Legislator Case Law & Legislation
1882/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling lower court considered all evidence despite lack of specific mention.

Case Number 1882/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeals' decision rejecting the claim based on res judicata. The appellant argued the appellate court failed to consider specific documents proving the prior Cypriot judgment was withdrawn without permission. The court ruled that the appellate court had indeed considered all submitted evidence, and the absence of specific mention in the judgment does not negate their evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-340, 559(11)(c), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented by parties to form its judgment, and the lack of specific mention of evidence in the decision does not imply it was not taken into account.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility evidence evaluation Code of Civil Procedure court of appeals

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338-340, 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 544/2005
AP 190/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1882 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1882/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και Πηνελόπη Ζωντανού Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "FORCOIN GENERAL IMPORTERS CO LTD" που εδρεύει στη … που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σκουζό.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. Κ. ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΔΕΛΚΟ ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τη πληρεξούσια δικηγόρο Μαρίνα Παπασάββα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ΑΘηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 699/2008 του ίδιου Δικαστηρίου 6513/2009 μη οριστική και 3915/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οιπρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την 699/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας "FORCOIN GENERAL IMPORTERS CO LTD", με την οποία αυτή επικαλούμενη σύμβαση εμπορικής αποκλειστικής αντιπροσωπείας ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία "ΑΦΟΙ Γ. Κ. Ο.Ε." να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως αποζημίωσή της για τη ζημία που υπέστη λόγω υπαίτιας παράβασης της καταρτισθείσης μεταξύ τους σύμβασης εκ μέρους της τελευταίας. Κατόπιν έφεσης της εναγομένης εκδόθηκε η 6513/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου, μεταξύ άλλων, να προσκομιστεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων έγγραφη βεβαίωση του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού δικαίου για τις διατάξεις του Κυπριακού δικαίου, που αναφέρονται στο υπό κρίση νομικό ζήτημα.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3915/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η Πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή, γενομένης δεκτής της ένστασης της εναγομένης περί δεδικασμένου που πηγάζει από την 6196/2001 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Κύπρου. Ήδη δε με την 20-8-2012 αίτησή της η ενάγουσα ζητεί την αναίρεση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών για τους εκτιθέμενους σ' αυτή λόγους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Στον με αριθμό 44/2001 Κανονισμό του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (EE Αριθμός L 012 της 16-01-2001 σελ. 0001- 0023), που αντικατέστησε τόσο τη σύμβαση των Βρυξελλών (άρθρο 68 παρ. 1 αυτού), όσο και τις διμερείς συμβάσεις μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, συμβιβασμών και δημοσίων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου (άρθρο 1 αυτού), ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής:

Στο άρθρο 32 αυτού: "Ως απόφαση, κατά την έννοια του παρόντα κανονισμού, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους - μέλους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από το γραμματέα". Στο άρθρο 33: "Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος - μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη, χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία".

Στο άρθρο 34: "Απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1) αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, 2) αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικασθέντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει, 3) αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως, 4) αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως".

Συνεπώς, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω κανονισμού η αναγνώριση απόφασης δικαστηρίου κράτους - μέλους της ΕΕ σε άλλο κράτος - μέλος γίνεται κατά τους διαγραφόμενους όρους και τη διαδικασία του Κανονισμού και όχι των άρθρων 323 και 905 Κ.Πολ.Δ. έναντι των οποίων υπερισχύει ο Κανονισμός. Περαιτέρω , ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα υπ` αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η τοιαύτη (κρίση) περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων τούτου.

Ο δε εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999).

ΙΙΙ) Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησής της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 16 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε δεδικασμένο από την 6196/2001 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Κύπρου και ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η νυν ενάγουσα, Κυπριακή εταιρεία έχει ασκήσει κατά της νυν εναγομένης την με αριθμό 6196/2001 αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ζητώντας αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας με ημερομηνία 15-9-2000 για αποκλειστική αντιπροσωπεία 135.000 Λ.Κ.

ως διαφυγόν κέρδος.... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε στις 23-2-2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Μετά από ακρόαση της αγωγής αυτής με την παρουσία της κ. .... δικηγόρου για τους ενάγοντες και του κ. ..... δικηγόρου για τους εναγομένους και μετά την ακρόαση των ισχυρισμών υπό ή εκ μέρους των διαδίκων, το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος διατάσσει και αποφασίζει όπως:

Η αγωγή απορριφθεί και δια του παρόντος απορρίπτεται χωρίς έξοδα". Η ενάγουσα πρωτοδίκως, όπως και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αρνείται ότι από την ως άνω απόφαση απορρέει δεδικασμένο, επικαλούμενη ότι η ως άνω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της δηλώσεως της δικηγόρου της ότι "θα αποσύρουμε την Αγωγή άνευ βλάβης", η δε απόσυρση αυτή ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής.

Σύμφωνα με την νομική πληροφορία που διαλαμβάνεται στο προαναφερθέν έγγραφο του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, στο Δίκαιο της Κύπρου κύρια πηγή του δικαίου της πολιτικής δικονομίας συνιστούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Οι θεσμοί αυτοί δεν καθορίζουν την έννοια και τις προϋποθέσεις δεδικασμένου δικαστικής αποφάσεως.

Η κυπριακή νομολογία έχει ωστόσο επανειλημμένως διατυπώσει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις αρχές του κοινοδικαίου (commonlaw) βάσει των οποίων οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι δεσμευτικές και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, στη βάση δε τού κανόνα αυτού έχει διατυπωθεί νομολογιακά ότι το κώλυμα του δεδικασμένου εκδηλώνεται όταν υφίσταται ταυτότητα αντικειμένου των δύο δικαστικών διαδικασιών, όπως και ταυτότητα διαδίκων και επομένως η απόφαση επί της πρώτης θέτει το ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επαναθεώρηση, στο πλαίσιο της δεύτερης διαδικασίας, των λυθέντων θεμάτων.

Οι προϋποθέσεις γενέσεως δεδικασμένου σύμφωνα με τον κανόνα αυτό είναι: α) ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, β) ταυτότητα των διαδίκων γ) ταυτότητα ιδιοτήτων των διαδίκων, δ) ταύτιση των επίδικων εγερθέντων θεμάτων και ε) δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ίδια εξάλλου ως άνω νομική πληροφορία του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, η απόσυρση της αγωγής προβλέπεται και ρυθμίζεται στη Διάταξη 15 των Θεσμών, η οποία ρυθμίζει αφενός τις περιπτώσεις διακοπής της αγωγής και αφετέρου της αποσύρσεως μέρους αυτής ή "το(υ) τέλο(υ)ς του συνόλου και το(υ) τέλο(υ)ς ενός μόνο μέρους της αγωγής αντίστοιχα.

Σύμφωνα δε με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας) ο ενάγων σε αγωγή (ή εναρκτήρια αίτηση) δικαιούται να διακόψει με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα.

Μετά από την παραλαβή της υπερασπίσεως ή τη λήξη δικονομικού διαβήματος, η διακοπή της αγωγής τελεί υπό την αίρεση εξασφαλίσεως άδειας από το δικαστήριο. Σύμφωνα με την ίδια νομολογία, δεδικασμένο παράγεται όταν η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της λάβει χώρα χωρίς άδεια του δικαστηρίου, η οποία άδεια εμπεριέχει εξ ορισμού την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχωρήσεως νέας αγωγής (βλ.

και την προσκομιζόμενη με αριθμό 11552 απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου). Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα από την επικαλούμενη από την εναγομένη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Λεμεσού που εκδόθηκε επί της με αριθμό 6196/2001 αγωγής της νυν ενάγουσας κατά της εναγομένης, παράγεται δεδικασμένο, που εμποδίζει την εκ νέου έρευνα της διαφοράς των διαδίκων που απορρέει από την ίδια από 15-9-2000 σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, καθόσον αφενός συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις γενέσεως δεδικασμένου σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο, ήτοι, ταυτότητα διαδίκων, ταυτότητα και της ιδιότητάς τους ως ενάγουσας και εναγομένης αντίστοιχα, ταύτιση των επιδίκων εγερθέντων θεμάτων, (αποζημίωση, διαφυγόντα κέρδη λόγω παράβασης της ως άνω συμβάσεως), δικαιοδοσία του εκδόντος την ως άνω απόφαση Δικαστηρίου της Λεμεσού, όπως και τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, όπως δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα.

Αφετέρου, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και δεν αμφισβητείται επίσης από την ενάγουσα, η τελευταία προέβη σε απόσυρση της ως άνω προγενέστερης αγωγής της χωρίς την εξασφάλιση άδειας από το δικαστήριο για την εκ νέου καταχώρηση της. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης περί υπάρξεως δεδικασμένου έπρεπε να γίνει δεκτός και να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη.

Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και δέχθηκε περαιτέρω την αγωγή κατ' ουσίαν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της εφέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της εφέσεως".

ΙV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι, με βάση τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, υπάρχει δεδικασμένο από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. με την έννοια της κακής ερμηνείας των περί δεδικασμένου διατάξεων και της εσφαλμένης υπαγωγής των δεκτών γενομένων περιστατικών στις διατάξεις περί δεδικασμένου ούτε και τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης με το να περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση, και, επομένως οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, σύμφωνα με την νομική πληροφορία με θέμα "Δεδικασμένο δικαστικής αποφάσεως και έννοια δηλώσεως περί αποσύρσεως της αγωγής άνευ βλάβης κατά το δίκαιο της Κύπρου", που διαλαμβάνεται στο έγγραφο του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, στο Δίκαιο της Κύπρου κύρια πηγή του δικαίου της πολιτικής δικονομίας συνιστούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι δεν καθορίζουν την έννοια και τις προϋποθέσεις δεδικασμένου δικαστικής απόφασης.

Η κυπριακή όμως νομολογία έχει επανειλημμένως διατυπώσει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις αρχές του κοινοδικαίου (common law) βάσει των οποίων οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι δεσμευτικές και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, Η απόσυρση αγωγής προβλέπεται και ρυθμίζεται στη Διάταξη 15 των Θεσμών.

Η δήλωση περί απόσυρσης της αγωγής "άνευ βλάβης" δεν καθορίζεται από τον νόμο, ούτε έχει διαπλασθεί από την κυπριακή νομολογία, έχει δε διαφορετικές έννομες συνέπειες αναλόγως του τρόπου με τον οποίο και του δικονομικού σταδίου κατά το οποίο, επιχειρείται. Οι λειτουργίες της απόσυρσης της αγωγής, όπως και το ζήτημα πότε από "απόσυρση" παράγεται δεδικασμένο, συνοψίστηκαν στο πλαίσιο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παμπορίδης ν.

Κτηματικής Τράπεζας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται, δεδομένου ότι στο Δίκαιο της Κύπρου το δεδικασμένο απορρέει από τις αρχές του κοινοδικαίου (commonlaw) και οι αποφάσεις των δικαστηρίων κατά το δίκαιο αυτό είναι δεσμευτικές, γίνονται δεκτά τα εξής "...Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει.

Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο, αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάνει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια.

Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση).

Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια, που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο.....

Η Δ15.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, και ενδεχομένως, υπό ποιους όρους ή όχι". Τα ίδια ως άνω έγιναν δεκτά και με την 11552 απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, που επίσης παραδεκτά επισκοπείται για τον προαναφερόμενο λόγο.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από προηγούμενη αίτηση, για την οποία το Δικαστήριο σημείωσε: "Αποσύρεται και απορρίπτεται χωρίς έξοδα", μετά από δήλωση του δικηγόρου του αιτούντος "την αποσύρω άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του αιτητή" και του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση: "Δεν έχω ένσταση.

Δεν ζητώ έξοδα". Με βάση όσα προεκτέθηκαν, από την 6196/2001 τελεσίδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μετά τη δήλωση της ήδη αναιρεσείουσας ότι "αποσύρει άνευ βλάβης" την αγωγή της , χωρίς να της έχει δοθεί η άδεια από το Δικαστήριο της Κύπρου όπως επανέλθει με νέα αγωγή η "απόσυρση" της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια δημιουργεί δεδικασμένο V) Από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της :

α) την από 4-8-2010 επιτολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και β) την από 16-3-2004 έκθεση υπεράσπισης προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο και από τα οποία προκύπτει η μη ύπαρξη δεδικασμένου από την 6196/2001 τελεσίδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του επί του κρισίμου νομικού θέματος περί ύπαρξης ή μη δεδικασμένου έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς και τα ως άνω έγγραφα.

Το ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση αυτών στην απόφαση δεν σημαίνει, ούτε συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθεισών διατάξεων (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της εταιρίας "FORCOIN GENERAL IMPORTERS CO LTD" για αναίρεση της 3915/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ