Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for insurance contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in an insurance dispute. The appellant failed to appear at the hearing, yet the court proceeded because the opposing party had legally served all documents, including the appeal request and summons. Additionally, the court rejected the argument that the lower court erred in finding the insured had fraudulently concealed pre-existing illnesses, confirming the appeal was baseless on both procedural and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, and 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure; Articles 3 §§ 1 and 6 of Law 2496/1997: The Supreme Court must ex officio verify if the absent defendant was properly and timely summoned and proceed with the hearing if so; an appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, including rules on contract interpretation, and the insured must declare all known risk factors truthfully.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1883 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) M.Κ.
Αριθμός 1883/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Καρακόϊδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4802/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 90/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 20 Ιουλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εν προκειμένω, από την προσαγομένη υπ' αρ. 6952γ/10.3.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα. Επομένως, αφού αυτός δεν ενεφανίσθη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εξεπροσωπήθη με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 6 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 16.5.1997, "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης ν'απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου" και "σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην § 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε, που έλαβε γνώση της παράβασης.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν ο λήπτης της ασφαλίσεως (αντισυμβαλλόμενος) παρέβη από δόλο την υποχρέωσή του να δηλώσει (και να μην αποσιωπήσει) στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικώς ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εντός ενός μηνός, αφότου έλαβε γνώση της παραβάσεως, με αποτέλεσμα την άμεση απαλλαγή του προς πληρωμή του ασφαλίσματος.
Το ίδιο αποτέλεσμα επέρχεται, παρά το ότι δεν έχει προηγηθεί καταγγελία, αν ο ασφαλιστής ανακαλύψει το πρώτον τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία του κινδύνου και επίσης ότι από δόλο αυτά δεν είχαν δηλωθεί από το λήπτη της ασφαλίσεως, κατά την αναγγελία της επελεύσεως του κινδύνου και κατά την έρευνα των περιστατικών και στοιχείων του κινδύνου, αφού δεν μπορεί να εξαρτηθεί η ευθύνη του από το τυχαίο γεγονός του πότε περιήλθε σε γνώση του η ως άνω παράβαση του λήπτη της ασφαλίσεως.
Περαιτέρω, την ως άνω υποχρέωση για τις αληθείς και σωστές ανακοινώσεις, το ασφαλιστικό βάρος δηλαδή, το έχει ο λήπτης της ασφαλίσεως (αντισυμβαλλόμενος), που συνήθως είναι και ο ασφαλισμένος (το πρόσωπο για χάρη του οποίου συνάπτεται η ασφάλιση). Αν είναι διαφορετικά πρόσωπα, ο ασφαλιστής, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, απαλλάσσεται, οποιοδήποτε από τα δύο πρόσωπα παρέβη το βάρος.
Στην περίπτωση, δηλαδή, που ο ασφαλισμένος δεν δηλώνει από δόλο στοιχεία ή περιστατικά, τα οποία μπορεί να επιφέρουν σημαντική επίταση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως. Την καταγγελία αυτή της συμβάσεως ασφαλίσεως, συνεπεία της οποίας απαλλάσσεται ο ασφαλιστής της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μπορεί, εναγόμενος από το λήπτη της ασφαλίσεως ή τον ασφαλισμένο κλπ, να την προβάλει κατ' ένσταση, ενώ ο λήπτης της ασφαλίσεως μπορεί προς απόκρουση της ενστάσεως αυτής να προβάλει κατ' αντένσταση, ότι υφίσταται ευθύνη του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι δεν είχε δικαίωμα καταγγελίας, καθόσον είχε γνώση της πραγματικής καταστάσεως του κινδύνου.
Με τη γνώση αυτή του ασφαλιστή, που είναι κατά νόμο μόνον ανώνυμη εταιρία, εξομοιώνεται και η γνώση των περιστατικών αυτών από τον αντιπρόσωπο και εντολοδόχο του ασφαλιστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ. ΑΚ.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος μετά την υποβολή της από 27.3.2000 αιτήσεώς του (προτάσεως) προς την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, που έγινε με την προπαρασκευή του ασφαλιστικού συμβούλου αυτής ... ο οποίος τελούσε υπό την εποπτεία του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, ..., που είναι από πολλών ετών φίλος του (εφεσιβλήτου), κατάρτισε με αυτή, πλην άλλων, σύμβαση ασφαλίσεως ζωής ως και νοσοκομειακής περιθάλψεως "MAXIMA GOLD", με ασφαλισμένη τη σύζυγό του ...
και εκδόθηκε και το υπ' αριθ. 01349548/27.3.2000 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής. Ειδικότερα, η εκκαλούσα με το υπ' αριθ. 20 προσάρτημα του παραπάνω ασφαλιστικού συμβολαίου ανέλαβε την κάλυψη των δαπανών, που θα προκύψουν, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας για θεραπεία της ασφαλισμένης εντός νοσοκομείου, εξαιτίας ασθενείας ή ατυχήματος.
Η ασφαλισμένη ... πριν την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως εξετάσθηκε από τον ιατρό της εκκαλούσας ... και απάντησε σε ειδικό έντυπο ερωτηματολόγιο αυτής, το οποίο συνυποβλήθηκε σ' αυτή με την παραπάνω αίτηση (πρόταση) ασφαλίσεως. Αυτή, ενώ είχε εισαχθεί και νοσηλευθεί στο "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 25.3.1997 έως 29.3.1997 και είχε τότε διαγνωσθεί ότι είχε υποστεί οξύ συγχυτικό επεισόδιο με απώλεια της συνειδήσεως, διαρκείας 24 ωρών, μετά από λοίμωξη αναπνευστικού, ότι έπασχε από κατάθλιψη από ετών και ότι εμφάνιζε (ψηλαφητό) μόρφωμα αριστερού μαστού, ασθένειες για τις οποίες και νοσηλεύτηκε τότε στο άνω Νοσηλευτικό Κέντρο (Ιατρικό Αθηνών), απάντησε αρνητικά ενυπογράφως στις ερωτήσεις του ειδικού εντύπου ερωτηματολογίου με ημερομηνία 21.2.2000, που υποβλήθηκε στην εκκαλούσα στις 25.2.2000, έχετε ή είχατε ποτέ α) απώλεια αισθήσεων (10.5) β) κατάθλιψη (10.9) και γ) νεόπλασμα, όγκο ή καρκίνο οποιασδήποτε μορφής (16) και αποσιώπησε στην ερώτηση "εάν είχατε νοσηλευθεί σε νοσοκομείο ή κλινική για ποια αιτία και με ποιο αποτέλεσμα", εκτός της νοσηλείας της για σκωληκοειδίτιδα και αμυγδαλίτιδα, ότι είχε νοσηλευθεί και για τις παραπάνω αιτίες, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εκ μέρους της εκκαλούσας το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 4.7.2000 ο χειρουργός ιατρός ..., μετά από εξέταση της ασφαλισμένης ..., διαπίστωσε ότι αυτή έπασχε από αδενοκαρκίνωμα του δεξιού μαστού και της συνέστησε άμεση χειρουργική επέμβαση. Πράγματι αυτή στις 24.7.2000 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ογκολογίας στο Μιλάνο της Ιταλίας.
Στις αρχές Αυγούστου 2000, στα πλαίσια διερευνήσεως καλύψεως υπό της εκκαλούσας της περιπτώσεως αυτής, η ασφαλισμένη εξετάσθηκε από τον ιατρό της εκκαλούσας .... Κατά την εξέταση ο ιατρός πληροφορήθηκε υπ' αυτής ότι είχε νοσηλευθεί στο "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ" κατά το χρονικό διάστημα από 25.3.1997 έως 29.3.1997. Αμέσως η εκκαλούσα με την από 17.8.2000 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, την οποία απηύθυνε προς τον εφεσίβλητο (αλλά και την ασφαλισμένη σύζυγό του) και επέδωσε σ' αυτόν στις 31.8.20000, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 13849Β/31.8.2000 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...., ζήτησε το ιατρικό φάκελλο νοσηλείας της ασφαλισμένης στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ως και τα συνταγολόγια του ασφαλιστικού της βιβλιαρίου, για να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν, βάσει της ασφαλιστικής συμβάσεως, οι προϋποθέσεις καταβολής αποζημιώσεως.
Τα στοιχεία αυτά δεν προσκομίσθηκαν τότε στην εκκαλούσα, αλλά και αυτή δεν κάλυψε ασφαλιστικά την παραπάνω περίπτωση, για το λόγο ότι ρητώς εξαιρείτο με το ασφαλιστήριο, δεδομένου ότι δεν είχαν παρέλθει 6 μήνες από της ισχύος του, ώστε να καλυφθούν επεμβάσεις στο εξωτερικό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 13.9.2001, και ενώ ήταν σε ισχύ η παραπάνω ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλισμένη ....
εισήχθη στο "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΑΕ ΥΓΕΙΑ" και υποβλήθηκε σε χειρουργική λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή. Στη συνέχεια ο εφεσίβλητος ζήτησε από την εκκαλούσα, λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, να καλύψει απ' ευθείας, κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όλα τα έξοδα της νοσοκομειακής περιθάλψεως της ασφαλισμένης συζύγου του ....
Η εκκαλούσα όμως ζήτησε την προηγούμενη προσκόμιση του ιατρικού φακέλλου της ασφαλισμένης, κατά τη νοσηλεία της στο "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ" κατά το χρονικό διάστημα από 25.3.1997 έως 29.3.1997, τον οποίο, παρά την ως άνω πρόσκληση, δεν είχε μέχρι τότε προσκομίσει ο εφεσίβλητος, προκειμένου να κρίνει, εάν συντρέχουν, βάσει των όρων της ασφαλιστικής συμβάσεως, οι προϋποθέσεις καλύψεως υπ' αυτής της αμέσως παραπάνω περιπτώσεως.
Τα στοιχεία αυτά προσκομίσθηκαν στην εκκαλούσα στις 20.9.2001. Τότε, αυτή ανακάλυψε για πρώτη φορά ότι η ασφαλισμένη ..., κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως, είχε παραβεί την υποχρέωσή της να προβεί σε αληθινές ανακοινώσεις και να μην αποσιωπήσει τα στοιχεία και περιστατικά για τα οποία αυτή της είχε θέσει σαφείς γραπτές ερωτήσεις, όπως αναλυτικά έχει αναφερθεί παραπάνω.
Ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, ότι αυτή απάντησε θετικά στις ερωτήσεις αυτές, πλην όμως ο ιατρός δεν έκρινε σκόπιμο να αναφέρει τα περιστατικά αυτά, γεγονός που κατ' αυτόν επιβεβαιώνει και η ασφαλισμένη στην κατάθεσή της, δεν αποτελεί πειστική εξήγηση, και παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος. Η εκ μέρους της ασφαλισμένης παράβαση έγινε από δόλο, δεδομένου ότι αυτή γνώριζε τα στοιχεία και περιστατικά αυτά σχετικά με τις άνω ασθένειές της και τη νοσηλεία της γι' αυτές στο Ιατρικό Αθηνών, της υποβλήθηκαν συγκεκριμένα και σαφή ερωτήματα και τα αποσιώπησε.
Μάλιστα, ο εφεσίβλητος κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης γνώριζε την άνω δόλια συμπεριφορά της ασφαλισμένης συζύγου του, στην οποία είχε εκ των προτέρων συμφωνήσει, προκειμένου να παραπλανήσουν την εκκαλούσα, ώστε η τελευταία να δεχθεί την ασφάλιση με το άνω ασφάλιστρο. Τα στοιχεία και περιστατικά αυτά, τα οποία δεν δήλωσε και αποσιώπησε η ασφαλισμένη και τα οποία δεν περιήλθαν έτσι σε γνώση τα εκκαλούσας, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως, ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου και την ανάληψή του ή όχι εκ μέρους αυτής (εκκαλούσας), καθώς και για το ύψος του ασφαλίστρου ή της ζήτησης επασφαλίστρου.
Η .... έπρεπε να απαντήσει θετικά στα ανωτέρω κρίσιμα ερωτήματα, αφού σαφώς ερωτήθηκε αν έπασχε από τις ασθένειες αυτές, είτε κατά τον χρόνο απάντησης στο ιατρικό αυτό ερωτηματολόγιο είτε στο παρελθόν, αλλ' αυτή δολίως απάντησε αρνητικά (ΟΧΙ) στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα κατά τα προεκτιθέμενα. Ο εφεσίβλητος, μετά την πληρωμή εκ μέρους του των εξόδων νοσοκομειακής περιθάλψεως της συζύγου του ...., κατά τη νοσηλεία της στο "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΑΕ ΥΓΕΙΑ" επέδωσε προς την εκκαλούσα στις 8.10.2001 την από 1.10.2001 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, υποβάλλοντας συγχρόνως και τις αποδείξεις του Θεραπευτικού Κέντρου και ζήτησε την καταβολή του συνολικού ποσού των 2.256.033 δραχμών.
Η εκκαλούσα, μετά από αυτά, με την από 10.10.2001 δήλωσή της, την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 15.383Β/2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά, ..., επέδωσε στον εφεσίβλητο στις 15.10.2001 και τη συνημμένη σ' αυτή επιστολή κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση, λόγω της ως άνω παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως της ασφαλισμένης, ...., να δηλώσει και να μην αποσιωπήσει κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.
Η καταγγελία αυτή ασκήθηκε εντός της υπό του νόμου προβλεπομένης προθεσμίας του ενός μηνός από της γνώσεως της παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως της ασφαλισμένης, η εκκαλούσα το πρώτον έλαβε γνώση της παραβάσεως στις 20.9.2001. Γνώση εκ μέρους της εκκαλούσας της παραβάσεως αυτής της ασφαλισμένης σε χρόνο προγενέστερο της 20.9.2001 δεν αποδείχθηκε".
Επομένως, το Εφετείο, ως δεχθέν ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση εντός μηνός αφότου έλαβε γνώση της εκ δόλου παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους της ασφαλισμένης, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 3 §§ 1 και 6 του ν. 2496/1997. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, εν συνδυασμώ προς την αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη τόσον οι μαρτυρικές καταθέσεις, όσον και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, που περιλαμβάνονται στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των αποδείξεων, αναφορά της. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.12.2004 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 90/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ