Legislator Case Law & Legislation
1883/2014 AI generated

1883/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1883/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1883/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1883 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1883/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΕΛΑΜΩΝ ΑΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαρμπούρη ο οποίος ανεκάλεσε την από 13-3-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4074/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5034/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5034/11 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 30/6/04 εφέσεως της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την 4074/06 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 22/9/04 αγωγή της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής, δέχτηκε αυτήν μερικώς και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το ποσό των 657.373,44 ευρώ, νομιμοτόκως, για την αναφερόμενη σ' αυτήν αιτία.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 αφορά ισχυρισμούς, ενώ εκείνος από τον αρ. 9 ΚΠολΔ αφορά αιτήσεις. Ειδικότερα, αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 η κυρία ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά.

Έτσι, ιδρύεται ο λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων και όταν εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Ο δε προβλεπόμενος από τη διάταξη του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.

Εξάλλου, η κατά την έννοια των άρθρων 35, 36, 39 και 44 ν. δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 Εισ. Ν. ΑΚ, ενεχύραση απαίτησης του οφειλέτη της πιστώτριας εταιρείας κατά τρίτου προς εξασφάλιση προγενέστερης απαίτησης αυτής, λόγω δανείου, απλού ή υπό ανοικτό λογαριασμό, συνεπάγεται την εκχώρηση της απαίτησης από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια (άρθρ. 455 επ.

ΑΚ), η οποία δικαιούται να την εισπράξει, ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση τυχόν υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1048/98, 480/06, 857/2004). Με τις διατάξεις αυτές, εισήχθη, ως προς την ενεχύραση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιριών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, ή προγενέστερων απαιτήσεών τους, εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.

Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ' αυτόν, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 108/1997).

Τέλος, κατά το άρθρο 335 ΑΚ, αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικώς ή μερικώς αδύνατη, για λόγους που είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή, που επέρχεται από την αδυναμία, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 336 εδ. α' ΑΚ, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει, ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Τέτοια αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής, θεμελιωτική αποζημιωτικής αξίωσης του ενεχυραστή, συντρέχει και στην περίπτωση που ο ενεχυρούχος δανειστής αδυνατεί (υπαιτίως) να προβεί σε επανεκχώρηση στον ενεχυραστή της ενεχυρασθείσας απαίτησης, επειδή την εισέπραξε, παρά την γνωστή σ' αυτόν προηγηθείσα απόσβεση του ασφαλισθέντος με την ενεχύρασή της χρέους.

Στην ένδικη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 22/9/2004 αγωγή της, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ισχυρίστηκε: 'Οτι στις 9/4/1997 ενεχυρίασε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, την απαίτηση που είχε από την επικαλούμενη σύμβαση εργολαβίας για την εκτέλεση δημοσίου έργου, προς εξασφάλιση απαιτήσεως της εναγομένης κατά της εταιρείας "ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ MIX.

Τ.", που πήγαζε από σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 2.200.000.000 δραχμών. Ότι, στις 22-10-1997, υπεγράφη συμπληρωματική σύμβαση ενεχυριάσεως, κατόπιν αναπροσαρμογής του εργολαβικού συμφωνητικού για το άνω δημόσιο έργο. Ότι, στις 11/10/1999, υπεγράφη σύμβαση αναδιάρθρωσης του χρέους της πιστούχου εταιρείας με τράπεζες, μεταξύ των οποίων ήταν και η εναγόμενη, με σκοπό την εξασφάλιση των συμφερόντων των τραπεζών και την εξυγίανση της εταιρείας αυτής για να καταστεί βιώσιμη, με τους αναφερόμενους ειδικότερους όρους μετά την εκπλήρωση των οποίων το χρέος της (το ασφαλισμένο με την ενεχυρασθείσα απαίτηση) θα είχε αποσβεστεί έναντι των τραπεζών.

Ότι τηρήθηκε η συμφωνία αυτή και εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα μέρη που συνεβλήθησαν, οπότε η ασφαλισμένη απαίτηση της εναγομένης αποσβέστηκε ήδη από τις 12/2/2001. Ότι, παρά το γεγονός της απόσβεσης της απαίτησης, η εναγομένη όχι μόνο δεν επανεκχώρησε την ενεχυρασθείσα απαίτηση της ενάγουσας από το ως άνω εργολαβικό στην τελευταία, αλλά παρότι γνώριζε την απόσβεση του ασφαλισμένου χρέους, εισέπραξε την απαίτηση ποσού 657.373,44 ευρώ, με αποτέλεσμα να περιέλθει πλέον σε υπαίτια αδυναμία εκπληρώσεως της συμβατικής της υποχρεώσεως (κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ) προς επανεκχώρηση σ' αυτήν της ενεχυρασθείσας απαίτησης.

Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 657.373,44 ευρώ, ως αποζημίωσή της (θετικό διαφέρον) από το άρθρο 335 ΑΚ, με το νόμιμο τόκο από την όχλησή της, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικώς δε ζήτησε να αναγνωριστεί η οφειλή του ποσού αυτού κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντιθέτως, δέχτηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Η ενάγουσα με την από 9-4- 1997 και την από 22-10-1997 σύμβαση ενεχυριάσεως απαιτήσεως, ενεχυρίασε την απαίτησή της που πηγάζει από το αναπροσαρμοσμένο από 30-7-1997 εργολαβικό συμφωνητικό για την κατασκευή του έργου ....

συνολικού ύψους 1.430.000.000 δραχμών, ως αναδόχου του έργου αυτού, προς εξασφάλιση της πίστωσης που παρείχε η εναγόμενη, με την υπ' αρ. 13376/9-4-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, προς την εταιρεία ... ποσού 3.500.000.000 δρχ. Κατά το τέλος του μηνός Ιουνίου του 1999 η άνω ανώνυμη εταιρεία (ΑΒΕΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ Μ.

Τ.), ευρίσκετο σε κακή οικονομική κατάσταση διότι χρωστούσε στις τράπεζες το ποσό των 10.609.180.624 δραχμών. Προς αποφυγή λήψεως αναγκαστικών μέτρων κατά της εταιρείας αυτής και προς εξυγίανση αυτής αλλά και προς διασφάλιση των απαιτήσεων των δανειστριών τραπεζών επετεύχθη μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων και υπεγράφη την 11-10-1999 σύμβαση ρύθμισης και αναδιάρθρωσης των χρεών της άνω ανώνυμης εταιρείας μεταξύ της εταιρείας αυτής, των Γ.

Τ., Μ. Τ., Δ. Τ., οκτώ τραπεζών μεταξύ των οποίων και η εναγομένη και των Κ. Κ., Κ. Τ. και Π. Π. των τελευταίων ως "φορέων της επένδυσης". Με τη σύμβαση αυτή οι τράπεζες διέγραψαν το 20% των απαιτήσεών τους κατά της άνω ΑΕ, ήτοι ποσό 2.121.386.125 δραχμών (άρθρ. 1,02) υπό την προϋπόθεση αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 3.388.242.000 δραχμών και το υπόλοιπο ποσό του 80% του χρέους προς τις τράπεζες αναδιαρθρώθηκε κατά τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως αυτής, μεταξύ των οποίων οι τράπεζες θα αναλάβουν 11.316.460 νέες κοινές ονομαστικές μετοχές της άνω ΑΕ σε τιμή διαθέσεως 750 δρχ.

ήτοι εν συνόλω 8.487.345.000 δρχ. και οι άνω φορείς θα αναλάβουν 2.300.000 τέτοιες μετοχές στην ίδια τιμή ήτοι εν συνόλω 1.725.000.000 δραχμών. Συμφωνήθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι η άνω ΑΕ θα ανοίξει δεσμευμένο λογαριασμό στην διαχειρίστρια της συμβάσεως αυτής ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ χορηγώντας προς την τράπεζα αυτή την ανέκκλητη εντολή να πιστώνει αμέσως τους λογαριασμούς των τραπεζών με το ποσό που κάθε μία από αυτές θα καταθέσει προς κάλυψη του τιμήματος των μετοχών.

Συμφωνήθηκε επίσης ρητά ότι η καταβολή των ανωτέρω ποσών, που ανέρχονται στο 80% του χρέους της άνω ΑΕ προς τις τράπεζες, θα επιφέρει πλήρη εξόφληση και ολοσχερή απόσβεση των απαιτήσεων των τραπεζών κατά της άνω ΑΕ (αρθ. 2.01.4). Επίσης συμφωνήθηκε ρητά ότι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των τραπεζών και των φορέων και εν γένει η εκτέλεση της συμβάσεως αυτής θα τελεί υπό την αίρεση της σωρευτικής επελεύσεως α) της υπογραφής της σύμβασης από όλους τους συμβαλλομένους, β) ...

γ) της καταβολής από τους φορείς του ποσού της συμμετοχής τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω ΑΕ (άρθρ. 2.03). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως ρύθμισης και αναδιάρθρωσης χρέους, που υπογράφηκε από όλους τους συμβαλλόμενους, έγινε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ, η οποία εγκρίθηκε από την Διοίκηση και το Χρηματιστήριο Αθηνών, κατεβλήθησαν τα χρήματα στον ειδικό λογαριασμό που είχε ανοιχθεί στην διαχειρίστρια της σύμβασης ALPHA BANK, μέσω του οποίου η εναγόμενη εισέπραξε το ποσό των 1.407.652.341 δρχ. (ήτοι το 80% της απαιτήσεώς της μετά την διαγραφή του 20%) σε πλήρη εξόφληση της απαιτήσεώς της που απορρέει από την ανωτέρω ...

σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού η οποία ασφαλιζόταν από την επίδικη σύμβαση ενεχύρου.

Συνεπώς εφόσον εκπληρώθηκαν όλοι οι όροι της από 11-10-1999 σύμβασης αναδιάρθρωσης χρέους και η απαίτηση της εναγόμενης κατά της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού που ασφαλιζόταν από την σύμβαση ενεχύρου, εξοφλήθηκε, αποσβέστηκε και το ενέχυρο εφόσον αποσβέσθηκε η απαίτηση για χάρη της οποίας είχε συσταθεί.

Όμως παρά την κατά τα ανωτέρω απόσβεση του ασφαλιζομένου με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, χρέους της ΤΕΧΝΟΔΟΜΗΣ, η εναγόμενη δεν προέβη όπως όφειλε, σε επανεκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαιτήσεως, παρά την από 14-1-2002 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της ενάγουσας, αλλά αντιθέτως προέβη στην συνέχεια στις 4-2-2002 στην είσπραξη της ενεχυρασθείσας απαιτήσεως, ήτοι στην είσπραξη των υπ' αριθ. ...

και 16 Β.14-12-2001 εντολών πληρωμής που είχε εκδώσει ο κύριος του έργου του Σαρανταπόταμου δηλαδή η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Αττικής, για το υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος της ενάγουσας από την σύμβαση κατασκευής του έργου Σαρανταπόταμου ποσού 224.000.000 δρχ. ήδη 657.373,44 ευρώ. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το χρέος της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ προς τις Τράπεζες, μέρος του οποίου ασφαλίζει η επίδικη σύμβαση ενεχυριάσεως απαιτήσεως, δεν έχει ακόμη αποσβεσθεί διότι η από 11-10-1999 Σύμβαση αναδιάρθρωσης χρέους δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί καθόσον οι φορείς της επένδυσης δεν έχουν επαναγοράσει τις μετοχές.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε αναιρούμενος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προσηκόντως συνεκτιμωμένου και επομένως είναι απορριπτέος. Και είναι μεν αληθές ότι στο άρθρο 2.04 της συμβάσεως αναδιάρθρωσης χρέους συμφωνήθηκε ότι: "οι Φορείς της επένδυσης θα αγοράσουν το 97% των μετοχών της "ΑΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ" που ανήκουν στις Τράπεζες εντός 3 ετών από την ημερομηνία έναρξης της άνω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου....

οι δε τράπεζες οφείλουν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στους φορείς τις ανωτέρω μετοχές ...", όμως από το περιεχόμενο και την διατύπωση των ανωτέρω όρων της συμβάσεως αναδιάρθρωσης ερμηνευόμενης αυτής ως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173, 200 AK, όπου υπάρχει ασάφεια ως προς τον χρόνο εξόφλησης και απόσβεσης των απαιτήσεων των Τραπεζών, αποδείχθηκε ότι η εξόφληση των χρεών της ΤΕΧΝΟΔΟΜΗΣ προς τις Τράπεζες, εξαρτήθηκε αποκλειστικά και μόνο από την καταβολή των ποσών του 80% του χρέους της πιστούχου εταιρείας προς τις Τράπεζες με την προβλεφθείσα διαδικασία αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου, υπό την αίρεση της καταβολής από τους φορείς της επένδυσης του ποσού της συμμετοχής τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ.

Από κανένα σημείο της από 11-10-1999 συμβάσεως αναδιάρθρωσης χρέους δεν προκύπτει ότι η εξόφληση των οφειλών της ΑΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ προς την εναγόμενη εξαρτάται από την αγορά των μετοχών της εναγομένης από τους Φορείς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Η υποχρέωση των Φορέων της επένδυσης να αγοράσουν εντός 3τίας το 97% των μετοχών της πιστούχου εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΕ που ανήκουν στις Τράπεζες, δεν αίρει την εξόφληση των χρεών αυτής που επήλθε, κατά τα ανωτέρω, με την καταβολή του 80% των χρεών αυτής αλλά δημιουργεί μία νέα απαίτηση της εναγόμενης (και των λοιπών Τραπεζών) αποκλειστικά έναντι των Φορέων και όχι έναντι της ενάγουσας, η οποία είχε συστήσει το επίδικο ενέχειρο αποκλειστικά και μόνο για την εξασφάλιση της ήδη αποσβεσθείσας οφειλής της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ προς την εναγόμενη που απέρρεε από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι για την εξασφάλιση της νέας απαιτήσεως της εναγόμενης που δημιουργήθηκε κατά των φορέων της επένδυσης. 'Εσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι δεν αποσβέστηκε η απαίτηση της εναγομένης την οποία ασφάλισε το επίδικο ενέχυρο, διότι οι Φορείς της επενδύσεως δεν επαναγόρασαν τις μετοχές των Τραπεζών και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και επομένως οι σχετικοί λόγοι εφέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της αναγκαίως και κατά την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων. Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα 657.373,44 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής καθόσον δεν αποδείχθηκε προηγούμενη όχληση της εναγόμενης με την από 14-1- 2002 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας ...".

Με τις παραδοχές αυτές, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της απόσβεσης του επίμαχου ενεχύρου λόγω απόσβεσης της ασφαλιζόμενης απαίτησης, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, στις εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 39, 44 του Ν.Δ/τος της 17.7/13-8-1923, τις οποίες ως εξαιρετικό δίκαιο και τις συμπληρωματικές αυτών διατάξεις των άρθρων 1247-1256 του ΑΚ, παρέθεσε με λεπτομερή ανάπτυξη στην διαλαμβανόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης μείζονα σκέψη και τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και δή: α) ως προς την ενεχύραση απαίτησης εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης για την εξασφάλιση απαίτησης της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, από παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, την οποία επαρκώς προσδιόρισε, β) ως προς την εκχώρηση αυτής προς την πιστώτρια, η οποία, ως εκδοχέας, εισέπραξε ήδη την εκχωρισθείσα απαίτηση (γεγονός που προϋπέθετε σαφώς προηγηθείσα σύννομη αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη), γ) την απόσβεση της απαίτησης προς εξασφάλιση της οποίας καταρτίσθηκε η ενεχυρική σύμβαση.

Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Το Εφετείο, δεχόμενο, ως μερικώς ουσιαστικά βάσιμη (απορριφθέντος μόνο του αιτήματος για τόκους από χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής), την έχουσα το πιο πάνω αναφερθέν περιεχόμενο αγωγή, δέχτηκε την, κατά την κύρια αγωγική βάση της, ύπαρξη αποζημιωτικής αξίωσης της αvαιρεσίβλητης (λόγω υπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της απορρέουσας από το νόμο υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς επανεκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης), εφόσον διέλαβε στην απόφασή του τα απαραίτητα για τη στοιχειοθέτησή της περιστατικά.

Ειδικότερα, προκειμένης περιπτώσεως νόθου αντικειμενικής ευθύνης, οπότε η υπαιτιότητα για αθέτηση της υποχρεώσεως τεκμαίρεται (υποδηλούμενη άλλωστε η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι αυτή γνώριζε την απόσβεση της ασφαλισθείσας απαίτησης), δέχτηκε (το Εφετείο) ότι η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν προέβη στην επανεκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης, όπως όφειλε, αλλ' αντιθέτως προέβη στην είσπραξή της, παρά την απόσβεση του χρέους της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ, που είχε ασφαλιστεί με την ενεχυρασθείσα απαίτηση.

Οι εν λόγω παραδοχές εμπεριέχουν αυτονοήτως και την παραδοχή για αδυναμία πλέον επανεκχωρήσεως της ενεχυρασθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης (εφόσον με την είσπραξή της από την αναιρεσείουσα αποσβέστηκε) και την εντεύθεν ισόποση περιουσιακή ζημία της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, μη λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ούτε επιδίκασε απαίτηση που δεν ζητήθηκε και τέλος, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, σχετικών με την ως άνω κύρια αγωγική βάση. Επομένως, ο 1ος λόγος με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο 2ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται επικουρικώς η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις παραπάνω αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/1/2012 αίτηση της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, για αναίρεση της 5034/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ