με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα το αναφερόμενο στο χρόνο έκδοσης των επίδικων ακάλυπτων επιταγών από 28-4-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 46526/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη μόνο ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στον αναιρεσείοντα Σ. Μ. του Γ., κάτοικο ... σε χρηματική.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14 Απριλίου 2015 αίτηση του Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., κατά της 46526/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και τους επ’ αυτής με χρονολογία 21-10-2016 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ