1882/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1882/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 20-1-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Full text
Απόφαση 1882 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1882/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Τσαπουτσόγλου - Φαραζή.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ζ. του Η., συζύγου Α. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Παπαδάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1666/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 622/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 20-1-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως εάν να μην έγινε. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι δήλωση βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του αντιπροσώπου -και όχι του αντιπροσωπευομένου- δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 160/2013). Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση περί της γενομένης μεταβολής στην υπάρχουσα νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής.
Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο. Η υπό την εικονική δε δικαιοπραξία καλυπτόμενη άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι για την σύστασή της.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ συνάγεται ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σ’ αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από τον νόμο ως λόγος μεταβιβάσεώς της. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ ως αιτία μεταβιβάσεως, πλην άλλων, και της κυριότητας πραγμάτων, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητας και για το λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενόμενη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ ως αντικείμενη στην από λόγους γενικότερου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ.
Επομένως, εικονική σύμβαση πωλήσεως, καθώς και η τυχόν υποκρυπτόμενη σ’ αυτή σύμβαση περί μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου προς εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση αυτής, είναι άκυρη και δεν μετάγει την κυριότητα του ακινήτου στον εικονικό αγοραστή, έστω και αν γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή (ΑΠ 365/2015, ΑΠ 920/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), με το υπ’ αριθ. .../10-4-2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Μ. - Α., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Σπάτων, απέκτησε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως από την Β.
χήρα Χ. Κ., ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας 505 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της περιφέρειας του Δήμου Αρτέμιδος... Το ανωτέρω ακίνητο το αγόρασε η ενάγουσα για να ανεγείρει σε αυτό οικοδομή, προς στέγαση της δικής της οικογενείας και αυτής της ενήλικης θυγατέρας της, Α.
Ζ., που μέχρι τότε κατοικούσαν σε μισθωμένα ακίνητα. Σε υλοποίηση του σκοπού της αυτού ... άρχισε να ανεγείρει σε αυτό διώροφη οικοδομή με υπόγειο (μεζονέτα), αποτελούμενη από υπόγειο επιφανείας 99,50 τ.μ., ισόγειο, επιφανείας 82,86 τ.μ., και πρώτο όροφο πάνω από το οικόπεδο, επιφανείας 93,04 τ.μ. ... Ενάμιση περίπου χρόνο αργότερα, η ενάγουσα, σε ηλικία 77 ετών, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως και ο υπερήλικος σύζυγός της.
Τότε, έχοντας δαπανήσει όλες τις οικονομίες της και δη τουλάχιστον το ποσό των 200.000 ευρώ, για την αγορά του ανωτέρω οικοπέδου και την ανέγερση της οικοδομής σ’ αυτό μέχρι την ολοκλήρωση του σταδίου κατασκευής του σκελετού της από οπλισμένο σκυρόδεμα, βρέθηκε σε οικονομική αδυναμία κάλυψης των αναγκών της, όπως και η θυγατέρα της Α.
Ζ., και για το λόγο αυτό αποφάσισε αρχικά την πώληση του ανωτέρω ακινήτου της σε τρίτο. Προς τούτο κατέστησε πληρεξούσιά της την ανωτέρω θυγατέρα της, με το υπ’ αριθμ. .../24-7-2009 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζ. Σ.-Α.. Στην αρχή είχε δείξει αγοραστικό ενδιαφέρον φαρμακοποιός, η οποία όμως καθυστερούσε να ολοκληρώσει τη διαδικασία για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, το οποίο μέχρι τον Οκτώβριο του 2010 δεν είχε ακόμη πωληθεί.
Τότε, οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας της ενάγουσας είχαν γίνει επιτακτικές και αυτή αδυνατούσε, όχι μόνο να καλύψει τις ανελαστικές δαπάνες για την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων υγείας αυτής και του συζύγου της, αλλά και να καταβάλει ακόμη και τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα για τη στέγασή τους, όπως και η θυγατέρα της.
Η τελευταία μάλιστα, λόγω των σημαντικών οικονομικών της προβλημάτων της από την άσκηση της ελεύθερης επαγγελματικής της δραστηριότητας, ως συμβούλου τραπεζικών προϊόντων και συμβούλου επιχειρήσεων διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, είχε καταχώριση δυσμενών στοιχείων στο διατραπεζικό σύστημα "Τειρεσίας".
Λόγω της καταχώρισης αυτής η θυγατέρα της ενάγουσας δεν μπορούσε να δανειοδοτηθεί από τράπεζα για να την διευκολύνει, αλλά ούτε και η ίδια η ενάγουσα λόγω της μεγάλης ηλικίας της, και έτσι η τελευταία, αναζητώντας επειγόντως χρήματα, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ιδιωτικό δανεισμό. Προς τούτο η θυγατέρα της, που ενεργούσε για λογαριασμό της, ως άμεση αντιπρόσωπός της για τη διευκόλυνσή της λόγω της μεγάλης ηλικίας της, ήλθε σε επικοινωνία, μετά από παρέμβαση φιλικού τους προσώπου, με τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα).
Κατά τις γενόμενες μεταξύ τους διαπραγματεύσεις στις αρχές Οκτωβρίου 2009 ο εναγόμενος υποσχέθηκε ότι αυτός θα χορηγούσε στην ενάγουσα δάνειο, ποσού 65.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να του αποδοθεί σε ένα έτος, εντόκως, με ετήσιο επιτόκιο 100%, δηλαδή πολλαπλάσιο του ανωτάτου επιτρεπομένου δικαιοπρακτικού επιτοκίου, ανερχομένων των τόκων στο ίδιο με το κεφάλαιο ποσό των 65.000 ευρώ, και του συνολικού καταβλητέου ποσού στο ποσό των (65.000+65.000=) 130.000 ευρώ.
Για την εξασφάλιση της απόδοσης του δανείου που της χορηγούσε, αλλά και καταβολής των συμφωνημένων τόκων του από την ενάγουσα, μετά από σχετική πρόταση του εναγομένου, και αντίστοιχη αποδοχή της εντολοδόχου και αντιπροσώπου της ενάγουσας, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα μεταβίβαζε την κυριότητα του ανωτέρω οικοπέδου της ενάγουσας, με την εντός αυτού ημιτελή οικοδομή, στον εναγόμενο.
Ως δήθεν αιτία της μεταβίβασης αυτής, μεταξύ της αντιπροσώπου της ενάγουσας και του εναγομένου, συμφωνήθηκε να εμφανιστεί στο συμβόλαιο η πώληση του εν λόγω ακινήτου από την ενάγουσα στον εναγόμενο, αντί δήθεν συμφωνημένου τιμήματος 130.000 ευρώ- όσο δηλαδή το ποσό της εξασφαλιζόμενης κατά τα ανωτέρω απαιτήσεως του- με σύμφωνο εξωνήσεως, δηλαδή με δυνατότητα επαναγοράς του δήθεν πωλουμένου ακινήτου από την δήθεν πωλήτρια ενάγουσα με το ίδιο ακριβώς "τίμημα", μόλις η τελευταία επέστρεφε στον εναγόμενο το δάνειο και του κατέβαλε τους ισόποσους αυτού τόκους, συνολικού ποσού 130.000 ευρώ.
Η κατάρτιση του εν λόγω δανείου με τη χορήγησή του, (ως re καταρτιζόμενη σύμβαση), και η κατάρτιση του σχετικού "αγοραπωλητηρίου" συμβολαίου συμφωνήθηκε να γίνουν την ίδια ημέρα, στις 12-10-2009. Την ημέρα όμως εκείνη δεν είχαν ολοκληρωθεί όλες οι τυπικές διαδικασίες, όπως η υποβολή των απαιτουμένων δηλώσεων στην εφορία, για την κατάρτιση του συμβολαιογραφικού εγγράφου, και έτσι αυτή θα γινόταν, και πράγματι έγινε την επομένη ημέρα, στις 13-10-2009.
Επειδή όμως η ενάγουσα είχε άμεσες ανειλημμένες υποχρεώσεις και επειγόταν να λάβει το ανωτέρω δάνειο των 65.000 ευρώ στις 12-10-2009, όπως είχε προσυμφωνηθεί, αυτό καταρτίστηκε προ της υπογραφής του συμβολαιογραφικού εγγράφου για την δήθεν πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου της στον εναγόμενο.
Συγκεκριμένα ο εναγόμενος στις 12-10-2009 δάνεισε στην ενάγουσα, το ποσό των 60.000 ευρώ, δια της ανωτέρω αντιπροσώπου-θυγατέρας της, στην οποία παρέδωσε την ισόποση υπ’ αριθ. ...12-10-2009 τραπεζική επιταγή της ..., οπισθογραφημένη από τον Μ. Ι.- εις διαταγήν του οποίου αυτή είχε εκδοθεί- την οποία εισέπραξε για λογαριασμό της ενάγουσας την ίδια ημέρα η προαναφερομένη θυγατέρα της Α.
Ζ.. Προηγουμένως, για να διασφαλιστεί ο εναγόμενος πως την επομένη ημέρα πράγματι θα καταρτιζόταν το εν λόγω δήθεν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και θα του μεταβιβαζόταν το ανωτέρω ακίνητο της ενάγουσας κατά κυριότητα, με πραγματική αιτία την εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεώς του κατ’ αυτής, είχε ζητήσει από την ανωτέρω αντιπρόσωπο και ειδική πληρεξουσία της ενάγουσας την υπογραφή εκ μέρους της του υπ’ αριθ. ...-10-2009 πληρεξουσίου πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφο Αθηνών Γ.
Β.. Τούτο έγινε δεκτό και με αυτό το πληρεξούσιο η ανωτέρω αντιπρόσωπος και ειδική πληρεξούσια της ενάγουσας χορηγούσε, με ανωτέρω ιδιότητά της, στον υποδειχθέντα από τον εναγόμενο φίλο του, Π. Κ., την εντολή να ενεργήσει αυτός για δικό της λογαριασμό, με την ιδιότητα της εντολοδόχου της ενάγουσας, για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου της τελευταίας σε οποιονδήποτε τρίτον, ακόμα και προς τον εαυτό του, με αυτοσύμβαση.
Την επομένη ημέρα το ειδικό αυτό πληρεξούσιο ανακλήθηκε με την υπ’ αριθμ. ...-10-2013 πράξη ανάκλησής του, του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, αμέσως μετά την εμφάνιση και την κατάρτιση, ενώπιόν του, του ενδίκου, υπ’ αριθμ. ...-10-2013 "αγοραπωλητηρίου" συμβολαίου, από την άμεση αντιπρόσωπο και ειδική πληρεξούσια της ενάγουσας θυγατέρα της, Α.
Ζ.. Λίγο προ της εμφανίσεώς τους ενώπιον του ανωτέρω συμβολαιογράφου, ο οποίος ήταν επιλογής του εναγομένου, όπως και ο παραστάς δικηγόρος για λογαριασμό της αντιπροσωπευομένης ενάγουσας "πωλήτριας", ο εναγόμενος κατέβαλε στην άμεση αντιπρόσωπό της (την Α. Ζ.) υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, και το υπόλοιπο ποσό, των 5.000 ευρώ, του προσυμφωνημένου δανείου των 65.000 ευρώ, δια χειρός του προαναφερομένου φίλου του Π.
Κ., όπως αναφέρεται και στην εκδοθείσα, για την πιστοποίηση και της καταβολής του ποσού αυτού, από 13-10-2009 απόδειξη ποσού 5.000 ευρώ. Στην απόδειξη αυτή αναφέρθηκε ότι δήθεν το ανωτέρω ποσό των 5.000 ευρώ καταβλήθηκε στην ανωτέρω θυγατέρα-αντιπρόσωπο της ενάγουσας ως τίμημα για τη συμφωνηθείσα αγοραπωλησία του εν λόγω ακινήτου της ενάγουσας προς πλήρη εξόφληση κάθε απαιτήσεώς της από την αγοραπωλησία αυτή.
Μετά ταύτα καταρτίστηκε το ένδικο υπ’ αριθμ. ...-10-2013 συμβολαιογραφικό έγγραφο ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη νομίμως από την ειδική πληρεξούσια και άμεση αντιπρόσωπό της θυγατέρα της Α. Ζ. και εν γνώσει της αντιπροσώπου της και του εναγομένου, φέρεται, κατά το φαινόμενο και όχι σοβαρά, να πωλεί και μεταβιβάζει στον εναγόμενο κατά κυριότητα το ανωτέρω ακίνητο της με την ανεγειρόμενη σε αυτό οικοδομή, αντί δήθεν συμφωνημένου τιμήματος ποσού 130.000 ευρώ.
Αυτό, σύμφωνα με δήλωση των συμβαλλομένων που περιλήφθηκε στο συμβόλαιο, είχε καταβληθεί ολοσχερώς στην ενάγουσα όπως αυτή εκπροσωπείτο- προ της συντάξεως του συμβολαίου και χωρίς την παρουσία του συμβολαιογράφου. Περαιτέρω, φέρεται να παρασχέθηκε στην ενάγουσα "πωλήτρια" το δικαίωμα επαναγοράς του ακινήτου αυτού με το ίδιο τίμημα, όχι όμως εντός προθεσμίας ενός έτους- που αρχικά, κατά τις διαπραγματεύσεις, και προ της καταρτίσεως του δανείου με τη χορήγησή του είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος ως χρόνο διάρκειας αυτού- αλλά εντός προθεσμίας δέκα μηνών, δηλαδή έως τις 13-8-2010, όπως αναγράφηκε στο συμβόλαιο, το οποίο, αφού αναγνώστηκε, υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Έτσι η ανωτέρω ημεροχρονολογία συμφωνήθηκε μεταξύ τους ως χρόνος απόδοσης του χορηγηθέντος δανείου και καταβολής των ανωτέρω τόκων του, συνολικού ποσού (65.000+65.000=) 130.000 ευρώ, από τη ενάγουσα δανειολήπτρια στον εναγόμενο δανειστή της. Το εν λόγω συμβόλαιο μεταγράφηκε με επιμέλεια του εναγομένου εννέα μήνες αργότερα στις 13-7-2010, παρότι αυτός είχε υποσχεθεί στην ενάγουσα, δια της αντιπροσώπου της, ότι δεν θα το μετέγραφε μέχρι αυτή να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό της οφειλής της κατά τα συμφωνηθέντα.
Όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκαν σαφώς από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, για τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως και με σαφήνεια στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η μάρτυρας και θυγατέρα της ενάγουσας Α. Ζ., της οποίας η κατάθεση είναι αξιόπιστη, ουδόλως αντικρούστηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου- ο οποίος κυρίως κατέθεσε για την εμπορική αξία του επιδίκου ακινήτου- αλλά ούτε αντικρούστηκε από άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο και επιβεβαιώνεται από όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Και συγκεκριμένα, από την τραπεζική επιταγή ποσού 60.000 ευρώ, την απόδειξη καταβολής ποσού 5.000 ευρώ, το ειδικό πληρεξούσιο προς τον Π. Κ. και την συμβολαιογραφική ανάκληση αυτού μετά την κατάρτιση του επιδίκου "αγοραπωλητηρίου" συμβολαίου, αλλά και από το περιεχόμενο του τελευταίου, και δη από τον διαλαμβανόμενο σ’ αυτό όρο εξώνησης, επαναγοράς του "πωληθέντος" ακινήτου από την ενάγουσα.
Ένας τέτοιος όρος δεν θα γινόταν δεκτός από τον εναγόμενο, εάν αυτός πράγματι απέβλεπε στην αγορά του εν λόγω ακινήτου με την οικοδομή με σκοπό αποπεράτωσής της και στέγασής του σ’ αυτή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αρνούμενος την ένδικη εικονικότητα. Ούτε και το δικαίωμα επαναγοράς θα συμφωνείτο με το ίδιο ακριβώς "τίμημα", που δήθεν κατέβαλε για την αγορά του εν λόγω ακινήτου ο εναγόμενος, αφού κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός επιβαρύνθηκε πέραν τούτου και με τα έξοδα μεταβίβασης, φόρους κλπ, σημαντικού ποσού, που θα παρέμεναν ακάλυπτα, προκαλώντας του αντίστοιχη και αδικαιολόγητη μείωση της δικής του περιουσίας.
Εξάλλου στην περίπτωση που ήταν πραγματική η ιστορούμενη στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο αιτία της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου της ενάγουσας (πώληση) και το ποσό των 130.00 ευρώ αποτελούσε το συμφωνημένο τίμημα, το οποίο είχε καταβάλει εναγόμενος, όπως ισχυρίζεται, στην ενάγουσα πωλήτρια δια της πληρεξούσιας της, αυτός δεν θα καθυστερούσε τη μεταγραφή του επιδίκου συμβολαίου επί εννέα μήνες, αφήνοντας τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μετέωρη την κτήση της κυριότητάς του επί του ακινήτου, και διατρέχοντας το κίνδυνο να την απολέσει, και να υποστεί σημαντική περιουσιακή ζημία.
Αντίθετα, άμεσα ο εναγόμενος θα μετέγραφε την ένδικη σύμβαση, όπως είθισται να κάνουν στις συναλλαγές οι πραγματικοί αγοραστές ακινήτων και δη αυτοί που έχουν εξοφλήσει ολοσχερώς το τίμημα πωλήσεώς τους. Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το ότι ουδέποτε ο εναγόμενος προέβη σε συνέχιση των οικοδομικών εργασιών της ημιτελούς οικοδομής που δήθεν αγόρασε για τη στέγαση της οικογενείας του, και η εμπορική αξία του επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου και ημιτελούς μεζονέτας) δεν ήταν μόνο 130.000 ευρώ, όσο το δήθεν συμφωνημένο τίμημά του, αλλά πολύ μεγαλύτερη, αφού υπερέβαινε το ποσό των 200.000 ευρώ.
Τέλος, εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό στην ενάγουσα, πλην των 65.000 ευρώ, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται αυτός- στα πλαίσια άρνησης της ένδικης εικονικότητας, που αποτελεί αντικείμενο ανταπόδειξης για δήθεν καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 130.000 ευρώ, είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, προς τούτο ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε πρόσφορα αποδεικτικά μέσα, όπως έγγραφες αποδείξεις είσπραξης χρηματικών ποσών από την ενάγουσα ή την ανωτέρω πληρεξούσιά της, αποδείξεις είσπραξης αξιόγραφων από αυτές, ή κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό τους εκ μέρους του, που θα αποτελούσαν αξιόπιστα, και σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, αποδεικτικά στοιχεία, για τη καταβολή χρηματικών ποσών μεταξύ συναλλασσομένων προσώπων, μη συνδεόμενων μεταξύ τους με συγγενικό ή φιλικό δεσμό, όπως οι διάδικοι.
Αλλά ούτε από την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού του εναγομένου, που διέθετε σημαντικό χρηματικό ποσό κατά τον επίδικο χρόνο, προκύπτει ανάληψη χρημάτων ενόψει της δήθεν αγοράς του εν λόγω ακινήτου για τη επικαλούμενη καταβολή του τιμήματός του. Ο εναγόμενος προς αντίκρουση του κρίσιμου αυτού στοιχείου, διατείνεται, μη πειστικά, ότι δεν εκταμίευσε το αντίστοιχο ποσό από το δικό του λογαριασμό, για να μην απολέσει τους ευνοϊκούς όρους επικαλούμενης προθεσμιακής κατάθεσης, και ότι δανείστηκε προς τούτο διάφορα χρηματικά ποσά από τους δύο αδελφούς του, προσκομίζοντας για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού αντίγραφα των δικών τους λογαριασμών, όπου εμφαίνονται αναλήψεις, χωρίς όμως να προκύπτει κατάθεση των αναληφθέντων ποσών στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό ή καταβολή τους σε μετρητά στον ίδιο, με κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.
Επίσης ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι μέρος του δήθεν τιμήματος, κατέβαλε μετά το δανεισμό του από τον φίλο του Ι. Μ.- εις διαταγήν του οποίου είχε εκδοθεί η προαναφερόμενη τραπεζική επιταγή των 60.000 ευρώ- και προς τούτο επικαλείται πέντε, συναφθείσες μεταξύ τους, ιδιόγραφες συμβάσεις δανείου, ποσού 14.600 ευρώ η κάθε μία, που φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους στις 6-11-2009, δηλαδή μεταγενέστερα του κρίσιμου χρόνου της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, αλλά και της έκδοσης της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής (στις 12-10-2009), και συνεπώς δεν συνδέονται με τις τελευταίες.
Εξάλλου, εάν ο εναγόμενος είχε καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό στην πληρεξούσια της ενάγουσας, εκτός από το ποσό των 60.000 ευρώ της εισπραχθείσας από αυτήν, στις 12-10-2009, τραπεζικής επιταγής, και των 5.000 ευρώ την επομένη ημέρα, όπως αναφέρεται στην από 13-10-2009 έγγραφη απόδειξη, οπωσδήποτε θα το περιλάμβανε στην απόδειξη αυτή για την πιστοποίηση της καταβολής του, όπως έκανε και για το ποσό των 5.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη, ότι ακόμη και στις οικονομικές του συναλλαγές που είχε με τον φίλο του Ι.
Μ., κατήρτιζε έγγραφα, που φέρουν μάλιστα βέβαιη χρονολογία. Σε αντίθετη κρίση δεν δύναται να οδηγήσουν το Δικαστήριο προσκομιζόμενες το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερομένων φίλων του εναγομένου, Ι. Μ. και Π. Κ., εκ των οποίων ουδείς προτάθηκε να εξεταστεί ως μάρτυρας, και κατέθεσαν τα διαλαμβανόμενα σε αυτές τις βεβαιώσεις πραγματικά περιστατικά, χωρίς να υποστούν την βάσανο της επ’ ακροατηρίου εξετάσεως στην πρωτοβάθμια δίκη, όψιμα, μη πειστικά και σε αντίθεση με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και μάλιστα ο δεύτερος τούτων χωρίς να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση, ούτε για την σύνταξη του ανωτέρω πληρεξουσίου στο όνομά του την προηγουμένη της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, ούτε και της ανάκλησης αυτού αμέσως μετά από αυτήν.
Κατόπι όλων των ανωτέρω, σαφώς αποδείχθηκε, από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ότι η καταρτισθείσα, με το υπ’ αριθμ. ...-10-2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Β., σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου της ενάγουσας με σύμφωνο εξωνήσεως, έγινε κατά το φαινόμενο μόνο και όχι σπουδαίως, δηλαδή είναι εικονική, εν γνώσει της, συμβληθείσης για λογαριασμό της, αντιπροσώπου της και του εναγομένου και ότι πραγματική αιτία της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου αυτού στον εναγόμενο με το ανωτέρω συμβόλαιο ήταν η εξασφάλιση της προαναφερόμενης απαιτήσεως του τελευταίου, ποσού 130.000 ευρώ.
Συνεπώς, είναι άκυρη, η ανωτέρω εικονική πώληση του ακινήτου της ενάγουσας, κατ’ άρθρον 138 παρ. 1 ΑΚ, και η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού, για την προαναφερόμενη υποκρυπτόμενη πραγματική αιτία, κατ’ άρθρον 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1239 ΑΚ". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, γιατί εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά περί της εικονικότητας του άνω πωλητηρίου συμβολαίου και της σε αυτό ενσωματωμένης εμπράγματης συμβάσεως με αντικείμενο τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου προς τον αναιρεσείοντα, συνακόλουθα δε και περί της ακυρότητας λόγω εικονικότητας των εν λόγω δικαιοπραξιών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες (το Εφετείο) ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις με τους πέμπτο και έκτο λόγους είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, οι ως άνω λόγοι κατά το μέρος που με την επίκληση των ανωτέρω αιτιάσεων πλήττουν την εκτίμηση πραγμάτων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται Εφετείο, διότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα (αναφερόμενα εκτενώς στο αναιρετήριο) πραγματικά περιστατικά που αυτός ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του, τα οποία, σύμφωνα "με τα διδάγματα της κοινής πείρας και το εθιμικό δίκαιο", καθώς ειδικότερα εκθέτει, οδηγούν στην κρίση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κατάφαση του κανόνα του άρθρου 138 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι εφέσεως.
Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 8 περ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη τους νομότυτα προβληθέντες ισχυρισμούς-ενστάσεις: α) αοριστίας της αγωγής, β) καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος και γ) παραιτήσεως από το δικαίωμα της ακυρώσεως της επίδικης συμβάσεως αγοραπωλησίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκαν οι πρώτος και τρίτος ως μη νόμιμοι και ο δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.
Συνεπώς, ο ως άνω (δεύτερος) λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς, είναι απαράδεκτος, εφόσον αυτοί (ισχυρισμοί) απορρίφθηκαν όχι κατ’ ουσίαν αλλά οι πρώτος και τρίτος ως μη νόμιμοι και ο δεύτερος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1592/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ’ αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ’ ένα από αυτά (ΑΠ 109/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο, ο οποίος ως εκ του περιεχομένου του αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 11 περ. γ’ που αναφέρεται στο αναιρετήριο), μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έκρινε αξιόπιστες τις ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Μ. και Π.
Κ., που αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο ότι υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια (από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι προσέδωσε στο επίμαχο συμβόλαιο πωλήσεως μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος ως δημόσιο έγγραφο και ειδικότερα δεν δέχθηκε ότι αυτό αποτελεί (κατ’ άρθρο 438 ΚΠολΔ) πλήρη απόδειξη για την καταβολή του τιμήματος των 130.000 ευρώ για την αγορά του επίδικου ακινήτου.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ τα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη (χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών), όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ως άνω συμβόλαιο περιλήφθηκε δήλωση της πωλήτριας ότι το τίμημα καταβλήθηκε από τον αγοραστή εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, για την οποία (δήλωση) δεν αποτελεί κατά το νόμο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο (εφόσον δεν ορίσθηκε το έγγραφο αυτό ως τέτοιος τύπος από τα μέρη) και κατά συνέπεια χωρούσε ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως αυτής και απόδειξη της εικονικότητάς της, (χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό), και με μάρτυρες σε όλες τις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 394 ΚΠολΔ και χωρίς τους περιορισμούς της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, αφού αφορά περιστατικό το οποίο δεν φέρεται να έγινε ενώπιον του συμβολαιογράφου και του οποίου αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει την ακρίβεια.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαΐου 2015 αίτηση του Γ. Κ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 622/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ