Legislator Case Law & Legislation
1883/2007 AI generated

1883/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1883/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 507/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6396/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1883/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι τελευταίοι αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, αλλά εκπροσωπήθηκαν από την ως πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Φουντουλάκη, στην οποία όμως δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται, ότι είχε δοθεί από τους αναιρεσιβλήτους με συμβολαιογραφική πράξη πληρεξουσιότητα για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1883 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1883/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε." που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής, Αερολιμένας "Ελευθέριος Βενιζέλος", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2....., Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω εταιρείας, κατοίκου ομοίως, 3...., Προέδρου του Δ.Σ της ως άνω εταιρείας, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Φουντουλάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 507/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6396/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 29/8/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) στο άρθρο 94 παρ.1, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ.1, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, γ) στο άρθρο 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας και δ) στο άρθρο 576 παρ.2, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα ..... και .... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

Οι τελευταίοι αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, αλλά εκπροσωπήθηκαν από την ως πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Φουντουλάκη, στην οποία όμως δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται, ότι είχε δοθεί από τους αναιρεσιβλήτους με συμβολαιογραφική πράξη πληρεξουσιότητα για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι που δεν παρίστανται με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ παρέχεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται επίκληση.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο επτά έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) την από 12-8-2000 και με αριθμό πρωτοκόλλου 4366/14-8-2000 αναφορά του αναιρεσείοντος, 2) την με αριθμό πρωτοκόλλου 4842/12-9-2000 αναφορά του αναιρεσείοντος 3) την από 16-11-2000 αναφορά της υπαλλήλου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ....., 4) το από Αυγούστου 1997 (ΔΣ/ 1371/29-8-1997) οργανόγραμμα της διευθύνσεως Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, 5) το με αριθμό 45 από 13-5-2002 πτυχίο της Φ1 από το ΤΕΙ Πειραιώς 6) το από Νοεμβρίου 987 δίπλωμα της Φ1 από το ANGLOSCHOOL LONDON και 7) την από 24-9-1999 βεβαίωση του Διεθνούς Κέντρου Επιμορφώσεως ΕΠΕ με γνώση από την Φ1 χρήσεως ηλεκτρονικού υπολογιστή, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους που τα προσκόμισαν και με βάση το περιεχόμενο των οποίων αυτό (Εφετείο) κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε πως ο αναιρεσείων υπερείχε καταφανώς, κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι της συναδέλφου του Φ1 κατά τρόπο που να μην είναι καταχρηστική η κατά την 31-11-2000 τοποθέτηση της τελευταίας αντί αυτού στη θέση του Διευθυντή Τομέα Διαχείρισης Εσόδων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με την μη ειδική αναφορά και αξιολόγηση κανενός των ως άνω επτά εγγράφων που επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει αδιστάκτως ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα.

Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά.

Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεως του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ Ολομ. 25/2003).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, η λήψη υπόψη μη προταθέντος πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα: α) ότι ο αναιρεσείων αδυνατούσε και πολλές φορές αρνείτο να συνεργασθεί με τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων .....

και να εκτελέσει διάφορες εργασίες που του ανετίθεντο και β) ότι η Φ1 διέθετε επαρκείς τεχνικές γνώσεις, διοικητικές ικανότητες, ζήλο και γενικά ότι είχε αυξημένη υπηρεσιακή απόδοση, με συνέπεια να καταλήξει στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε καταφανής υπεροχή κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος έναντι της Φ1 και να απορρίψει την ένδικη αγωγή του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που έγιναν δεκτοί από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το Εφετείο, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, την απορριπτική του κρίση στήριξε όχι στην παραδοχή των ως άνω μη προταθέντων ισχυρισμών, αλλά στην μη απόδειξη της συνδρομής και άλλων περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την φερόμενη ως καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι της συναδέλφου του Φ1 θα θεμελίωναν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, αλλά για τοποθέτηση υπαλλήλου σε θέση ευθύνης της επιχειρήσεως της τελευταίας αυτής (πρώτης των αναιρεσιβλήτων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση του ..... περί αναιρέσεως της 6396/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ