Legislator Case Law & Legislation
1882/2022 AI generated

Supreme Court remands insurance appeal for retrial due to unclear reasoning on general clause abuse.

Case Number 1882/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the lower court failed to provide clear and sufficient reasoning regarding the abuse of a general insurance clause. The insurer argued that the clause was abusive and void, while the insurer argued the clause was valid and binding. The court found the lower court's justification inadequate and insufficient to justify the application of substantive law rules, necessitating a new examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 11 and 16 of Law 2496/1997; Articles 297 and 298 of the Civil Code: When a lower court's reasoning on the abuse of a general clause is unclear, insufficient, or contradictory, the Supreme Court must remand the case for retrial to ensure proper application of substantive law.

Keywords

AI generated
abuse of general clause insurance contract law insufficient reasoning remand for retrial substantive law application insurance coverage general terms validity

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 2496/1997
Article 11 of Law 2496/1997
Article 16 of Law 2496/1997
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1882 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1882/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Της αναιρεσιβλήτου: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία ... και Συνεργάτες", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της και πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Καργιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-5-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6278/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3507/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2496/1997, ο οποίος έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (άρθρο 33 παρ. 4 του νόμου αυτού), με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Ο ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση από πυρκαγιά- καταιγίδα πραγμάτων) είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης.

Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν.2496/1997 στην ασφάλιση κατά ζημιών το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία).

Στην παράγραφο δε 2 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι η ζημία της ασφαλισμένης περιουσίας μπορεί να συνίσταται στη βλάβη ή στην απώλεια αγαθών, απαιτήσεων, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, ούτε και το ασφαλιστικό ποσό. Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά τον χρόνο επέλευσης του κινδύνου.

Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η ασφαλιστική αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και τη θετική ζημία του ασφαλισμένου μέχρι του ασφαλιστέου γι` αυτήν ποσού, συνισταμένη στην μείωση της περιουσίας του, είτε αυτή οφείλεται στην απομείωση της αξίας των πραγμάτων που απαρτίζουν αυτή εξαιτίας της βλάβης που υπέστησαν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, είτε στην απώλεια ή καταστροφή των πραγμάτων αυτών (ΑΠ 930/2019, ΑΠ 1953/2013).

Επίσης, κατά το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/1994 "προστασία καταναλωτών", οι γενικοί όροι των συναλλαγών, ήτοι οι όροι που έχουν εκ των προτέρων διατυπωθεί για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, όπως είναι και οι συμβάσεις ασφάλισης ζημιών πραγμάτων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο ασφαλιζόμενος.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών πού αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ.7 του ίδιου άρθρου, καταχρηστικοί κατά την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών όταν, εκτός των άλλων.....

β) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών....ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο....ιγ) αποκλείουν και περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πού αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ αυτές κριτήρια για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού, για την κρίση της ακυρότητας ως καταχρηστικών ή μη των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.

Ως μέτρο δε του ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο πού ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση και μάλιστα και κατά την "καθοδηγητική λειτουργία" πού επιτελεί και κατά το μέτρο που καλύπτει θέματα που δεν καλύπτονται με διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως ως υπέρμετρη.

Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πως μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια.

Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν είναι υπέρμετρη.

Για να ορισθεί υπέρμετρη η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει η μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης πού έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. (ΑΠ 11/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "Με το με αριθμό 74757717/26.7.2014 ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου πυρός, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) κατήρτισε με την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφαλίσεως, με περίοδο κάλυψης ασφάλισης από 26-7-2014 έως 26-7-2015.

Το ως άνω ασφαλιστήριο κάλυπτε έναντι κινδύνων πυρός και λοιπών κινδύνων χωρίς την κάλυψη σεισμού το δικηγορικό γραφείο της ενάγουσας, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον πέμπτο όροφο, εμβαδού 185 τμ, μιας οικοδομής που κατασκευάστηκε το έτος 1962 και βρίσκεται στην ... Θεσσαλονίκη, για ασφαλιστικό ποσό 50.000 ευρώ για φθορές στην οικοδομή και 50.000 ευρώ στο περιεχόμενο του γραφείου ενώ το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων ανήλθε στο ποσό των 151,41 ευρώ, ποσό που καταβλήθηκε στην εναγομένη άπαξ από την ενάγουσα την 26.7.2014.

Μεταξύ των ασφαλιστικών κινδύνων, την κάλυψη των οποίων ανέλαβε με την ασφαλιστική σύμβαση η εναγομένη είναι και οι περιπτώσεις των ζημιών που προκλήθηκαν από καταιγίδα, θύελλα και πλημμύρα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το βράδυ της Τετάρτης 22 Οκτωβρίου 2014, παρατηρήθηκαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα στο κέντρο της πόλης, έντονα καιρικά φαινόμενα, με βροχές και καταιγίδες ενώ έπνεαν ισχυροί θυελλώδεις άνεμοι.

Το πρωί της Πέμπτης 23 Οκτωβρίου 2014, μέλη της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας εισήλθαν στο γραφείο και διαπίστωσαν ότι λόγω της καταρρακτώδους βροχής, τα βρόχινα νερά είχαν εισέλθει στο εσωτερικό του γραφείου μέσω των κλειστών παραθύρων και είχαν προκαλέσει μεγάλες υλικές ζημίες στο γωνιακό γραφείο το οποίο έχει πρόσοψη δυτικά στην οδό Ίωνος Δραγούμη και ελαφρότερες ζημίες στα τρία γραφεία τα οποία έχουν πρόσοψη στην ανωτέρω οδό, Ίωνος Δραγούμη, αμέσως δε προέβησαν σε αναγγελία του συμβάντος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία......

Την επόμενη ημέρα, 24.10.2014 και ύστερα από εντολή που δέχθηκε από την αρμόδια υπάλληλο της εναγομένης το γραφείο των πραγματογνωμόνων με την επωνυμία ... στη Θεσσαλονίκη, κανονίστηκε αυθημερόν η αυτοψία του χώρου που πλήγηκε από την καταιγίδα και έτσι ο πραγματογνώμονας Ε. Ψ. επισκέφθηκε τα γραφεία της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας και προέβη σε αυτοψία του χώρου που είχε πληγεί από την καταιγίδα και ύστερα από έλεγχο που πραγματοποίησε συνέταξε την υπ' αριθμ. 048943 από 13-11-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τις σχετικές φωτογραφίες των γραφείων, στην οποία αναφέρει όπως διαπίστωσε, τα εξής: "είχαν εισχωρήσει υγρά από την ένωση της τζαμαρίας της πρόσοψης επί της οδού Ίωνος Δραγούμη, με τις επενδύσεις των δοκών από γυψοσανίδα, τα οποία έτρεξαν πάνω στα χαμηλά ερμάρια που βρίσκονται μπροστά από τη τζαμαρία, καθώς και στο δάπεδο.

Σ' έναν μάλιστα από τους χώρους τα νερά έπεφταν πάνω σ' έναν εκτυπωτή που βρίσκονταν πάνω στο ερμάριο, με αποτέλεσμα να εκτινάσσονται νερά και πάνω σ' έναν ανοικτό φορητό υπολογιστή, που ήταν ακριβώς από κάτω, πάνω σ' ένα μικρό έπιπλο-γραφείο". Αμέσως κλήθηκε τεχνικός, ο οποίος έλεγξε τον φορητό υπολογιστή και δήλωσε ότι είναι θέμα χρόνου να παρουσιάσει βλάβη και να σταματήσει να λειτουργεί, καθώς είχαν εισχωρήσει νερά στο εσωτερικό του.

Όπως διαπίστωσε κατά την αυτοψία του ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας, οι επενδυμένες επιφάνειες των δομικών στοιχείων (δοκών και υποστυλωμάτων) από γυψοσανίδα εκεί που ενώνονται με το περιμετρικό κούφωμα της τζαμαρίας της πρόσοψης παρουσίαζαν κατά θέσεις, όπως φαίνεται και στις σχετικές φωτογραφίες, τοπικά σημάδια διαβροχής........

Ειδικότερα οι ζημίες που κατέγραψε ο άνω πραγματογνώμονας αφορούσαν τις επιφάνειες του γραφείου ως χώρου από την υγρασία στους χρωματισμούς τους λόγω της εισβολής των όμβριων υδάτων, η σχετική δε δαπάνη επισκευής τους (ξύσιμο, σπατουλάρισμα κλπ) εκτιμήθηκε από τον ίδιο, στο ποσό των 600 ευρώ, τον ηλεκτρικό υπολογιστή μοντέλου ΝΒ LΕΝΟVΟ G560 ΑL ί-5-540, με κωδικό αγοράς 109553, που αγοράσθηκε στις 26.9.2012, για τον οποίο εκτιμήθηκε δε ότι μία παρόμοια μεταχειρισμένη συσκευή δε θα κόστιζε υπό τα δεδομένα του χρόνου της ζημίας πάνω από 350 ευρώ, τον εκτυπωτή διπλής όψεως μοντέλου Xerox Phaser 3250, που είχε αγοραστεί το 2007 και η αξία του εκτιμήθηκε, δεδομένης της παλαιότητας του στα 80 ευρώ, ήτοι η συνολικά ζημία της ενάγουσας, κατά την εκτίμηση του άνω πραγματογνώμονα ανήλθε στο ποσό των 1030 ευρώ (600+350+80)....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο κεφάλαιο Β' των γενικών όρων του πίνακα καλύψεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ, αναφέρεται ότι "... Στην κάλυψη θύελλας, καταιγίδας δεν καλύπτονται ζημίες σε αντικείμενα τα οποία ευρίσκονται εντός κλειστού και στεγασμένου χώρου, καθώς και αντικείμενα τα οποία ευρίσκονται σε υπόστεγα και στο ύπαιθρο..." συμπεριλαμβανομένων και άλλων τριών περιπτώσεων που εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης.

Στο κεφάλαιο Γ' του ίδιου πίνακα ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ, αναφέρεται ότι ".. Στην κάλυψη καταιγίδας, θύελλας, ζημίες έως 750 ευρώ, αποζημιώνονται εξ ολοκλήρου από την ασφαλιστική εταιρία. Σε ζημίες που υπερβαίνουν τα 750 ευρώ, ισχύει απαλλαγή ίση με το 10% του ποσού της αποζημίωσης και ελάχιστο όριο απαλλαγής το ποσό των 750 ευρώ".

Ακολούθως, με ειδικό όρο του εν λόγω συμβολαίου του πακέτου "ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ", κατά τροποποίηση κάθε τυχόν αντίθετου γενικού όρου αυτού (ασφαλιστηρίου), δηλώθηκε και συμφωνήθηκε μεταξύ των αντισυμβαλλομένων διαδίκων και ειδικότερα στο IV κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΛΥΨΕΙΣ και στην υπ' αριθμ. 7 περίπτωση καταιγίδας, θύελλας ότι:

ζημίες έως 750 ευρώ αποζημιώνονται εξ ολοκλήρου από την ασφαλιστική εταιρία, και σε ζημίες που υπερβαίνουν τα 750 ευρώ, ισχύει απαλλαγή ίση με το 10% του ποσού της αποζημίωσης και ελάχιστο όριο απαλλαγής το ποσό των 750 ευρώ. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι για την εκτίμηση της αξίας των παραπάνω ζημιωθέντων αντικειμένων, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 7 παρ, 4 περ.

β' των γενικών όρων του επιδίκου ασφαλιστηρίου συμβολαίου με επικεφαλίδα "ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΜΑΤΟΣ", στο οποίο ορίζεται ότι βάση υπολογισμού και καθορισμού του ασφαλίσματος αποτελεί για κινητά αντικείμενα κοινής χρήσης κάθε είδους (εξαιρούνται τα εμπορεύματα), η αξία αντικατάστασης τους με καινούργια παρεμφερούς τύπου ή προδιαγραφών αλλά ιδίας αποδόσεως, μετά την αφαίρεση της λόγω χρήσης ή παλαιότητας μείωσης της τρέχουσας αντικειμενικής τους αξίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου που έκρινε ότι το άρθρο 7 παρ. 4 περ.β' των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν αποτελεί καταχρηστικό όρο κατά τις διατάξεις του ν.2251/1994, επειδή δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όπως εσφαλμένα κρίθηκε στην εκκαλουμένη ότι αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και επειδή η ύπαρξη του όρου αυτού διαταράσσει την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων όπως απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι με τον άνω συμβατικό όρο δεν επέρχεται υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή (ενάγουσας).

Υποστηρίζει δηλαδή η εκκαλούσα ότι ο άνω όρος ήταν καταχρηστικός και ότι η εκκαλουμένη έσφαλε που έκρινε τον άνω όρο ότι δεν ήταν καταχρηστικός και άρα δεν ήταν άκυρος, ενώ έπρεπε να κρίνει αυτόν άκυρο ως καταχρηστικό........ Στην προκειμένη περίπτωση, ο άνω όρος δεν αποτελούσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και περαιτέρω προκαλεί ζήτημα καταχρηστικότητας από την πλευρά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας της ενάγουσας.

Τούτο δε, γιατί με τον όρο αυτό εξαιρείται από την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής καλύψεως επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου που τελεί σε συνάφεια με την πρόκληση ζημίας από πυρκαγιά, θύελλα-καταιγίδα και περιορίζει την κάλυψη αυτή στις όχι συχνά παρατηρούμενες περιπτώσεις ζημίας, προκαλούμενης από θύελλα-καταιγίδα.

Έτσι ο όρος αυτός είναι ελεγκτέος με βάση το γενικό κριτήριο της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2252/1994, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η διατύπωση όρων συναλλαγών από προμηθευτές στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές και έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος όμως των καταναλωτών, εν προκειμένω της ενάγουσας, με τη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας της τελευταίας ως προς τη φύση της παρεχόμενης σ' αυτήν υπηρεσίας, τον σκοπό και το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως, δηλαδή της εύλογης πεποίθησης αυτής, ότι καλύπτετο και για κάθε περίπτωση πλημμύρας από θύελλα ή καταιγίδα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο όρος αυτός κρίνεται καταχρηστικός και συνεπώς είναι άκυρος, καθόσον ο άνω όρος εξαίρεσης ασφαλιστικής καλύψεως περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα της ενάγουσας που προκύπτουν από τη φύση της άνω συμβάσεως και οδηγούν σε διακινδύνευση του κύριου σκοπού της, που ήταν η κάλυψη της ζημίας, δεν είχε γίνει δε ρητή επισήμανση του όρου αυτού, ούτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων και η ενάγουσα που ήθελε την πλήρη κάλυψη του γραφείου της σε περίπτωση ζημίας από πυρκαγιά, θύελλα ή καταιγίδα, αγνοούσε το όρο αυτό χωρίς υπαιτιότητα της ενόψει μάλιστα και της διαβεβαίωσης προς αυτήν της ασφαλιστικής πράκτορα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ...

ότι το γραφείο της καλύπτεται για κάθε αιτία από πλημμύρα. Έτσι ο άνω όρος ελεγχόμενος με βάση το γενικό κριτήριο της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, σαφώς διαταράσσει υπέρμετρα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ασφαλισμένης και εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας), που κατήρτισαν τη σύμβαση ασφαλίσεως, εις βάρος της ασφαλισμένης και επιπλέον διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, εφόσον με το περιεχόμενο αυτού αλλάζει στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη σύμβαση ασφάλισης, όπου η ασφαλισμένη είχε την πεποίθηση ότι συνάπτει ασφάλιση για κάθε κίνδυνο που καλύπτει ζημίες από πλημμύρα-πυρκαγιά, σε τρόπον ώστε ο συγκεκριμένος όρος να είναι άκυρος..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 1.030 ευρώ και, επίσης, αναγνώριζε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 700 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για τα παρακάτω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 11 και 16 του ν.2496/1997, 2 παρ.6 και 7 στοιχ.ιγ' του ν.2251/1994 και 281, 297 και 298 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα: Α) ενώ η αναιρεσίβλητη με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ανεξαρτήτως του ότι αυτός τιτλοφορείται ως "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι το άρθρ. 7 περ.β' των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν αποτελεί καταχρηστικό όρο", στην πραγματικότητα ισχυρίστηκε ότι ο όρος περί απαλλαγής κατ' ελάχιστο όριο το ποσό των 750 ευρώ είναι καταχρηστικός και δεν είναι ειδικός ούτε αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, παρόλα αυτά φέρεται να ερευνά την ακυρότητα ως καταχρηστικού του όρου 7 παρ.4 περ.β των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί υπολογισμού και καταβολής του ασφαλίσματος, αφού γίνεται σχετική ρητή αναφορά στον παραπάνω όρο, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, με σαφήνεια, αν πράγματι οι παραδοχές περί καταχρηστικότητας αφορούν τον όρο περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας μέχρι το ποσό των 750 ευρώ ή, αντιθέτως, τον όρο περί του τρόπου υπολογισμού του ασφαλίσματος, Β) σε κάθε περίπτωση, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο, εκ παραδρομής αναφέρθηκε στον γενικό όρο περί υπολογισμού και καταβολής του ασφαλίσματος, ενώ στην ουσία έλεγξε τον όρο περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας μέχρι του ποσού των 750 ευρώ, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης είναι ανεπαρκείς, διότι δεν αιτιολογείται γιατί ο αμέσως ανωτέρω όρος περί απαλλαγής της αναιρεσίβλητης, αν και αυτός αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως ειδικός όρος, και μάλιστα κατά τροποποίηση κάθε τυχόν αντιθέτου γενικού όρου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όπως, επίσης, δεν διαλαμβάνει τα κριτήρια, με βάση τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επέρχεται υπέρμετρη διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον του καταναλωτή- ασφαλισμένου, με συνεκτίμηση όμως της φύσης της υπηρεσίας που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, του συνόλου των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της και όλων των υπολοίπων ρητρών της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται.

Επίσης, δεν διαλαμβάνει παραδοχές αν ο όρος αυτός εμπίπτει σε μία εκ των ενδεικτικά αριθμούμενων περιπτώσεων της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν.2251/1994 που θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Γ) Σε περίπτωση που ερεύνησε τον όρο 7 παρ.4 περ.β των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί υπολογισμού και καταβολής του ασφαλίσματος, δέχεται ότι ο ανωτέρω όρος, είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο επίμαχος όρος, που αφορά τον υπολογισμό του ασφαλίσματος με βάση την αξία που είχαν τα αντικείμενα κατά το χρόνο της ζημίας λίγο πριν την πραγματοποίησή της, εξαιρεί την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, περιορίζει την κάλυψη αυτή και διαψεύδει τη (δικαιολογημένη) προσδοκία της αναιρεσίβλητης περί κάλυψης της για κάθε περίπτωση πλημμύρας- θύελλας και διαταράσσει υπέρμετρα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, καθώς και την καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, αλλάζοντας την εικόνα που είχε διαμορφωθεί κατά την οποία η αναιρεσίβλητη είχε την πεποίθηση ότι συνάπτει ασφάλιση για κάθε κίνδυνο που καλύπτει ζημίες από πλημμύρα- πυρκαγιά, δεδομένου ότι η παράθεση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ανωτέρω επίμαχου όρου, δεν αντίκεται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, στα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 11 και 16 του ν.2496/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ..

Έτσι, εξ αιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, δεν προκύπτουν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς του ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας ως καταχρηστικού του γενικού όρου 7 παρ.4 περ.β' περί υπολογισμού και καταβολής του ασφαλίσματος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και σε κάθε περίπτωση του ετέρου ειδικού όρου περί απαλλαγής της αναιρεσείουσας μέχρι του ποσού των 750 ευρώ.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, (ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όπως ο λόγος αυτός παραδεκτά συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκόμενης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο, ως Εφετείο δικάζον, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3507/2019 απόφαση του, ως Εφετείου δικάζοντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ