Supreme Court dismisses appeal where investment return arguments are treated as denial of liability rather than independent claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed appeals against a Third Instance Court decision regarding investment returns, remanding the case for further examination. The appellants argued that the court failed to consider specific market data proving low investment yields, but the court rejected this as a mere denial of liability rather than an independent legal claim. Consequently, the decision was set aside only regarding the reasoning, while the appellants were ordered to pay the opposing parties' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 246 of the Code of Civil Procedure; An argument denying the other party's liability based on specific facts constitutes a denial of liability and does not qualify as an independent claim under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1882 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1882/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. (M. S.) του Κ. (K.), κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φοίφη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λύτρα, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Β) Του αναιρεσείοντος: ελβετικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "BANK JULIUS BAER & CO LTD", που εδρεύει στη Ζυρίχη της Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστοφορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λύτρα, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Γ) Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) E. K. S. (Ε. Κ. Σ.), κατοίκου ... και 2) ελβετικής τράπεζας με την επωνυμία "BANK JULIUS BAR & CO Ltd", που εδρεύει στη Ζυρίχη της Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φοίφη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χριστοφορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2014 αγωγή του Α. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1869/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις δύο από από 24-11-2022 και με την από 18-12-2023 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των αιτήσεων των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν α) η από 24-11-2022 αίτηση αναιρέσεως του δεύτερου εναγόμενου Μ. Σ., β) η από 24-11-2022 αίτηση αναιρέσεως της τρίτης εναγόμενης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Bank Julius Bar & Co A.G." και γ) η από 18-12-2023 αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος Α. Β., οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 1869/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, όπως ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομόδικους (Ολ.Α.Π. 18/2001, Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1596/2018, Α.Π. 658/12). Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποία ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι, ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημίωσης από την ίδια αδικοπραξία (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1101/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η 1869/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 15-12-2014 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος Α.
Β. ανέφερε ότι ο πρώτος εναγόμενος Θ. Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει του και με τη συνδρομή του δεύτερου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου Μ. Σ., εκτελεστικού διευθυντή της τρίτης εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία Bank Julius Bar & Co Α.G.
και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, παρέστησε ψευδώς σε αυτόν (ενάγοντα) ότι είναι αντιπρόσωπος στην ημεδαπή της τρίτης εναγόμενης, και τον παρέπεισε με τον τρόπο αυτό να του παραδώσει το συνολικό χρηματικό ποσό των 833.326 ευρώ για να το επενδύσει για λογαριασμό του, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν το επένδυσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό των 833.326 ευρώ ως αποζημίωση, οι δύο πρώτοι για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους και η τρίτη ως προστήσασα τους δύο πρώτους, καθώς και 999.912 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 1/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 120.000 ευρώ και αναγνωρίστηκε (κατόπιν μερικής μετατροπής του αιτήματος σε αναγνωριστικό) ότι οφείλουν να του καταβάλουν επιπλέον, εις ολόκληρον έκαστος, 453.725,90 ευρώ, ο δε πρώτος εναγόμενος επιπροσθέτως 289.600,10 ευρώ.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις ο ενάγων, ο δεύτερος εναγόμενος και η τρίτη εναγόμενη, οι οποίες απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη 1869/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ερήμην του πρώτου εναγόμενου και πρώτου εφεσίβλητου στην έφεση του ενάγοντος Α. Β., Θ. Κ., και συνεπώς στη σχέση του ενάγοντος με τον πρώτο εναγόμενο, η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, αφού υπάρχει η δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής εκ μέρους του (πρώτου εναγόμενου).
Ο διάδικος αυτός συνδέεται με δεσμό απλής ομοδικίας με τους λοιπούς εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους, για τους οποίους η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι οριστική, όπως προαναφέρθηκε, αφού ήταν εναγόμενος μαζί με αυτούς ως υπόχρεος αποζημίωσης από την ίδια αδικοπραξία, επομένως όλες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, τις οποίες ασκούν αναιρεσείοντες κατά αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, εφόσον και κατά τα λοιπά ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ).
Α) Επί της από 24-11-2022 αίτησης αναιρέσεως του δεύτερου εναγόμενου-αναιρεσείοντος Μ. Σ.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1177/2018, Α.Π. 345/2017).
Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 Α.Κ. και 386 Π.Κ. προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (Α.Π. 775/2022, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ., ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (Α.Π. 775/2022, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (Α.Π. 775/2022, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 1269/2017, Α.Π. 373/2008).
Κατά το άρθρο 46 § 1 στοιχ. β' του προϊσχύσαντος Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 § 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Στο αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Π.Κ. (ν. 4619/2019), που φέρει τον γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83).
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, άμεση συνέργεια είναι η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκειά της και στην εκτέλεσή της, με την παροχή του αντικειμένου της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού, μάλιστα δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, ενώ οποιαδήποτε άλλη συνδρομή και ιδίως η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεσή της, είναι απλή συνέργεια.
Για την ύπαρξη απλής συνέργειας, υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (Α.Π. 38/2022, ποιν.).
Η ψυχική συνδρομή μπορεί να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης του αυτουργού για την τέλεση της πράξης, καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού με οποιονδήποτε τρόπο (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 38/2022, Α.Π. 552/2020, ποιν.). Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (Α.Π. 38/2022, ποιν.).
Συνεπώς ο άμεσος ή απλός συνεργός σε αξιόποινη πράξη απάτης, που τέλεσε άλλος, διαπράττει και αυτός αδικοπραξία κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών, αυτουργού και συνεργών (Α.Π. 1181/2021, Α.Π. 16/2005).
Προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, όπως προαναφέρθηκε, η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το άρθρο 300 Α.Κ.
Ειδικότερα, στην έννοια της κατά το άρθρο 914 Α.Κ. υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται", διακρίνει δε το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο (Α.Π. 660/2022, Α.Π. 69/2013), ενώ αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει, βαριά δε αμέλεια υπάρχει όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθιστη και ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα αποτελέσματά της σε βάρος τρίτων (Α.Π. 1527/2023, Α.Π. 2062/2022, Α.Π. 1492/2022, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 325/2018).
Οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές, επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 789/2022, Α.Π. 1445/2021).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή και πρόσφορη αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1347/2022, Α.Π. 895/2019, Α.Π. 810/2017).
Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 2061/2022). Εφόσον η αιτιώδης συνάφεια είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει, αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 775/2022, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 604/2015, Α.Π. 641/2011).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 775/2022, Α.Π. 517/2020, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 1617/2017, Α.Π. 706/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 Α.Κ., κατά την οποία αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία, καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 Α.Κ. (Α.Π. 1347/2022, Α.Π. 921/2021, Α.Π. 59/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη 1869/2022 απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν τις ανωτέρω τρεις εφέσεις, που άσκησαν ο ενάγων, ο δεύτερος εναγόμενος και η τρίτη εναγόμενη, δεχόμενο τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος, Θ.
Κ. είχε γνωριστεί με τον ενάγοντα [αναιρεσίβλητο] το έτος 2000, μέσω της αδερφής του Κ. Β. και του συζύγου της Π. Ν. κι ανέπτυξαν φιλική σχέση χωρίς ωστόσο να έχουν συνεργαστεί επαγγελματικά μεταξύ τους. Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος [αναιρεσείων] κατά το έτος 2005 κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Διευθυντή...
της τρίτης εναγομένης τράπεζας με δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης της τελευταίας. Μεταξύ της τρίτης εναγομένης και του πρώτου εναγόμενου, τον οποίο σύστησε στο δεύτερο εναγόμενο, ο M. G., Διευθυντής Χαρτοφυλακίου της τρίτης εναγομένης και ταυτόχρονα φίλος και κουμπάρος του πρώτου εναγόμενου, καταρτίστηκε η από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατών με την οποία ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο η εύρεση και μεσιτεία πελατών (ιδιώτες-επενδυτές) στην αντισυμβαλλόμενη τράπεζα επ? αμοιβή (προμήθεια) και υπό την προϋπόθεση της αποδοχής των πελατών από την τελευταία, σύμβαση την οποία υπέγραψαν για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης-τράπεζας ο δεύτερος εναγόμενος και η N. S.....
Με ρητό όρο της εν λόγω σύμβασης, ο πρώτος εναγόμενος θα μπορούσε να συστήνει ιδιώτες επενδυτές στην τρίτη εναγομένη τράπεζα ως υποψήφιους πελάτες και η τελευταία (τράπεζα) θα αποφάσιζε κατά την διακριτική της ευχέρεια κατά πόσο θα δημιουργείτο επαγγελματική σχέση με οποιαδήποτε φυσική ή νομική οντότητα θα σύστηνε.
Επιπροσθέτως, η τρίτη εναγόμενη θα του παρείχε υλικά προώθησης, στα οποία περιγράφονταν η εταιρεία και τα διαθέσιμα προϊόντα και οι προσφερόμενες υπηρεσίες. Με ρητούς, επίσης, όρους συμφωνήθηκε ότι α) ο πρώτος εναγόμενος δεν θα παρουσίαζε τον εαυτό του ως υπάλληλο ή εκπρόσωπο της τράπεζας, β) η τράπεζα ήταν διατεθειμένη να του πληρώσει προμήθεια και γ) η τράπεζα είχε το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση με άμεση ισχύ εάν ο πρώτος εναγόμενος παραβίαζε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την σύμβαση ή έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα της τράπεζας (έκτακτη καταγγελία της σύμβασης).
Επομένως, από τους προαναφερόμενους συμβατικούς όρους αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος παρείχε τις υπηρεσίες του προς την τρίτη εναγομένη με τη βούληση της και ειδικότερα προωθούσε κι εξυπηρετούσε τα επιχειρηματικά της συμφέροντα τελώντας πάντα υπό την εποπτεία, καθοδήγηση και επ? ωφελεία της τρίτης εναγόμενης τράπεζας κι επομένως τον πρώτο και την τρίτη των εναγομένων συνέδεε σχέση πρόστησης κατά την έννοια του 922 ΑΚ, δεδομένου ότι για την ύπαρξη αυτής δεν απαιτείται υπαλληλική σχέση, αφού η σχέση πρόστησης μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών κι εν προκειμένω στη μεταξύ τους σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος εναγόμενος από την άνοιξη του έτους 2006 άρχισε να διαδίδει στον κοινωνικό του κύκλο, στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και ο ενάγων ότι είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της τρίτης εναγόμενης ελβετικής τράπεζας, πράγμα που δεν ήταν αληθές και δεν θα μπορούσε να συμβεί, με βάση τους όρους της προαναφερθείσας σύμβασης μεταξύ αυτού και της τράπεζας, που είχε ο ίδιος συνομολογήσει και τελούσε εν γνώσει αυτών, προκειμένου δε να καταστήσει πλέον ισχυρές τις ψευδείς αυτές παραστάσεις προέβη στις ακόλουθες ενέργειες:
α) στην ιστοσελίδα που είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο από τον πρώτο εναγόμενο, ο τελευταίος παρουσιαζόταν ως εταίρος (partner) της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, β) στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook είχε καταχωρίσει-κατονομάσει ρητώς την τρίτη εναγόμενη ως εργοδότρια κι ότι αυτός κατείχε τη θέση του Managing Director γ) χρησιμοποιούσε αδιαλείπτως στην αλληλογραφία αλλά και στις λοιπές σημειώσεις του ενώπιον τρίτων έντυπα (επιστολόχαρτα) και γραφική ύλη με το λογότυπο "Julius Bar" ενώ μοίραζε στους πελάτες του εν είδη δώρου ακριβά στυλό που έφεραν το σήμα της "Julius Bar", δ) αρθρογραφούσε συστηματικά σε οικονομικά περιοδικά και εφημερίδες στον αθηναϊκό τύπο υπογράφοντας ως εταίρος (partner) της τρίτης εναγομένης κι ε) από την 1/1/2017 είχε τοποθετήσει τόσο επί της εξώπορτας του γραφείου του στην Αθήνα όσο και στην κεντρική είσοδο του κτηρίου, επί της οδού ..., πολυτελείς ευδιάκριτες πινακίδες με την επωνυμία της τρίτης εναγομένης τράπεζας.
Λόγω των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, ο ενάγων αποφάσισε για πρώτη φορά να συνεργαστεί επαγγελματικά μαζί του και βασιζόμενος πρωτίστως στην ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως αντιπροσώπου της τρίτης κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 13/3/2006 έως 11/4/2006 από τον υπ’ αριθμ..... λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα EFG Eurobank στον υπ’ αριθμ....
λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην ανωτέρω τράπεζα και κατόπιν υποδείξεώς του τα ακόλουθα ποσά... [αναφέρονται οι επιμέρους καταβολές] και συνολικά το ποσό των 105.140 ευρώ προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό του σε μετοχές και παράγωγα καθώς επίσης να προβεί σε άνοιγμα κοινού λογαριασμού με την τότε σύζυγό του Μ.
Κ. στην τρίτη εναγόμενη, όπου και θα τα μετέφερε στη συνέχεια. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος ανακοίνωσε στον ενάγοντα την έλευση του δεύτερου εναγόμενου εντός του Απριλίου του έτους 2006 στην Αθήνα, με τον οποίο θα μπορούσε να συζητήσει τους όρους της συνεργασίας, αναφέροντας για τον τελευταίο ότι ήταν μεγαλοστέλεχος της τρίτης εναγομένης και γενικός επόπτης του γραφείου αντιπροσώπευσης της τράπεζας στην Ελλάδα-υπεύθυνος για τους Έλληνες πελάτες, ο οποίος επισκεπτόταν σε μηνιαία βάση το γραφείο αντιπροσώπευσης στην Αθήνα και συναντούσε εκεί τους Έλληνες πελάτες.
Η πραγματικότητα βέβαια ήταν ότι η παρουσία του δεύτερου εναγόμενου στην Ελλάδα ήταν αναγκαία για να ανοίξει λογαριασμό ο ενάγων, αφού μόνο ο δεύτερος εναγόμενος ως ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένος από την τρίτη εναγόμενη τράπεζα μπορούσε να προβεί στην πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και σε καμία περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε μόνο την ιδιότητα του μεσάζοντος για την εύρεση πελατών, γεγονός που γνώριζε ο δεύτερος εναγόμενος αλλά αγνοούσε ο ενάγων.
Στις 12/4/2006 ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα και τη σύζυγό του στην οικία τους προς υπογραφή των εγγράφων ανοίγματος κοινού λογαριασμού στην τρίτη εναγόμενη τράπεζα, συνοδευόμενος από το δεύτερο εναγόμενο, η παρουσία του οποίου ήταν κατά τα προαναφερόμενα απαραίτητη για το σκοπό αυτό. Στη συνάντηση αυτή, κατά την οποία η συζήτηση έγινε εξ ολοκλήρου στην αγγλική γλώσσα, την οποία κατανοούσαν πλήρως όλοι οι παρευρισκόμενοι, ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις περί της ιδιότητας του αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης τράπεζας ενώπιον και παρουσία του ενάγοντος και της συζύγου του αλλά και του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος δεν τον διέψευσε, αν και τελούσε εν γνώσει των όρων της σύμβασης την οποία είχε υπογράψει για λογαριασμό της τράπεζας και συγκεκριμένα ότι με ρητό συμβατικό όρο δεν μπορούσε ο πρώτος εναγόμενος να εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης τράπεζας, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγόμενου και ενισχύοντας την ως άνω πεπλανημένη εντύπωση του ενάγοντος περί της σχέσης του πρώτου εναγόμενου με την εναγόμενη τράπεζα, ενώ επιπροσθέτως μίλησε με ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια για τον πρώτο εναγόμενο και τις διαχειριστικές του ικανότητες στα χαρτοφυλάκια, παράλληλα δε ενημέρωσε τον ενάγοντα και τη σύζυγό του ότι αυτός θα ήταν ο υπεύθυνος των λογαριασμών τους και ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν διότι τα χρήματά τους βρίσκονταν σε καλά χέρια και τέλος ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του για οποιοδήποτε σχετικό θέμα.
Με τη συμπεριφορά του αυτή ο δεύτερος εναγόμενος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του ενάγοντος και της συζύγου του να ανοίξουν κοινό λογαριασμό στην τρίτη εναγόμενη τράπεζα και να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους σε αυτή, καθώς και τα χρήματα που ήδη είχαν καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο για να τους τα επενδύσει, πιστεύοντας ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν πράγματι αντιπρόσωπος της ελβετικής τράπεζας στην Eλλάδα.
Αυτή η συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων, η οποία ήταν άκρως επαγγελματική και πειστικότατη οδήγησε τον ενάγοντα και τη σύζυγό του στην απόφαση να προχωρήσουν αυθημερόν στην υπογραφή της συμβάσεως ανοίγματος κοινού λογαριασμού.
Εξάλλου, η δήθεν ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης τράπεζας σε συνδυασμό με τη φιλία και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και του ενάγοντος ενίσχυσε καθοριστικά την πεπλανημένη αντίληψη του ότι μπορούσε να εμπιστευτεί το χαρτοφυλάκιο του στην τρίτη εναγομένη ελβετική τράπεζα και μάλιστα να έχει διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της τον εκπρόσωπο της στην Ελλάδα.
Επιπροσθέτως συμφωνήθηκε ρητώς να λαμβάνουν ο ενάγων και η σύζυγός του ενημέρωση της κατάστασης του λογαριασμών τους με απευθείας αποστολή των σχετικών παραστατικών από την τράπεζα στη διεύθυνση της οικίας τους στη Βουλιαγμένη. Με αυτό τον τρόπο ο ενάγων και η σύζυγός του προέβησαν ενώπιον του δεύτερου εναγομένου α) στην υπογραφή της από 12/4/2016 αίτησης ανοίγματος λογαριασμού και λογαριασμού θεματοφυλακής για ιδιώτες με αριθμό ..., η οποία ήταν ήδη προτυπωμένη ως προς όλα τα στοιχεία και τον αριθμό του λογαριασμού με υπεύθυνο λογαριασμού το δεύτερο εναγόμενο και β) την άδεια διαχείρισης λογαριασμού από τρίτον, επίσης προτυπωμένη, με την οποία όρισαν τον πρώτο εναγόμενο ως πληρεξούσιο να διαχειρίζεται στη θέση τους τα περιουσιακά στοιχεία του λογαριασμού τους, να πραγματοποιεί όλες τις τραπεζικές επενδύσεις παγκοσμίως και να πωλεί ή να αντικαθιστά υφιστάμενες επενδύσεις.
Επίσης έδωσαν το δικαίωμα στον πρώτο εναγόμενο να χρησιμοποιεί αντ' αυτών και για λογαριασμό τους την εφαρμογή e-Baer, για την οποία έλαβαν κι έδωσαν τους κωδικούς ηλεκτρονικής πρόσβασης στο λογαριασμό που θα άνοιγαν στον πρώτο εναγόμενο. Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται ότι αν ο δεύτερος εναγόμενος είχε διαψεύσει τις ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγόμενου περί αντιπροσώπευσης της τράπεζας στην Ελλάδα, ως όφειλε, έχοντας πλήρη γνώση, όπως προαναφέρθηκε της από 11.8.2005 σύμβασης του πρώτου με την τρίτη των εναγομένων, ο ενάγων θα είχε ανακαλύψει εξ αρχής τα ψεύδη και την απάτη του πρώτου εναγόμενου θα είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό του, η οποία πρωτίστως βασιζόταν σε αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του, η οποία και ήταν η αφορμή για την αρχή της επαγγελματικής τους συνεργασίας και κατά συνέπεια θα είχε αποτρέψει τη μεταφορά των περιουσιακών του στοιχείων στην τρίτη εναγομένη αλλά και τις μετέπειτα καταβολές στον πρώτο εναγόμενο προς επένδυση.
Ο παραπάνω λογαριασμός πράγματι ανοίχθηκε και στις 18/5/2006 ο ενάγων έδωσε εντολή να μεταφερθούν σε αυτόν από τον υπ' αριθμ.... λογαριασμό του στην τράπεζα Eurobank... ομόλογα της Alpha Group ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ και ομόλογα της Deutsche Bank ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, ενώ στις 19/5/2006 έδωσε εντολή μεταφοράς του ποσού των 400.000 ευρώ μέσω της τράπεζας Alpha Bank.
Σύμφωνα δε με την από 9/6/2006 εκτίμηση της αξίας του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος η τρέχουσα αξία των ομολόγων του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 167.649 ευρώ για τα ομόλογα της Alpha Bank και στο ποσό των 87.169 για τα ομόλογα της Deutsche Bank, επομένως το χαρτοφυλάκιο του σε ομόλογα είχε συνολική αξία 657.711 ευρώ. Το Νοέμβριο του έτους 2007 επειδή είχε διασπασθεί η έγγαμη συμβίωση του ενάγοντος και της συζύγου του ο πρώτος εναγόμενος με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισε τον ενάγοντα να αναθέσει σε αυτόν τις διαδικασίες μετατροπής του ως άνω κοινού λογαριασμού σε ατομικό με μοναδικό δικαιούχο τον ενάγοντα και διαχειριστή τον ίδιο (πρώτο εναγόμενο).
Πράγματι στις 28/11/2007 ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα και του παρέδωσε α) μια προτυπωμένη σχετική εντολή κλεισίματος του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού απευθυντέα προς την τρίτη εναγόμενη, β) έγγραφα ανοίγματος ατομικού λογαριασμού στο όνομα του ενάγοντος με αριθμό ... και γ) εντολή να μεταφερθεί το σύνολο του πιστωτικού υπολοίπου, που ευρισκόταν στον υπ’ αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό στον προαναφερόμενο νέο ατομικό λογαριασμό. Στη συνέχεια δε ο πρώτος εναγόμενος του παρέστησε ψευδώς ότι είχε ανοιχθεί ο υπ’ αριθμ. ... ατομικός λογαριασμός επιδεικνύοντας του προς το σκοπό αυτό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο δήθεν η τρίτη εναγόμενη πιστοποιούσε το άνοιγμα του προαναφερόμενου ατομικού λογαριασμού, το οποίο ήταν πλαστό.
Περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2008 ο πρώτος εναγόμενος ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι δήθεν τα τμήματα της τρίτης εναγομένης τράπεζας "institutional" θεσμικών επενδυτών και "private banking" επρόκειτο να χωριστούν και να αποτελέσουν δύο ξεχωριστές εταιρίες και του πρότεινε πιεστικά να ανοίξει ο ενάγων ένα νέο ατομικό λογαριασμό.
Έτσι ο ενάγων πειθόμενος από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγόμενου κι εμπιστευόμενος αυτόν ως εκ της ιδιότητας του αντιπροσώπου της τρίτης εναγόμενης, υπέγραψε στην Αθήνα στις 30.1.2008 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού και λογαριασμού θεματοφυλακής με αριθμό ... καθώς και την άδεια διαχείρισης λογαριασμού από τρίτον με το ίδιο περιεχόμενο όπως και στον αρχικό κοινό λογαριασμό ενώ έδωσε την εντολή τήρησης της αλληλογραφίας στην τράπεζα, δηλαδή εντολή να τηρεί η τράπεζα φάκελο με όλες τις κοινοποιήσεις που προορίζονταν για αυτόν (όπως επιστολές, συμβουλές εκτέλεσης, αντίγραφα κίνησης) αντί να της [ορθό:
τις] αποστέλλει ταχυδρομικά. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος επιβεβαίωσε στον ενάγοντα ότι είχε ανοιχθεί ο νέος αριθμητικός λογαριασμός με αριθμό ... και του παρέδιδε ανά τακτά χρονικά διαστήματα πλαστά παραστατικά κίνησης του λογαριασμού, με το λογότυπο της τρίτης εναγομένης σύμφωνα με τα οποία το χαρτοφυλάκιο του δήθεν διέθετε επενδύσεις σε συνάλλαγμα, μετοχές, ομολογίες και δομημένα ομόλογα με φερόμενη συνολική αξία 1.142.217,87 ευρώ στις 31.8.2009, 1.180.391,97 ευρώ στις 30.9.2009 και 1.181.589,16 ευρώ στις 30.10.2009.
Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος όλο το παραπάνω διάστημα εξακολουθούσε να συστήνεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγόμενης, εδραιώνοντας τη φήμη του ως εξαιρετικά επιτυχημένου χρηματιστή και παριστάνοντας ψευδώς στον ενάγοντα ότι οι επενδύσεις του ήταν κερδοφόρες κι έτσι με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις έπεισε τον ενάγοντα να του καταβάλει τμηματικά κι άλλα χρηματικά ποσά προκειμένου να τα επενδύσει κι εν συνεχεία να τα μεταφέρει στο χαρτοφυλάκιο που τηρούσε στην τρίτη εναγόμενη.
Συγκεκριμένα εκτός από το ποσό των 105.140 ευρώ που είχε καταβάλει στον εναγόμενο έως τις 11.4.2006 πειθόμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητα του ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγόμενης κατέβαλε επιπλέον κατά το χρονικό διάστημα από 15/6/2006 έως 20/6/2007 απ’ τον υπ' αριθμ.... λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα EFG Eurobank στον υπ’ αριθμ....
λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην ανωτέρω τράπεζα και κατόπιν υποδείξεως του το συνολικό ποσό των 442.730 ευρώ και ειδικότερα... [αναφέρονται οι επιμέρους καταβολές]. Επιπροσθέτως ο ενάγων στις 22.8.2007 κατέβαλε από τον υπ? αριθμ.... λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα EFG Eurobank στον στον υπ' αριθμ.... λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην ανωτέρω τράπεζα το ποσό των 18.200 ευρώ καθώς επίσης από τον υπ? αριθμ....
λογαριασμό που διατηρούσε ο ενάγων στην τράπεζα EFG Eurobank κατέβαλε στον ως άνω λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην ανωτέρω τράπεζα το συνολικό ποσό των 214.640 ευρώ και ειδικότερα:... [αναφέρονται οι επιμέρους καταβολές].
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος παριστάνοντας ψευδώς στον ενάγοντα ότι το χαρτοφυλάκιο που διαχειριζόταν παρουσίαζε κέρδη, του παρέδιδε ψευδή παραστατικά μεταφέροντας παράλληλα χρηματικά ποσά από το λογαριασμό του στους λογαριασμούς του ενάγοντος και συγκεκριμένα στον υπ’ αριθμ.... λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα EFG Eurobank το συνολικό ποσό των 340.921 ευρώ και στον υπ’ αριθμ....
λογαριασμό του στην ίδια τράπεζα το ποσό των 306.463 ευρώ και συνολικά το ποσό των 647.384 ευρώ ως δήθεν αποδόσεις του ως άνω χαρτοφυλακίου του ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσαν μέρος του κεφαλαίου, που του είχε εμπιστευθεί προς διαχείριση. Το γεγονός ότι οι παραπάνω καταβολές συνολικού ποσού 780.710 ευρώ... γίνονταν σε προσωπικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου δεν αναιρεί την πεπλανημένη αντίληψη του ενάγοντος ότι τα χρήματα αυτά θα μεταφέρονταν στο χαρτοφυλάκιο του στην τρίτη εναγομένη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, διότι αυτή διαμορφώθηκε ένεκα της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου και δεύτερου των εναγομένων και ειδικότερα ότι οι καταβολές γίνονταν στον πρώτο εναγόμενο υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης τράπεζας, προκειμένου να επενδύσει και να μεταφέρει τα ανωτέρω κεφάλαια στον προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντος στην τρίτη εναγόμενη τράπεζα.
Επίσης, ο ενάγων παρά τη ρητή συμφωνία που είχε κάνει στις 12.4.2006 με την τρίτη εναγόμενη, δια του νόμιμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγόμενου, για απευθείας ενημέρωση για την κίνηση των λογαριασμών του, ουδέποτε έλαβε από την τράπεζα οποιαδήποτε, ενημέρωση, ενώ όταν απευθύνθηκε για αυτό στον πρώτο εναγόμενο τον ενημέρωσε ότι κατόπιν συνεννόησης με το δεύτερο εναγόμενο τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού για λόγους εχεμύθειας τα έστελνε ταχυδρομικώς η τράπεζα σε αυτόν, ως αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είτε πλαστογραφώντας την υπογραφή του ενάγοντος είτε δίνοντας απευθείας εντολή, παρόλο που δεν είχε αυτό το δικαίωμα... και κατόπιν εκτέλεσης των εν λόγω εντολών από το δεύτερο εναγόμενο ενέβασε προς κάλυψη δικών του υποχρεώσεων από τον υπ? αριθμ. ... κοινό λογαριασμό του ενάγοντος το συνολικό χρηματικό ποσό των 30.700 ευρώ καθώς και 40.000 δολαρίων ΗΠΑ σε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα... [αναφέρονται τα επιμέρους εμβάσματα, που έγιναν στις 9-5-2007, 12-10-2007, 23-10-2007 και 29-11-2007].
Το Νοέμβριο του έτους 2009 επειδή η συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου προς την αδερφή του Κ. Β. και το γαμβρό του Π. Ν., οι οποίοι είχαν ομοίως εμπιστευτεί στον πρώτο εναγόμενο, ως αντιπρόσωπο της τρίτης εναγομένης τράπεζας, τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, ήταν ύποπτη διότι ο τελευταίος καθυστερούσε τεχνηέντως να προβεί σε ρευστοποίηση των χαρτοφυλακίων τους, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να αποκτήσει άμεση προσωπική πρόσβαση στο λογαριασμό, που διατηρούσε στην τρίτη εναγόμενη.
Στο αίτημα αυτό του ενάγοντος ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα του αυτό από την τρίτη εναγομένη τράπεζα θα έπρεπε ο αριθμητικός λογαριασμός του να μετατραπεί σε ονομαστικό. Έτσι στις 2 και 3 Δεκεμβρίου 2009 ο πρώτος εναγόμενος του παρέστησε ψευδώς ότι ο παραπάνω υπ’ αριθμ. ...
αριθμητικός λογαριασμός είχε κλείσει και είχε ανοίξει νέος λογαριασμός με αριθμό ... παραδίδοντας του πλαστά ηλεκτρονικά μηνύματα επιβεβαίωσης του κλεισίματος του πρώτου λογαριασμού και του ανοίγματος του νέου, με αποστολέα δήθεν το δεύτερο εναγόμενο από τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που τηρούσε στην τρίτη εναγομένη.
Λόγω των ανωτέρω γεγονότων η εμπιστοσύνη του ενάγοντος στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου κλονίσθηκε κι ο ενάγων έδωσε εντολή το Δεκέμβριο του έτους 2009 στον πληρεξούσιο δικηγόρο του να ερευνήσει την τύχη των λογαριασμών του στην τρίτη εναγόμενη και συγκεκριμένα α) εάν πράγματι ανοίχθηκαν και υφίστανται στην τρίτη εναγομένη τράπεζα ι.
οι προσωπικοί του λογαριασμοί με αριθμούς ... και ... και ιι. ο κοινός λογαριασμός του ενάγοντος με τη σύζυγό του με αριθμό ..., β) εάν ήταν γνήσια ή πλαστά τα παραστατικά κίνησης του λογαριασμού με αριθμό ..., τα οποία έφεραν ευκρινώς το λογότυπο και τα πλήρη στοιχεία της τρίτης εναγομένης και τα οποία του παρέδιδε ο πρώτος εναγόμενος ως δήθεν απόδειξη για τις τραπεζικές του καταθέσεις γ) εάν τα ηλεκτρονικά μηνύματα που κατά δήλωση του πρώτου εναγόμενου είχαν αποσταλεί από την τρίτη εναγομένη στις 2 και 3 Δεκεμβρίου 2009 ήταν γνήσια ή πλαστά και δ) εάν η τρίτη εναγομένη είχε πράγματι γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα με αντιπρόσωπο τον πρώτο εναγόμενο και σε αρνητική περίπτωση εάν υπήρχε οποιαδήποτε έννομη σχέση με αυτόν.
Στις 10/12/2009 έλαβε χώρα στα γραφεία της τρίτης εναγομένης στη Ζυρίχη συνάντηση μεταξύ του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος και του Διευθύνοντος Συμβούλου της τράπεζας, E. E., στον οποίο κι επεδείχθησαν τα παραστατικά κίνησης του λογαριασμού του ενάγοντος. Ο τελευταίος μετά την επισκόπηση τους επιφυλάχθηκε να απαντήσει σε μεταγενέστερο χρόνο κι εγγράφως για τη γνησιότητα τους, ενώ ρητώς διαβεβαίωσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ότι η τρίτη εναγομένη δεν είχε ποτέ γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα καθώς επίσης ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν σε καμία περίπτωση αντιπρόσωπος της.
Στα παραπάνω ερωτήματα κι ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας είχε αποστείλει αυθημερόν την από 10/12/2009 εξώδικη επιστολή προς την τρίτη εναγομένη και συγκεκριμένα υπ’ όψη του ανωτέρω Διευθύνοντος Συμβούλου και του δεύτερου εναγομένου, η τελευταία με τις από 16/12/2009, 22/12/2009 και 26/1/2010 απαντητικές επιστολές, οι οποίες κοινοποιήθηκαν αντίστοιχα στις 16/12/2009, 22/12/2009 και 26/1/2010 προέβη στην ακόλουθη ενημέρωση:
α) ότι οι προσωπικοί, λογαριασμοί με αριθμό ... και ... ήταν ανύπαρκτοι, ιι. ότι ο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός είχε μεν ανοίξει αλλά ήταν αδιαλείπτως μηδενικός, ιιι. ότι ο υπ' αριθμ. ... κοινός λογαριασμός είχε πράγματι ανοιχτεί στις 12.4.2006 και είχε κλείσει στις 31.12.2007, β) ότι το σύνολο των παραστατικών κίνησης του ανωτέρω υπ' αριθμ. ...
λογαριασμού ήταν στο σύνολό τους πλαστά, γ) ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που κατά δήλωση του πρώτου εναγομένου είχαν αποσταλεί από την τρίτη εναγομένη στις 2 και 3 Δεκεμβρίου 2009 κι επιβεβαίωναν την ύπαρξη του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού ουδέποτε εστάλησαν από την τράπεζα και ήταν πλαστά, ενώ η χρησιμοποιηθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση...
δεν ανήκε στην τρίτη εναγομένη και δ) ότι η τράπεζα ουδέποτε είχε στην Ελλάδα γραφείο αντιπροσώπευσης, χωρίς ωστόσο να απαντήσει εάν διατηρούσε οποιαδήποτε έννομη σχέση με τον πρώτο εναγόμενο καθώς και τη φύση της σχέσης αυτής. Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και με την κατάρτιση και χρήση των προαναφερόμενων πλαστών εγγράφων πέτυχε να λάβει από τον ενάγοντα συνολικά κεφάλαια με εντολή προς διαχείριση ύψους 1.438.421 ευρώ...
με σκοπό να προσπορισθεί παράνομο όφελος με ζημία της ενάγουσας [ορθό: του ενάγοντος], όπως κι έπραξε ιδιοποιούμενος, κατόπιν επιστροφής μέρους του κεφαλαίου ύψους 647.384 ευρώ ως δήθεν αποδόσεις, το συνολικό ποσό των 791.037 ευρώ... το οποίο ενσωμάτωσε οριστικά στην περιουσία του, χρησιμοποιώντας το κατά βούληση για τις δικές του ανάγκες, ζημιώνοντας ισόποσα την περιουσία του ενάγοντος, όπως με δύναμη δεδικασμένου έκρινε η υπ' αριθμ. 1/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση από τον πρώτο εναγόμενο.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ.... απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη... ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό όφελος που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ αλλά και το ποσό των 120.000 ευρώ, της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ αλλά και το ποσό των 120.000 ευρώ, τις οποίες τέλεσε μεταξύ άλλων προσώπων και σε βάρος της ενάγουσας, όπως επίσης και για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα.
Περαιτέρω, όσον αφορά στο δεύτερο εναγόμενο και δη εκκαλούντα της από 21/9/2020 έφεσης αποδείχθηκε ότι παρείχε με πρόθεση απλή συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο πριν και κατά την τέλεση της πράξης της απάτης κατ’ εξακολούθηση με σκοπό οφέλους άνω των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος Εκτελεστικός Διευθυντής...
της τρίτης εναγόμενης ελβετικής τράπεζας, η οποία ενδιαφερόταν να προσελκύσει πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο, παρά το γεγονός ότι γνώριζε, λόγω της στενής επαγγελματικής σχέσης και των προσωπικών επαφών που διατηρούσε με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε ήδη πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο, ότι ο τελευταίος προκειμένου να τελεσφορήσει με επιτυχία η προσέλευση πελατών -επενδυτών στην συγκεκριμένη τράπεζα, παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τρίτης εναγόμενης τράπεζας στην Ελλάδα, επιβεβαίωνε και επισφράγιζε τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις αυτού προς τον ενάγοντα, παριστάμενος μαζί του στη συνάντηση που είχε πραγματοποιηθεί με τον ανωτέρω, κατά την οποία παρότι γνώριζε το ψευδές των ισχυρισμών του πρώτου εναγόμενου περί της ιδιότητάς του ως αντιπροσώπου της πιο πάνω ελβετικής τράπεζας τους οποίους ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε ενώπιον του, δεν τον διέψευσε, διατηρώντας και επιτείνοντας την πλάνη του ενάγοντος, συντελώντας έτσι, με την συνολική συμπεριφορά του, στη δημιουργία πεπλανημένης αντίληψης στον ενάγοντα ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε συνεργασία με την ως άνω ελβετική τράπεζα σοβαρότερου και εκτενέστερου εύρους, η οποία έπαιξε τον πλέον καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του να προβεί στην μεταφορά του χαρτοφυλακίου του στην εν λόγω ελβετική τράπεζα και την υπογραφή των απαιτουμένων εγγράφων για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών με υπεύθυνο λογαριασμού το δεύτερο εναγόμενο και διαχειριστή τον πρώτο, όπως προαναφέρθηκε και να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο επιπλέον κεφάλαια προς επένδυση.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος παρά το γεγονός ότι είχε σταλεί από την ελβετική τράπεζα στην Ελλάδα προκειμένου να προσελκύσει πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο κατά το έτος 2006, και είχε οριστεί υπεύθυνος των προαναφερθέντων λογαριασμών, εκ των οποίων ο υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμός είχε μεν ανοίξει αλλά ήταν αδιαλείπτως μηδενικός, ενώ ο υπ’ αριθμ. ... κοινός λογαριασμός είχε πράγματι ανοιχτεί στις 12.4.2006 και είχε κλείσει στις 31.12.2007 δεν επικοινώνησε ποτέ με τον ενάγοντα, όπως είχε υποχρέωση λόγω της θέσης του στην τράπεζα αλλά και της προηγηθείσας προσωπικής επικοινωνίας του με αυτόν, προκειμένου να τον ενημερώσει για την πορεία των επενδύσεων του και για την κατάσταση των λογαριασμών του, ούτε απέστειλε επιστολή ως όφειλε όταν έκλεισε ο προαναφερόμενος κοινός λογαριασμός, ενώ πέραν τούτου, αν και είχε συμφωνηθεί στις 12.4.2006 ενώπιον του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος του λογαριασμού του, να αποστέλλεται η αλληλογραφία σχετικά με την κίνηση αυτού (λογαριασμού) στη διεύθυνση της οικίας του ενάγοντος στη Βουλιαγμένη, ο ενάγων δεν έλαβε ποτέ σχετική ενημέρωση καθώς εάν γνώριζε την πορεία του κεφαλαίου του δεν θα προέβαινε σε καμία περίπτωση σε επιπλέον καταβολές χρημάτων.
Επίσης ο δεύτερος εναγόμενος χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα ενέκρινε στις 23.10.2007 έμβασμα ποσού 20.000 ευρώ από το λογαριασμό του ενάγοντος σε τρίτο πρόσωπο, με μόνη την εντολή του πρώτου εναγομένου αν και γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν είχε εξουσία προς τούτο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η ως άνω εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου εναγόμενου, με την οποία είχε εκτεθεί ο δεύτερος αλλά και η τρίτη των εναγομένων ελβετική ως άνω τράπεζα από την διάδοση εκ μέρους αυτού της ψευδούς πληροφορίας ότι υπήρξε εκπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα, συμπεριφορά η οποία είχε περιέλθει σε γνώση της εν λόγω τράπεζας ήδη από 10.12.2009, οπότε ο προαναφερθείς συνήγορος του ενάγοντος είχε εγχειρίσει στον Γενικό Διευθυντή και Ανώτατο Σύμβουλο της τράπεζας E. E., κατά την συνάντησή τους στην Ζυρίχη, στο πλαίσιο του αιτήματος του προς την τράπεζα για παροχή πληροφοριών, αντίγραφα κίνησης μεταξύ άλλων του λογαριασμού ...
στο όνομα του ενάγοντος εκδοθέντα 30.10.2009, 30.9.2009 και 31.8.2009, όπως τούτο αποδεικνύεται από την από 20.1.2010 συστημένη επιστολή του συνηγόρου του, που ήταν πλαστά, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την τράπεζα με το από 26.1.2010 έγγραφο αυτής σε απάντηση της ως άνω επιστολής, στο οποίο αναφέρεται ότι τα αντίγραφα αναλυτικής κίνησης λογαριασμών που τους επιδείχθηκαν δεν ταυτίζονται με τα έγγραφα που εκδίδει η τράπεζα, την 17.12.2009, ήτοι επτά ημέρες μετά την ως άνω ενημέρωσή της για την ύπαρξη των ως άνω πλαστών αντιγράφων λογαριασμών και την αποστολή της ως άνω επιστολής και την επομένη της απαντητικής επιστολής αυτής καταγγέλθηκε από την ελβετική τράπεζα η ως άνω από 11.8.2005 σύμβαση μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου με το με ίδια ημερομηνία έγγραφο, που έφερε την υπογραφή του δεύτερου εναγομένου κάτω από την επωνυμία της τρίτης εξ αυτών τράπεζας αφού τον ευχαρίστησαν για την υποστήριξη και την συνεργασία του αν και υπήρχε στη σύμβαση ρητή συμβατική ρήτρα περί έκτακτης καταγγελίας στην περίπτωση που ο πρώτος εναγόμενος παραβίαζε οποιοδήποτε όρο της συμβάσεως ή έθετε με οποιονδήποτε τρόπο σε κίνδυνο τα συμφέροντα της τρίτης εναγομένης, όπως εν προκειμένω με την έκδοση πλαστών παραστατικών και την ψευδή διάδοση ότι ήταν αντιπρόσωπος αυτής, η τρίτη εναγομένη δια του δευτέρου εναγομένου ως αντιπροσώπου της επέλεξε κατά τα προαναφερόμενα την τακτική καταγγελία.
Και ενώ με το από 15.3.2010 έγγραφο της τρίτης εναγομένης τράπεζας προς τον πρώτο εναγόμενο εφιστάται η προσοχή προς αυτόν αναφορικά με την διάδοση από αυτόν αναληθών πληροφοριών όσον αφορά τη σχέση του με την τράπεζα με παράλληλη ενημέρωση αυτού ότι η εν λόγω απρεπής συμπεριφορά του μπορεί να αποτελέσει παράβαση του νόμου και απαιτήθηκε από αυτόν να απέχει χωρίς καθυστέρηση από την διάδοση των όποιων ψευδών και παραπλανητικών πληροφοριών, ουδεμία ευθύνη αποδόθηκε σ’ αυτόν για την προαναφερθείσα συμπεριφορά του και την παράβαση της συμβατικά αναληφθείσας υποχρέωσής του, ουδέποτε κλήθηκαν τα θύματα της ανωτέρω απάτης και πλαστογραφίας.
Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ.... απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη ως προς την ενοχή του... ο δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος της πράξης της απλής συνέργειας στην αξιόποινη πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση με σκοπό οφέλους άνω των 120.000 ευρώ. Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ο οποίος ήταν ανώτερο διευθυντικό στέλεχος της τρίτης εναγόμενης τράπεζας εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής να την εκπροσωπεί και να τη δεσμεύει δια της υπογραφής του εκπροσωπώντας την τρίτη εναγόμενη και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, προξένησε στον ενάγοντα περιουσιακή ζημία λόγω της τέλεσης του ως άνω ποινικού αδικήματος, για το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάσθηκε, επιπροσθέτως δε λόγω της υπαίτιας παραβίασης εκ μέρους του των γενικών αρχών επιμέλειας και πρόνοιας που προκύπτουν απ? τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζών και πελατών, δεδομένου ότι η υλοποίηση της απάτης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου δεν θα μπορούσε να συντελεστεί χωρίς τη συνδρομή του δεύτερου εναγομένου κατά τα προαναφερόμενα.
Ειδικότερα, στην απόφαση του ενάγοντος, ο οποίος γνώριζε κοινωνικά τον πρώτο εναγόμενο, να συνεργαστεί επαγγελματικά για πρώτη φορά μαζί του και να προβεί στην μεταφορά του χαρτοφυλακίου του στην εν λόγω ελβετική τράπεζα υπογράφοντας τα απαιτούμενα έγγραφα για το άνοιγμα των εν λόγω λογαριασμών με υπεύθυνο λογαριασμού το δεύτερο εναγόμενο και διαχειριστή τον πρώτο εξ αυτών, αλλά και να του καταβάλει στη συνέχεια τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά προς επένδυση και μεταφορά στη συνέχεια στην τρίτη εναγομένη, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, όπως προαναφέρθηκε, οι ως άνω ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγομένου ότι ήταν αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης τράπεζας στην Ελλάδα και την επιβεβαίωση αυτών με την παρουσία και την προαναφερθείσα συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου κι επομένως υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας του ενάγοντος.
Με βάση τα ανωτέρω ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων ενεργώντας παράνομα και υπαίτια προκάλεσαν περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα συνολικού ποσού 791.037 ευρώ. Εξάλλου αντικειμενικά υπεύθυνη είναι και η τρίτη εναγόμενη τράπεζα ως προστήσασα τους δύο πρώτους των εναγομένων και συγκεκριμένα αναφορικά με το δεύτερο εναγόμενο πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά οργάνου υπαλλήλου της, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί ενώ αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η ως άνω αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την παραπάνω περιγραφόμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των εναγομένων, δηλαδή αυτή ακριβώς η μεταξύ τους σχέση υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος του ενάγοντος.
Ειδικότερα, εάν δεν υπήρχε η σχέση πρόστησης μεταξύ του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων, η οποία θεμελιώνεται στην από 11.8.2005 σύμβαση εύρεσης πελατείας ο πρώτος εναγόμενος δεν θα μπορούσε να παρουσιάζεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, να προωθεί τα προγράμματα της, να χρησιμοποιεί διαφημιστικό υλικό και το λογότυπο αυτής, να έχει αναρτήσει ταμπέλα στην πόρτα του γραφείου του, να χρησιμοποιεί την επωνυμία της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε να πραγματοποιήσει συνάντηση μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου (υψηλόβαθμου στελέχους της τρίτης εναγόμενης) στην οικία του ενάγοντος, τα οποία προσέδωσαν αληθοφάνεια κι αξιοπιστία στο περιεχόμενο των ψευδών ισχυρισμών του με αποδέκτη τον ενάγοντα.
Σημειωτέο ότι η γνήσια αντικειμενική ευθύνη της τρίτης εναγόμενης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο προστηθείς πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του είχαν δοθεί και καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του.... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπήρξε συνυπαίτιος στην έκταση της ζημίας του, δεδομένου ότι αν επιδείκνυε την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, θα μπορούσε να έχει περιορίσει το εύρος της ζημίας της.
Ειδικότερα, λόγω του μορφωτικού του επιπέδου και κυρίως της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας του θα μπορούσε να διαπιστώσει, εάν επεδείκνυε τη δέουσα προσοχή κι επιμέλεια, ότι η τρίτη εναγόμενη δεν είχε γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα. Επίσης θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός και να ασκεί έλεγχο στον τρόπο που ο πρώτος εναγόμενος διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του, δεδομένου ότι οι επιτευχθείσες αποδόσεις ήταν ιδιαίτερα υψηλές και μη ρεαλιστικές σε σύγκριση με τα ισχύοντα, δεδομένης της οικονομικής κρίσης, που εκδηλώθηκε στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά το έτος 2007.
Επιπλέον ενώ ο ενάγων δεν έλαβε ποτέ την αλληλογραφία σχετικά με την κίνηση του λογαριασμού του απευθείας στην οικία του στη Βουλιαγμένη, όπως είχε αιτηθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, δεν όχλησε ποτέ την τρίτη εναγομένη αλλά ενέκρινε την ενέργεια του πρώτου εναγομένου να του αποστέλλει ο ίδιος την αλληλογραφία ώστε να μην βλέπουν οι γείτονες ότι είχε καταθέσεις στην Ελβετία, ενώ όσον αφορά στον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό συναίνεσε εξ υπαρχής να μην του αποστέλλεται η αλληλογραφία για την κίνηση του λογαριασμού του στην οικία του αλλά να τηρείται σχετικός φάκελος στην τρίτη εναγομένη, στον οποίο ουδέποτε επιδίωξε πρόσβαση.
Εξάλλου, αν και είχε αιτηθεί κωδικούς ηλεκτρονικής πρόσβασης για τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, οι οποίοι ωστόσο δεν λειτούργησαν, δεν όχλησε την τρίτη εναγόμενη προκειμένου να τους ενεργοποιήσει ώστε να έχει πρόσβαση κι έλεγχο στο χαρτοφυλάκιο του. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αφού γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας του, την οποία προέβαλαν ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων, αυτή η συνυπαιτιότητα πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 30%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 70% βαρύνονται οι εναγόμενοι (δεύτερος και τρίτη) οι οποίοι υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την ανάλογη με το ανωτέρω ποσοστό περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 553.725,90 ευρώ (791.037 -30%) ενώ πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εφόσον διαπράχθηκε σε βάρος του κακουργηματική απάτη αποκλείεται η ύπαρξη συνυπαιτιότητας του ως ζημιωθέντος κι αυτό διότι και σε αυτή την περίπτωση ο καταλογισμός του συντρέχοντος πταίσματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κι εν προκειμένω σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι κατά τις αρχές της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν ικανή κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων να ευνοήσει την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος και να επαυξήσει τη ζημία όπως και εγένετο....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση ότι η ζημία του προήλθε από προστηθέντες της τρίτης εναγομένης το Σεπτέμβριο του έτους 2013, όταν ο δεύτερος εναγόμενος κλήθηκε σε απολογία ενώπιον της 20ης τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών κι εγχείρισε τόσο το έγγραφο της από 11/8/2005 σύμβασης εύρεσης πελατείας όσο και το έγγραφο της τακτικής καταγγελίας αυτής, τα οποία αμφότερα είχαν υπογραφεί από τον ίδιο ως εκπρόσωπο της τρίτης εναγομένης κι έτσι ο ενάγων για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το είδος της συμμετοχής του δεύτερου εναγομένου και τη σχέση που συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο με τους λοιπούς καθώς και τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης στο διαπραχθέν σε βάρος της αδίκημα της απάτης, όπως προαναφέρθηκαν.
Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της παράνομης συμπεριφοράς του δεύτερου των εναγομένων στις 26/11/2009 οπότε ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε μέρος της οφειλής του προς το γαμβρό του Π. Ν.-Ρ. και την αδερφή του Κ. Β. με τη με ίδια ημερομηνία έγγραφη αναγνώριση οφειλής...
άλλως στις 10/12/2009 οπότε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πληροφορήθηκε ότι η τρίτη εναγόμενη δεν έχει γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων... καθώς η τρίτη εναγομένη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες απέκρυψε την από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατείας που είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο δια του δευτέρου εναγομένου ως εκπροσώπου της.
Επομένως από τότε που ο ενάγων έλαβε γνώση ότι η ζημία του προήλθε από τους προστηθέντες της τρίτης εναγόμενης, ήτοι το Σεπτέμβριο του έτους 2013 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 15/12/2014 δεν παρήλθε πενταετία, με τη σημείωση ότι ως προς το δεύτερο εναγόμενο, λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης του ισχύει η δεκαπενταετής παραγραφή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 2 ΑΚ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ψυχικής αναστάτωσης και ταλαιπωρίας της [ορθό: του] συνεπεία της αδικοπραξίας που τελέστηκε σε βάρος του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται, επομένως, χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σε βάρος του αδικοπραξία, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης του ενάγοντος, της βαρύτητας του δόλου του πρώτου και του δεύτερου των εναγομένων, του είδους του πταίσματος και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος όσον αφορά στο δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, οι οποίοι προέβαλαν σχετική ένσταση καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, η χρηματική του ικανοποίηση αποτιμάται στο εύλογο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ όσον αφορά στον πρώτο εναγόμενο και στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ όσον αφορά στους λοιπούς." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος-αναιρεσείων ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, παρέχοντας με πρόθεση απλή συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο κατά την τέλεση εκ μέρους του της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση και παραβαίνοντας το γενικό καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας, και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος έγκειται στο ότι αυτός, ενεργώντας με πρόθεση υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστικού διευθυντή της τρίτης εναγόμενης τράπεζας, παρόλο που γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών στην τράπεζα, παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος αυτής στην ημεδαπή, επιβεβαίωσε τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του προς τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, παριστάμενος στη συνάντηση αυτού με τον πρώτο εναγόμενο και μη διαψεύδοντας τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα τόσο της ύπαρξης ή μη πταίσματος του αναιρεσείοντος, όσο και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος αυτού και της ζημίας του αναιρεσίβλητου, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 298 και 926 Α.Κ.
σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 47 και 386 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, και τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την τέλεση εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου της πράξης της απάτης καθ' όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής της υπόστασης, δηλαδή την εν γνώσει παράσταση εκ μέρους του στον ενάγοντα ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό βλάβης της περιουσίας του και αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους, και επιθυμούσε ή αποδεχόταν να συμβάλει στην τέλεση της πράξης αυτής, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης υπαιτιότητας για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος λόγω παροχής συνδρομής στον πρώτο εναγόμενο κατά την τέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της απάτης, ενώ η παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών σε αυτήν, δεν βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση ζημίας στον αναιρεσίβλητο από την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη, επειδή το ανωτέρω περιστατικό δεν μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, εφόσον δεν γίνεται επιπλέον δεκτό ότι ο αναιρεσείων γνώριζε τον σκοπό του πρώτου εναγόμενου να εξαπατήσει τον ενάγοντα και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του, ιδιοποιούμενος τα κεφάλαιά του, και επιθυμούσε ή αποδεχόταν να συμβάλει στην τέλεση της πράξης αυτής.
Επίσης, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής και ανεπαρκής ως προς την παραδοχή της περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος λόγω παράβασης του απορρέοντος από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις γενικού καθήκοντος πρόνοιας και επιμέλειας, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της ύπαρξης ή μη πταίσματος του αναιρεσείοντος και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματός του και της ζημίας του αναιρεσίβλητου, επειδή η προαναφερθείσα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών σε αυτήν και δεν διέψευσε τον ισχυρισμό του, αφενός δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία σχετικά με την ύπαρξη πταίσματος του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή περί γνώσης εκ μέρους αυτού του απατηλού σκοπού του πρώτου εναγόμενου, και αφετέρου δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση ζημίας στον αναιρεσίβλητο από την πράξη της παράνομης ιδιοποίησης των κεφαλαίων του εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, δεδομένου ότι το ανωτέρω περιστατικό δεν μπορεί αντικειμενικά και σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, κατά τα προαναφερθέντα.
Η έλλειψη δε επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη τόσον υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, όσο και του ανωτέρω πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου, επιτείνεται από τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου α) ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, πριν από την συνάντησή του με τον αναιρεσείοντα-δεύτερο εναγόμενο την 12-4-2006, είχε ήδη πειστεί και είχε μεταφέρει, κατόπιν υπόδειξης του πρώτου εναγόμενου, σε προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου, το συνολικό ποσό των 105.140 ευρώ για να το επενδύσει αυτός για λογαριασμό του, η δε έλευση του αναιρεσείοντος στην ημεδαπή έγινε, στα πλαίσια των ανατεθειμένων από την εργοδότριά του τρίτη εναγομένη τράπεζα καθηκόντων του, ακριβώς για να υλοποιηθεί η ειλημμένη ήδη απόφαση του ενάγοντος η επένδυση αυτή να γίνει με άνοιγμα λογαριασμού στην τράπεζα αυτή, και β) ότι πράγματι, μετά τη συνάντηση του ενάγοντος με τον δεύτερο εναγόμενο, που έγινε την 12-4-2006, ανοίχθηκε ο ...
κοινός λογαριασμός του ενάγοντος με την τότε σύζυγό του στην τρίτη εναγόμενη, στον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρήματα του ενάγοντος και ο οποίος λειτούργησε μέχρι την 31-12-2007, όταν έκλεισε με πρωτοβουλία του ενάγοντος κατόπιν σχετικής εντολής του προς τον πρώτο εναγόμενο, την οποία αυτός υλοποίησε, η δε υπεξαίρεση των χρημάτων του ενάγοντος κατέστη δυνατή, όχι επειδή ανοίχτηκε ο ανωτέρω επίδικος λογαριασμός, αλλά επειδή ο ενάγων είχε ορίσει διαχειριστή του τον πρώτο εναγόμενο Θ.
Κ., τον οποίο όμως εμπιστευόταν και πριν από τη συνάντηση με τον αναιρεσείοντα, αφού είχε ήδη μεταφέρει το ανωτέρω ποσό των 105.140 ευρώ σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό αυτού. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εκ πλαγίου παράβασης των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Β) Επί της από 24-11-2022 αίτησης αναιρέσεως της τρίτης εναγόμενης-αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Bank Julius Bar & Co A.G.".
Το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι ο δεύτερος εναγόμενος ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, παρέχοντας με πρόθεση συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο κατά την τέλεση εκ μέρους του της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση και παραβαίνοντας το γενικό καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας, ότι η υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου έγκειται στο ότι, ενεργώντας με πρόθεση υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστικού διευθυντή της τρίτης εναγόμενης-αναιρεσείουσας τράπεζας, παρόλο που γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών στην τράπεζα, παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος αυτής στην ημεδαπή, επιβεβαίωσε τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του προς τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, παριστάμενος στη συνάντησή του με τον πρώτο εναγόμενο και μη διαψεύδοντας τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι είναι αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας τράπεζας, και ότι συνακόλουθα η αναιρεσείουσα ευθύνεται σε αποζημίωση έναντι του ενάγοντος ως προστήσασα τους δύο πρώτους εναγόμενους, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση καθόσον αφορά την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προστήσασας τον δεύτερο εναγόμενο, δεδομένου ότι διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα τόσο της ύπαρξης ή μη πταίσματος του δεύτερου εναγόμενου, όσο και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος αυτού και της ζημίας του αναιρεσίβλητου, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 298 και 926 Α.Κ., σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 47 και 386 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, και τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε την τέλεση εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου της πράξης της απάτης καθ' όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής της υπόστασης, ήτοι την εν γνώσει παράσταση εκ μέρους του στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό βλάβης της περιουσίας του και αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους, και επιθυμούσε ή αποδεχόταν να συμβάλει στην τέλεση της πράξης αυτής, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης υπαιτιότητας για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου λόγω παροχής συνδρομής στον πρώτο κατά την τέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της απάτης, και συνακόλουθα ευθύνης της αναιρεσείουσας ως προστήσασας αυτόν (δεύτερο εναγόμενο), επιπλέον δε η παραδοχή του Εφετείου ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών σε αυτήν, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση ζημίας στον αναιρεσίβλητο από την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη, δεδομένου ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν μπορούν αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, εφόσον δεν γίνεται δεκτό ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε τον απατηλό σκοπό του πρώτου.
Επίσης, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής και ανεπαρκής και ως προς την παραδοχή της περί ύπαρξης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου εναγόμενου λόγω παράβασης του απορρέοντος από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις γενικού καθήκοντος πρόνοιας και επιμέλειας, επειδή η προαναφερθείσα παραδοχή του Εφετείου ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ότι ο πρώτος παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών σε αυτήν και δεν διέψευσε τον ισχυρισμό του, δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης υπαιτιότητας και δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση ζημίας στον αναιρεσίβλητο από την πράξη της παράνομης ιδιοποίησης των κεφαλαίων του εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, κατά τα προαναφερθέντα, και κατά συνέπεια δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προστήσασας αυτόν (δεύτερο εναγόμενο).
Η έλλειψη δε επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη τόσον υπαιτιότητας του δευτέρου εναγομένου, όσο και του ανωτέρω πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου επιτείνεται και από τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου α) ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, πριν από την συνάντησή του με τον δεύτερο εναγόμενο την 12-4-2006, είχε ήδη πειστεί και είχε μεταφέρει, κατόπιν υποδείξεως του πρώτου εναγόμενου, σε προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου, το συνολικό ποσό των 105.140 ευρώ για να το επενδύσει αυτός για λογαριασμό του, η δε έλευση του δευτέρου εναγόμενου στην Ελλάδα έγινε στα πλαίσια των ανατεθειμένων καθηκόντων του, από την αναιρεσείουσα εργοδότριά του τράπεζα, ακριβώς για να υλοποιηθεί η ειλημμένη ήδη απόφαση του ενάγοντος η επένδυση αυτή να γίνει με άνοιγμα λογαριασμού στην τράπεζα αυτή, και β) ότι πράγματι, μετά την συνάντηση του ενάγοντος με τον δεύτερο εναγόμενο, που έγινε την 12-4-2006 ανοίχθηκε ο ...
κοινός λογαριασμός του ενάγοντος με την τότε σύζυγό του στην τρίτη εναγομένη, στον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρήματα του ενάγοντος και ο οποίος λειτούργησε μέχρι την 31-12-2007, όταν έκλεισε με πρωτοβουλία του ενάγοντος και σχετική εντολή του προς τον πρώτο εναγόμενο, την οποία αυτός υλοποίησε, η δε υπεξαίρεση των χρημάτων του ενάγοντος κατέστη δυνατή όχι επειδή ανοίχθηκε ο ανωτέρω επίδικος λογαριασμός, αλλά επειδή ο ενάγων είχε ορίσει διαχειριστή του τον πρώτο εναγόμενο Θ.
Κ., τον οποίο όμως και πριν από την συνάντηση με τον δεύτερο εναγόμενο εμπιστευόταν, αφού είχε ήδη μεταφέρει το ανωτέρω ποσό των 105.140 ευρώ σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό αυτού. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εκ πλαγίου παράβασης των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.
Σημειωτέον, ότι ο ανωτέρω λόγος εξετάζεται παρά το γεγονός ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσίβλητου στηρίζεται αυτοτελώς στην ιδιότητά της ως προστήσασας τον πρώτο εναγόμενο (και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) Θ. Κ., αφού, ως προς αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι έχει τελεσιδικήσει και συνεπώς δεν μπορεί να αποκλειστεί η εξαφάνισή της.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σε αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.
Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (Α.Π. 1764/2023, Α.Π. 93/2019, Α.Π. 355/2013).
Επίσης, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 300, 334 και 922 Α.Κ., η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (Α.Π. 1764/2023, Α.Π. 203/2023, Α.Π. 221/2022, Α.Π. 824/2020, Α.Π. 1359/2019, Α.Π. 93/2019), περιστατικά που πρέπει να προτείνει κατ' ένσταση και να αποδείξει ο εναγόμενος προστήσας έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (Α.Π. 1764/2023, Α.Π. 1532/2022, Α.Π. 780/2019, Α.Π. 2259/2014, Α.Π. 838/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 116 § 2 εδ. β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα (Α.Π. 63/2024, Α.Π. 2/2023, Α.Π. 609/2022, Α.Π. 356/2022, Α.Π. 55/2022). Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως δεν μπορεί να θεμελιωθεί αναιρετικός λόγος αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 73/2016, Α.Π. 168/2015).
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1620/2005).
Επομένως ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 5/2000, Α.Π. 63/2024, Α.Π. 26/2022, Α.Π. 1308/2021). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις, και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 63/2024). Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 911/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος επιγράφεται "ανυπαρξία ευθύνης της τράπεζάς μας λόγω καταχρήσεως της υπηρεσίας εκ μέρους του 1ου εναγομένου, την οποία όφειλε να γνωρίζει ο αναιρεσίβλητος" η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., και έτσι εσφαλμένα δέχτηκε την ύπαρξη ευθύνης της αναιρεσείουσας ως προστήσασας τον πρώτο εναγόμενο, αφού οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ότι ο πρώτος εναγόμενος εκδήλωσε την αδικοπρακτική του συμπεριφορά δρώντας κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, δηλαδή κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του είχαν δοθεί και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που ήταν η απλή μεσιτεία και εύρεση πελατείας για την αναιρεσείουσα, και ότι ο αναιρεσίβλητος όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, αφού, αν επιδείκνυε την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, θα ήταν σε θέση λόγω του μορφωτικού επιπέδου του και της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας του να διαπιστώσει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε γραφείο αντιπροσώπευσης στην ημεδαπή, δικαιολογούσαν την παραδοχή της υποβληθείσας πρωτοδίκως και επαναφερθείσας με λόγο έφεσης σχετικής ένστασής της ότι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά κατάχρηση της σχέσης πρόστησης και ο αναιρεσίβλητος όφειλε να το γνωρίζει.
Όπως προκύπτει, όμως, από το σχετικό απόσπασμα των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο στο αναιρετήριο και πράγματι ταυτίζεται με το περιεχόμενο των προτάσεων αυτών, η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της δεν προέβαλε ένσταση με το ανωτέρω περιεχόμενο, αλλά αντίθετα αρνήθηκε την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της ίδιας και του πρώτου εναγόμενου, καθώς και την κατάχρηση αυτής, ισχυριζόμενη ότι η μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας για την ανεύρεση υποψήφιων πελατών δεν προέβλεπε εντολές, οδηγίες ή επίβλεψη για τον τρόπο, με τον οποίο ο πρώτος εναγόμενος θα εκτελούσε τις υποχρεώσεις του, ότι η εξαπάτηση του αναιρεσίβλητου δεν εμπίπτει στους τυπικούς κινδύνους της ως άνω δραστηριότητας του πρώτου εναγόμενου, και σε κάθε περίπτωση έγινε στα πλαίσια άλλης σχέσης μεταξύ τους, που είχε ως αντικείμενο τη διαχείριση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, και ότι επιπλέον ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ή τουλάχιστον μπορούσε να γνωρίζει ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) δεν διατηρούσε και δεν μπορούσε να διατηρεί γραφείο αντιπροσωπείας στην ημεδαπή της αναιρεσείουσας αλλοδαπής τράπεζας, αφού τα γραφεία των αλλοδαπών τραπεζών, που λειτουργούν στη χώρα, δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και έχουν διαφορετική υποδομή και οργάνωση.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας, ο οποίος επαναφέρθηκε με το ίδιο περιεχόμενο ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο απόσπασμα της έφεσής της, δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση), αφού δεν περιέχει παραδοχή περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου κατηγορούμενου και περί κατάχρησης της σχέσης αυτής, την οποία όφειλε να γνωρίζει ο αναιρεσίβλητος, περιστατικά απαραίτητα για τη στοιχειοθέτηση ένστασης με το ανωτέρω περιεχόμενο, αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, τα δε ανωτέρω περί του ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ή τουλάχιστον μπορούσε να γνωρίζει ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) δεν διατηρούσε και δεν μπορούσε να διατηρεί γραφείο αντιπροσωπείας στην ημεδαπή της αναιρεσείουσας αλλοδαπής τράπεζας, αναφέρθηκαν στα πλαίσια της ένστασης συνυπαιτότητας του αναιρεσιβλήτου, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα και η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Επομένως, προκύπτει από το αναιρετήριο ότι ο επικαλούμενος σε αυτό σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) της αναιρεσείουσας δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, ώστε να είναι υπορεωμένο αυτό να τον εξετάσει, και κατά συνέπεια ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος δεν αφορά σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 937 § 1 Α.Κ., "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης, που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται ειδικότερα η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.Α.Π. 24/2003, Α.Π. 1025/2017, Α.Π. 1158/2017).
Επιπλέον δε, προκειμένου να αρχίσει η διαδρομή της ανωτέρω προθεσμίας παραγραφής απαιτείται θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων σε αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια.
Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό, εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης (Α.Π. 41/2023, Α.Π. 1423/2019, Α.Π. 659/2018, Α.Π. 866/2017, Α.Π. 1787/2014). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 Α.Κ. συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξίωσης ενεργεί έναντι καθενός υποκειμενικά. Η εκ μέρους του παθόντος γνώση του υπόχρεου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ., υπάρχει ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι από τον προστήσαντα, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίσταται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία.
Και σε αυτή την περίπτωση όμως αυτονόητο είναι για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως κατά του προστήσαντος ότι στον δικαιούχο της αποζημίωσης είναι γνωστά τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία και δη η συγκεκριμένη ζημιογόνος παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με ορισμένη πράξη ή παράλειψη, κάποιου από τους προστηθέντες του, ο οποίος διέπραξε την αδικοπραξία, έστω κι αν δεν προσδιορίζεται ή δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το πρόσωπό του, διότι αυτά τα περιστατικά αποτελούν τον νόμιμο δικαιολογητικό λόγο ευθύνης όχι μόνο του οποιουδήποτε προστηθέντος, αλλά και του προστήσαντος, αποτελώντας τη βάση της αγωγής, και πρέπει να παρατίθενται σε αυτήν ώστε να είναι ορισμένη.
Εάν ο ενάγων δεν τα γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να τα προσδιορίσει, γνωρίζοντας απλώς την επέλευση της ζημίας, δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία και κατά του προστήσαντος, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος προς αποζημίωση ακριβώς διότι ευθύνεται αντικειμενικώς για συγκεκριμένες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων του (Α.Π. 41/2023, Α.Π. 1588/2022, Α.Π. 659/2018).
Περαιτέρω, η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για το λόγο, ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαίτησης, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.
Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημίωσης ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξης, και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμωρία της αξιόποινης πράξης πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ.
ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί κακουργημάτων, όπως της επίδικης απάτης σε βαθμό κακουργήματος ανέρχεται σε δέκα πέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του Π.Κ. αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 21/2003, Α.Π. 981/2019).
Στην ίδια δε δεκαπενταετή παραγραφή υπόκειται και η απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αξιόποινη πράξη που συνιστά κακούργημα, με αφετηρία τον ίδιο πιο πάνω χρόνο (Α.Π. 981/2019, Α.Π. 901/2014). Τα ανωτέρω ισχύουν για τον υπαίτιο της πράξεως, ήτοι τότε μόνον, όταν ο δράστης της αξιόποινης πράξεως είναι ταυτόχρονα και ο υπόχρεος σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) και όχι όταν ο αστικός υπεύθυνος είναι διαφορετικό πρόσωπο.
Στην τελευταία περίπτωση, η παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία εξακολουθεί να είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, άσχετα αν ο δράστης της αξιόποινης πράξης ενήργησε ως προστηθείς ή όργανο του εναγομένου σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) φυσικού ή νομικού προσώπου (άρθρα 922, 923, 71 Α.Κ.) και ανεξάρτητα από τον τρόπο συμμετοχής του δράστη στην αξιόποινη πράξη, ως αυτουργού ή συνεργού ή ηθικού αυτουργού, αρκεί ότι το εναγόμενο ως υπόχρεο σε αποζημίωση πρόσωπο δεν υπέχει κατά νόμο ποινική ευθύνη, αλλά ενάγεται ως αστικώς υπεύθυνο, όπως πρωτίστως συμβαίνει επί νομικών προσώπων, των οποίων όργανα ή προστηθέντες τέλεσαν, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι, την αξιόποινη πράξη (Α.Π. 981/2019). Ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει τα περιστατικά που την συγκροτούν, και συγκεκριμένα οφείλει να αποδείξει πότε ο ενάγων-παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ενάγων-αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση ότι η ζημία του προήλθε από τους προστηθέντες της αναιρεσείουσας το μήνα Σεπτέμβριο 2013, οπότε ο δεύτερος εναγόμενος κλήθηκε σε απολογία ενώπιον ανακριτή και κατέθεσε το έγγραφο της από 11-8-2005 σύμβασης εύρεσης πελατείας μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της τράπεζας και το έγγραφο της καταγγελίας αυτής, διότι τότε ο ενάγων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά α) τη συμμετοχή του δεύτερου εναγόμενου στην πράξη του πρώτου και β) την ύπαρξη και το είδος της συμβατικής σχέσης, που συνέδεε τον πρώτο με την αναιρεσείουσα, και συνεπώς τη σχέση πρόστησης που υπήρχε μεταξύ τους, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής την 15-12-2014 δεν παρήλθε πενταετία, και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση πενταετούς παραγραφής, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και ακολούθως επανέφερε με την έφεσή της στο Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου έναρξης της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 937 § 1 Α.Κ., την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι το Εφετείο, παρόλο που δέχτηκε ανέλεγκτα ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται αδικοπρακτικά ως προστήσασα τόσο τον πρώτο, όσο και τον δεύτερο εναγόμενο, όμως για τον υπολογισμό της έναρξης της πενταετούς, όπως προαναφέρθηκε, προθεσμίας παραγραφής της κατ' αυτής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφασή του περιστατικά, που αποτελούν επίσης ουσιαστικές παραδοχές του, σχετίζονται με τη γνώση ή μη του ενάγοντος για το πρόσωπο τόσο του πρώτου, όσο και του δεύτερου εναγόμενου ως υπαίτιων και την ύπαρξη της ζημίας, και ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο αυτού της απολογίας του δεύτερου, και συγκεκριμένα τα περιστατικά α) της συνάντησης του δικηγόρου του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου με το διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσείουσας, που έγινε την 10-12-2009 και κατά την οποία ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της τρίτης στην ημεδαπή, και συνεπώς ότι ο δεύτερος εναγόμενος, για τον οποίο ο ενάγων ήδη γνώριζε ότι ήταν υπάλληλος της τράπεζας και προστηθείς από αυτήν, επιβεβαίωσε ψευδώς την ανωτέρω ιδιότητα του πρώτου, και β) της αποστολής των από 16-12-2009, 22-12-2009 και 26-1-2010 επιστολών της τράπεζας στον ενάγοντα, από τις οποίες προέκυπτε ότι δεν υπήρχαν κεφάλαια στους λογαριασμούς του και ότι οι ενημερώσεις του πρώτου εναγόμενου ήταν πλαστές, και να αιτιολογήσει την κρίση του περί μη παρέλευσης πενταετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής και ενόψει των περιστατικών αυτών, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, επί ευθύνης του προστήσαντος για ζημία που προκλήθηκε από περισσότερους προστηθέντες, είναι αδιάφορο για την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, αφού η ευθύνη του προστήσαντος υπάρχει ανεξάρτητα από το ποιος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία, χωρίς να αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας η παραδοχή ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε τα πρόσωπα των υπαιτίων το πρώτον το Σεπτέμβριο 2013, επειδή τότε πληροφορήθηκε την ύπαρξη της σύμβασης εύρεσης πελατείας μεταξύ της τράπεζας και του πρώτου εναγόμενου, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο ενάγων ήδη γνώριζε από 10-12-2009 ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της τράπεζας και, συνεπώς, ότι η σχετική διαβεβαίωση του δεύτερου εναγόμενου ήταν ψευδής.
Επομένως είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 (όχι δε και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.
Κατόπιν αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστούν αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές κατ' άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Γ) Επί της από 18-12-2023 αίτησης αναιρέσεως του ενάγοντος-αναιρεσείοντος Α. Β.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 § 1 του Α.Κ., εάν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει ότι όταν στη γέννηση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης, είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός της μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση προβάλλεται υπό μορφή ένστασης από τον εναγόμενο για αποζημίωση και προϋποθέτει υποχρέωση αποζημίωσης για ζημία ενδοσυμβατική, προσυμβατική ή εξωσυμβατική, για το ορισμένο δε της ένστασης αυτής αρκεί η αναφορά των θεμελιούντων το συντρέχον πταίσμα πραγματικών περιστατικών, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του ποσοστού, καθόσον ο ζημιωθείς φέρει το βάρος της δικής του ζημίας (λόγω του συντρέχοντος πταίσματος), που επαφίεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1242/2009), ενώ η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 211/2020, Α.Π. 188/2015, Α.Π. 1673/2013).
Όπως προκύπτει δε από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, προϋπόθεση της μείωσης ή της μη επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ύπαρξη πταίσματος του ζημιωθέντος, που συντέλεσε στη ζημία ή την έκτασή της, χωρίς διάκριση του βαθμού του πταίσματος αυτού, και ειδικότερα χωρίς συσχέτιση του βαθμού του πταίσματος του ζημιωθέντος με το βαθμό του πταίσματος του υπόχρεου προς αποζημίωση, επομένως είναι νοητή συνυπαιτιότητα από αμέλεια του ζημιωθέντος έναντι παράνομης ζημιογόνας πράξης του υπαιτίου, που τελέστηκε με δόλο, απόκειται δε στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με το βαθμό συμβολής των μερών στην παραγωγή ή την επέκταση της ζημίας, να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος και τη βαρύτητα των πταισμάτων ζημιώσαντος και ζημιωθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ενάγων-αναιρεσείων συντέλεσε από αμέλεια στην έκταση της ζημίας του, επειδή α) είχε τη δυνατότητα, λόγω του μορφωτικού επιπέδου και της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας του, αν επιδείκνυε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, να διαπιστώσει ότι η τρίτη εναγόμενη-δεύτερη αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν είχε γραφείο αντιπροσώπευσης στη χώρα, β) δεν ασκούσε έλεγχο στον τρόπο, με τον οποίο ο (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) πρώτος εναγόμενος διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιό του, το οποίο εμφάνιζε ότι είχε αποδόσεις ασυνήθιστα υψηλές και εμφανώς υπερβολικές για τα παγκόσμια οικονομικά δεδομένα της εποχής, γ) λάμβανε τις ενημερώσεις για την κίνηση του λογαριασμού του από τον πρώτο εναγόμενο και όχι απευθείας από την τράπεζα, και δεν λάμβανε καθόλου ενημερώσεις για έτερο λογαριασμό του (με αριθμό ...), για τον οποίο είχε ζητήσει να τηρείται σχετικός φάκελος στην τράπεζα, αλλά παρέλειπε να ενημερώνεται για το περιεχόμενο του φακέλου αυτού, και δ) δεν ενεργοποίησε τους κωδικούς ηλεκτρονικής πρόσβασης στον λογαριασμό του με αριθμό ..., ώστε μέσω αυτού να έχει απευθείας διαδικτυακή πρόσβαση στο χαρτοφυλάκιό του και να ενημερώνεται για τη διαχείρισή του εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, και ότι, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, ο ενάγων-αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος της ζημίας σε ποσοστό 30%, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ.
και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβανόμενα ως σύνολο και καθένα χωριστά, στηρίζουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την έκταση της επελθούσας σε αυτόν ζημίας, αφού η συμπεριφορά αυτή ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την επαύξηση της ζημίας του αναιρεσείοντος, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ώστε να στοιχειοθετείται συνυπαιτιότητά του και να δικαιολογείται η παραδοχή της σχετικής ένστασης του δεύτερου εναγόμενου-πρώτου αναιρεσίβλητου και της τρίτης εναγόμενης-δεύτερης αναιρεσίβλητης τράπεζας.
Ειδικότερα, 1) δεν συνιστά παράβαση της ανωτέρω διάταξης το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή συνυπαιτιότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος από αμέλεια έναντι υπαιτιότητας των δύο πρώτων εναγόμενων από δόλο, και μάλιστα σε συνδυασμό με την τέλεση εκ μέρους τους κακουργηματικών πράξεων, αφού είναι νοητή η συνυπαιτιότητα από αμέλεια του ζημιωθέντος έναντι δόλιας παράνομης πράξης του υπαιτίου, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, 2) δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι τα περιστατικά, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου θεμελιώνουν τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, δεν συνιστούν παράβαση εκ μέρους του επιτακτικών κανόνων δικαίου, αφού αρκεί σχετικώς οποιαδήποτε συμπεριφορά του ικανή να συντελέσει στην έκταση της ζημίας, 3) οι παραδοχές του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων i) ενόψει του μορφωτικού επιπέδου και της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας του, σε συνδυασμό με τη σημαντική αξία (1.438.421 ευρώ) των περιουσιακών στοιχείων, που παρέδωσε τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από 18-5-2006 έως 13-10-2009 στον πρώτο εναγόμενο προς επένδυση, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει αυξημένη προσοχή και επιμέλεια, προκειμένου να εξακριβώσει αν η αλλοδαπή τράπεζα είχε πράγματι αντιπρόσωπο στην ημεδαπή, εφόσον άλλωστε η εμπιστοσύνη του στον πρώτο εναγόμενο είχε την αιτία της στο ότι αυτός εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος της συγκεκριμένης τράπεζας, ii) όφειλε να είναι επιμελής και να ασκεί έλεγχο στον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δήθεν αποδόσεις των επενδύσεών του, που κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εμφανίζονταν να ανέρχονται σε 647.384 ευρώ, ήταν ιδιαίτερα υψηλές και εξωπραγματικές ενόψει της κρίσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά το έτος 2007, iii) είχε δεχτεί να λαμβάνει τις ενημερώσεις για την κίνηση του λογαριασμού του από τον πρώτο εναγόμενο και όχι απευθείας από την τράπεζα, και δεν λάμβανε καθόλου ενημερώσεις για το λογαριασμό του με αριθμό ..., για τον οποίο είχε ζητήσει να τηρείται σχετικός φάκελος στην τράπεζα, αλλά δεν επιδίωξε να ενημερώνεται για το περιεχόμενό του, και iv) δεν ενεργοποίησε τους κωδικούς ηλεκτρονικής πρόσβασης στον ...
λογαριασμό του, ώστε να έχει απευθείας πρόσβαση σε αυτόν και να ασκεί έλεγχο στο χαρτοφυλάκιό του, συνιστούν πράγματι, λαμβανόμενες συνολικά και κάθε μία χωριστά, πταίσμα του αναιρεσείοντος, που μπορεί να συντελέσει, και συντέλεσε εν προκειμένω, στην έκταση της ζημίας του, χωρίς να είναι απαραίτητη επιπλέον η αναφορά κάποιου γεγονότος ικανού να δημιουργήσει αμφιβολίες στον αναιρεσείοντα σχετικά με την ιδιότητα του πρώτου εναγόμενου ως αντιπροσώπου της τρίτης, ούτε η παράθεση του είδους των επενδύσεων των κεφαλαίων του αναιρεσείοντος και του μέσου όρου των αποδόσεων, που αυτές είχαν διεθνώς κατά τον ανωτέρω χρόνο, ώστε να προκύπτει ότι το εμφανιζόμενο από τον πρώτο εναγόμενο ύψος των αποδόσεων ήταν εξωπραγματικό, αφού αρκεί η παράθεση του ποσού των δήθεν αποδόσεων, που είναι πράγματι ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με την αξία των περιουσιακών στοιχείων, που διατέθηκαν προς επένδυση, σε συνδυασμό με τη διάρκεια της επένδυσης, και η μνεία ότι οι αποδόσεις αυτές φέρονταν ότι πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2006 έως 2009 παρά τη διεθνή οικονομική κρίση, που επικρατούσε μετά το έτος 2007, γεγονότα που αιτιολογούν επαρκώς την κρίση του Εφετείου περί αμέλειας του αναιρεσείοντος να ασκεί ενεργητικό έλεγχο στη διαχείριση των κεφαλαίων του, αντί να αρκείται στα πλαστά παραστατικά κίνησης λογαριασμών, που του παρείχε ο πρώτος εναγόμενος, αντικαθιστώντας ο ίδιος με τη θέλησή του τη συνήθη διαδικασία ενημέρωσης, που τηρούσε η τράπεζα, δηλαδή την αποστολή απευθείας σε αυτόν της κίνησης του λογαριασμού του, με την ενημέρωση από τον πρώτο εναγόμενο, και αμελώντας να ενεργοποιήσει την ευχέρεια ηλεκτρονικής πρόσβασης στο λογαριασμό, που του παρείχε η τράπεζα, χωρίς να απαιτείται η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποιου ιδιαίτερου λόγου, για τον οποίο ο αναιρεσείων έπρεπε να εμμείνει στη συνήθη διαδικασία ενημέρωσης και να κάνει χρήση της ευχέρειας ηλεκτρονικής πρόσβασης, προκύπτει δε σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο χρόνος, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων όφειλε να προβεί στον έλεγχο της διαχείρισης των περιουσιακών του στοιχείων, προκειμένου να μην συντελέσει με την παράλειψή του στην επαύξηση της ζημίας, είναι ολόκληρο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα η διαχείριση αυτή.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 300 Α.Κ. με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά τις οποίες ο ίδιος δεν είχε λόγους να αμφιβάλλει για την αντιπροσώπευση της τρίτης εναγόμενης τράπεζας από τον πρώτο, αφού αυτή αποδέχθηκε τα έντυπα που υπέγραψαν ο αναιρεσείων και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και επιβεβαίωσε τη μεταφορά των κεφαλαίων του, ενώ δεν επικοινώνησε μαζί του για να ελέγξει την εγκυρότητα των χρηματικών εμβασμάτων σε τρίτους από το λογαριασμό του, με αποτέλεσμα τη διατήρηση της πλάνης του περί την ιδιότητα του πρώτου εναγόμενου ως αντιπροσώπου της, ότι οι αποδόσεις, που εμφάνιζε ο πρώτος εναγόμενος, δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλές και δεν είχαν λόγο να του δημιουργήσουν ανησυχίες, επειδή οι επενδύσεις είχαν γίνει κατά κύριο λόγο τα έτη 2006 και 2007, δηλαδή πριν από την οικονομική κρίση του έτους 2008, και οι αποδόσεις τους ήταν λογικές και σύμφωνες με τα διεθνή δεδομένα, ότι δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει για τη γνησιότητα των ενημερώσεων των λογαριασμών, που του έστελνε ο πρώτος εναγόμενος, και ότι η ηλεκτρονική παρακολούθηση του τραπεζικού λογαριασμού του ήταν ασυνήθιστη κατά το χρόνο του ανοίγματος αυτού, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτες.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που προέβαλε με λόγο εφέσεως, ότι η απόδοση των κεφαλαίων του, που επενδύθηκαν στο εξωτερικό από τον πρώτο εναγόμενο, δεν υπερέβαινε το 10 έως 11% ετησίως, δηλαδή δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή και συνεπώς δεν δικαιολογούσε ιδιαίτερη προσοχή και έλεγχο εκ μέρους του, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα έτη 2006 έως 2007 η άνοδος του Ελληνικού Χρηματιστηρίου ήταν 18% και του δείκτη NASDAQ Νέας Υόρκης 16%, καθώς και ότι η διεθνής οικονομική κρίση επέφερε πτώση στα χρηματιστήρια μετά το μήνα Οκτώβριο 2008, ενώ από το έτος 2009 υπήρξε σοβαρή άνοδος των διεθνών χρηματιστηριακών αξιών. Ως προς το σκέλος του αυτό, ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή τα ανωτέρω δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων και συνεπώς δεν συνιστούν πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, παρόλο που προτάθηκαν με λόγο εφέσεως.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αιτήματός τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 24-11-2022 αίτηση του αναιρεσείοντος Μ. Σ., και την από 24-11-2022 αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Bank Julius Baer & Co Ltd.".
Αναιρεί την 1869/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Α. Β. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Μ. Σ., τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Α. Β. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρίας "Bank Julius Baer & Co Ltd", τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 18-12-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Β. κατά της ιδίας ανωτέρω αποφάσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ