Legislator Case Law & Legislation
1882/2011 AI generated

1882/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1882/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1882/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και την 4010 Γ/16-2-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ....

Keywords

AI generated
ownerless property expired residence permit redemption of an easement previous legal status restitution of property right of repossession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1882 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1882/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Ελληνικού Δημοσίου, Κωνσταντίνο Γεωργιάδη Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η κλήση: 1.Ε. , Ι. Δ., 2. Σ. χήρας Μ. Π., κατοίκων ..., 3. Θ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., 4.Θ. Φ. του Ε., 5. Ε. συζ. Ε. Μ., 6.α) Λ. Φ. του Π., κατοίκου ... και β) Κ. χήρας Μ. Σ., κατοίκου ..., αμφοτέρων ως κληρονόμων του Π. Φ. του Λ., 7. Κ. χήρας Ν. Φ., 8. Ε. Φ. του Ν., κατοίκων ..., 9. Α. συζ. Ν. Τ. το γένος Ν. Φ., κατοίκου ..., 10. Μ. θυγ. Π. Α., κατοίκου ..., και 11. Μ. θυγ. Π. Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του Π. Α. του Θ., όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/1998 και 214/2002 προδικαστικές αποφάσεις και 124/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2008 αίτηση του και τους από 19-1-2010 πρόσθετους λόγους του. Επί της οποίας εκδόθηκε η 783/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 7-9-2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 19-2-2010 έκθεση της κωλυόμενης να συμμετάσχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτου Σοφία Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και του πρώτου πρόσθετου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7-9-2010 κλήση φέρονται προς συζήτηση α)η από 28-12-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1 /2-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 255/19-9-2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και β)οι από 19-1-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18/20-1-2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, μετά την έκδοση της 783/6-5-2010 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία και για τους σε αυτή αναφερόμενους λόγους, κήρυξε απαράδεκτη την κλήση προς συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Επειδή άπαντες οι καθών η κλήση αναιρεσίβλητοι, κατά τη σημερινή δικάσιμο της 7-10-2011, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Προς αυτούς, με επίσπευση του αναιρεσείοντος-καλούντος Ελληνικού Δημοσίου, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως:

α)η αίτηση αναίρεσης, β)οι πρόσθετοι λόγοι αυτής για την αρχική δικάσιμο της 5-3-2010 και γ)η κλήση για τη σημερινή δικάσιμο της 7-10-2011 και ειδικότερα: α)ως προς την αίτηση αναίρεσης, αυτό προκύπτει από τις 4749/22-12-2009, 4750/22-12-2009, 4709/1-12-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., 6984 Ε/9-12-2009, 7088Ε/16-12-2009, 7018 Ε/11-12-2009, 7277/31-12-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., 9364 Δ/8-12-2009, 9363 Δ/8-12-2009, 9502 Δ/24-12-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ...

και 7777/13-1-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ..., β)ως προς τους προσθέτους λόγους αναίρεσης, αυτό προκύπτει από τις 4819/26-1-2010, 4820/26-1-2010, 4824/27-1-2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., 7517 Ε/27-1-2010, 7516 Ε/27-1-2010, 7548 Ε/28-1-2010, 7549 Ε/28-1-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., 9782 Δ/28-1-2010, 9781 Δ/28-1-2010, 9780 Δ/28-1-2010 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ...

και 7807/27-1-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ... και γ) ως προς την από 7-9-2010 κλήση, αυτό προκύπτει από τις 5752/22-3-2011, 5753/22-3-2011, 5678/21-2-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., 11753 Ε/17-2-2011, 11826 Ε/22-2-2011, 11824 Ε/22-2-2011, 11825 Ε/22-2-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., τις 1531 Ε/2-3-2011, 1532 Ε/2-3-2011, 1533 Ε/2-3-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ...

και την 4010 Γ/16-2-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ....

Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θα πρέπει η προφανής, υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995).

Σε κάθε δε περίπτωση, τα περιστατικά που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο και όχι με βάση εκείνα τα οποία είχε ισχυρισθεί ο αναιρεσείων, αλλά το δικαστήριο δεν εξήτασε ή δεν δέχθηκε.

Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "... Το άνω-ακίνητο με το 210/20-6-1941 κυβερνητικό διάταγμα του τότε πολιτικού και στρατιωτικού Κυβερνήτη των νήσων Αιγαίου, το οποίο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με την 903/3-7-1941 διάταξη του κτηματολογικού δικαστή, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ του Ιταλικού Δημοσίου για την τακτοποίηση της Εκκλησίας Σάντα Μαρία αλ Καστέλο, που βρισκόταν υπό επισκευή, αυτή του τιμήματος των 15.250 λιρετών Ιταλίας που καθορίσθηκε με το άνω διάταγμα, περιελθόν έτσι στην κυριότητα του Ιταλικού Δημοσίου ...

το επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητο περιήλθε στη συνέχεια στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου...Η μεταβίβαση καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία με την 711/1974 διάταξη του κτηματολογικού δικαστή. Το άνω τίμημα αποζημίωσης όμως δεν κατατέθηκε μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των πέντε ημερών, ούτε εξ αυτού του λόγου κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του διατάγματος απαλλοτρίωσης ούτε υπήρξε περίπτωση είσπραξης μετά, αφού ο Θ.

Φ. είχε αναχωρήσει από την Ρόδο τον Μάιο 1940 και οι άλλοι τρεις αδελφοί του ήταν έγκλειστοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ελλήνων υπηκόων στη Ρόδο... Εξ άλλου δεν είχαν τηρηθεί οι ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 4 του άνω κυβερνητικού διατάγματος περί απαλλοτριώσεων, το οποίο προέβλεπε ότι για τα δικαιώματα τα ανήκοντα σε πρόσωπα ανίκανα, απόντα ή άγνωστα ή μη διαμένοντα έστω και προσωρινά στην κτήση, η διαδικασία γίνεται παρουσία των αντιπροσώπων τους και εν ελλείψει ή εάν δεν προκύπτουν, ενός ειδικού επιτρόπου που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου.

Από το 12937/25.7.1957 προσκομιζόμενο έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτει ότι το ισόποσο σε μεταπολεμικές δραχμές της άνω αποζημίωσης ήτοι 404 δρχ. είχαν δοθεί σ1 αυτήν από την Ιταλική πλευρά κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 της ελληνοϊταλικής σύμβασης οικονομικής συνεργασίας του 1948 (το άρθρο αυτό αφορά καταβολή μη καταβληθεισών αποζημιώσεων με τη τιμή του χρόνου απαλλοτρίωσης).

Δηλαδή επρόκειτο για τίμημα απαλλοτρίωσης, το οποίο δεν είχε καταβληθεί από την Ιταλική Διοίκηση κατά το χρόνο της επιβολής της απαλλοτρίωσης και η Ιταλία ανέλαβε την υποχρέωση να το καταβάλει με την συνθήκη της Ειρήνης. Μετά τη λήξη του πολέμου οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων αρνήθηκαν να εισπράξουν το άνω τίμημα των 404 δραχμών, αφού το θεωρούσαν συμβολικό και ότι δεν αντιπροσώπευε την αγοραία αξία του, ούτε κατά το χρόνο διοικητικού προσδιορισμού του, ούτε κατά το χρόνο, της καταβολής του, δεν είχε κατατεθεί εμπροθέσμως, δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις που η τότε νομοθεσία προέβλεπε για την αναγκαστική εκπροσώπηση στη διαδικασία καθορισμού αποζημίωσης, αφού άλλοι ήταν απόντες και άλλοι έγκλειστοι σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και ουσιαστικά δεν επρόκειτο για απαλλοτρίωση, αλλά για δήμευση του ακινήτου τους.

Περαιτέρω το απαλλοτριωθέν ακίνητο ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό τον οποίο απαλλοτριώθηκε. Αρχικά κατά την περίοδο της Βρετανικής Διοίκησης αυτό εκμισθώθηκε από 25.11.1946 στον Θ. Φ. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα. Μετά το πέρας της Βρετανικής Διοίκησης εξακολουθούσαν να κατέχουν αυτό οι υιοί του Θ.

Φ., το οποίο χρησιμοποιούσαν ως ναυτικό πρακτορείο. Κατ' αυτών εκδόθηκαν πρωτόκολλα αποζημίωσης αυθαιρέτου χρήσεως τα έτη 1947, 1949, 1950, 1951 και 1952. Στη συνέχεια κατόπιν δημοπρασίας εκμισθώθηκε στην Εθνική τράπεζα της Ελλάδος από 21.5.1953 όπου και στεγάζεται μέχρι και σήμερα υποκατάστημά της (αποτελεί τμήμα του υποκαταστήματός της).

Ενόψει αυτής της δημοπρασίας οι Ν. Φ. κ.λ. υπέβαλαν στο κτηματικό γραφείο της Ρόδου την από 20.3.1953 διαμαρτυρία τους, την οποία αυτό διαβίβασε στο Υπουργείο Οικονομικών Δ/νση δημοσίων κτημάτων, και σε απάντηση αυτής έλαβαν ενυπογράφως το 1795/1/22.4.1953 έγγραφο του άνω κτηματικού γραφείου ότι τούτο περιλαμβανόμενο εντός αρχαιολογικής ζώνης εξαιρέθηκε κατ' άρθρο 1 § 5 του Ν. 2100/1952 της παράδοσης του στον Οργανισμό Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού οι διατάξεις του άρθρου 8 του ίδιου νόμου.

Ωστόσο, πριν από την υποβολή αυτής της διαμαρτυρίας, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ως γηγενείς κάτοικοι Δωδεκανήσου, αστικό ακίνητο των οποίων απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά στη Δωδεκάνησο από την τέως Ιταλική Διοίκηση, κατέθεσαν στις 24.10.1952 στη μόνη αρμόδια διοικητική αρχή του άρθρου 8 του Ν. 2100/1952 "περί συστάσεως οργανισμού ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο και ρυθμίσεως κτηματικών τινών υποθέσεων της αυτής περιφερείας" αίτηση απόδοσης του ακινήτου τους, αφού αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό που έγινε η απαλλοτρίωση, ούτε καταβλήθηκε η αποζημίωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Η κατ' άρθρο 6 του Ν. 2100/1952 γνωμοδοτική επιτροπή που επιλήφθηκε της αίτησης, με την 3/15.11.1957 γνωμοδότησή της, που κοινοποιήθηκε στους αιτούντες, αποφάνθηκε ότι οι αιτούντες δεν εισέπραξαν την παρακατεθείσα από την τέως Ιταλική Διοίκηση σε Λιρέτες αποζημίωση, δεν εκπληρώθηκε ο σκοπός για τον οποίο έγινε η σε βάρος των αιτούντων αναγκαστική απαλλοτρίωση υπό των Ιταλικών Αρχών, ούτε υπό των Ελληνικών τοιούτων, αφού εκμισθώθηκε από τον Οργανισμό Δ.Α.Π.Δ στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Ρόδο προς επέκταση των γραφείων αυτής και ότι δεν υπάγεται το επίδικο ακίνητο στις παραγράφους 5 του άρθρου 1 του Ν. 2100/1952 οριζόμενες κατηγορίες ακινήτων.

Στη συνέχεια γνωμοδοτούσε να επιστραφεί αυτό στους προ της απαλλοτριώσεως ιδιοκτήτες του δι' αποφάσεως του Νομάρχου Δωδεκανήσου, μετά προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ του οργανισμού διαχείρισης δημόσιας περιουσίας Δωδεκανήσου (Ο.Δ.Α.Π.Δ). Μετά από αυτά ο άνω οργανισμός με το 5312/25.11.1957 έγγραφό του υπέβαλε σχετικό ερώτημα προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων, η οποία απάντησε με το 2316/17.12.1957 έγγραφό της ότι το επίδικο είναι αρχαιολογικό ακίνητο ως ανήκον στο κτιριακό συγκρότημα Ερτερούμ Τζαμί (νυν ιερός ναός Αγ.

Αικατερίνης) παλαιάς βυζαντινής μητρόπολης Ρόδου του μνημειακού συγκροτήματος της Παναγίας του Κάστρου. Απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου απορριπτική της άνω αίτησης των δικαιοπαρόχων των εναγόντων που να κοινοποιήθηκε σ' αυτούς δεν υπήρξε Διοικητική πράξη χαρακτηρισμού του επιδίκου ως χαρακτηρισμένο μνημείο δεν υπάρχει και δεν μπορεί να είναι μνημείο αφού εκμισθώνεται προς εκμετάλλευση στην Εθνική Τράπεζα, ενώ δεν αρκεί η πράξη που αναφέρεται στην Παναγία του Κάστρου γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά ακίνητα με διαφορετικές κτηματολογικές μερίδες.

Συνεπώς το εναγόμενο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου λόγω της απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε αυτό, ότι και αν ακόμη δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου λόγω της απαλλοτρίωσης, κατέστη κύριο τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατ' άρθρο 63 του κτηματολογικού κανονισμού, ως ασκώντας σ' αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 15ετίας.

Πράγματι η απόκτηση της κυριότητας απαλλοτριωθέντος ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ακόμα και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση λόγω κατάληψης χωρίς καταβολή ή κατάθεση της αποζημίωσης είναι νόμιμη γιατί η κτήση της κυριότητας επέρχεται όχι ως συνέπεια της απαλλοτρίωσης, αλλά κατά τις κοινές διατάξεις λόγω χρησικτησίας.

Στην προκείμενη περίπτωση από τότε που το επίδικο κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο καταλήφθηκε από την Ιταλική κυβέρνηση των νήσων Αιγαίου, που άρχισε να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη. Όταν περιήλθε στο εναγόμενο, ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου με την παρ. 1 του ΧΙΜ παραρτήματος της συνθήκης Ειρήνης της 10.2.1947, αυτό ως νομέας πλέον του επιδίκου άρχισε να το εξουσιάζει ως δικό του, ασκώντας σ' αυτό όλες τις συμφυείς με τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα το εκμίσθωνε στους προαναφερθέντες τρίτους εισπράττοντας το μίσθωμα και εξέδιδε πρωτόκολλα αποζημίωσης για τους αυθαίρετους κατόχους αυτού.

Η κτητική αυτή παραγραφή όμως διακόπηκε πριν από τη συμπλήρωσή της με την από 8.10.1952 αίτηση απόδοσης της κυριότητας του ακινήτου που υπέβαλαν στις 24.10.1952 οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων προς την αρμόδια διοικητική αρχή του άρθρου 8 του Ν. 2100/1952, σύμφωνα με το άρθρο 269 ΑΚ. Από της διακοπής αυτής άρχισε να τρέχει νέα 15ετής κτητική παραγραφή, η οποία μέχρι το επόμενο διακοπτικό γεγονός, που ήταν η επίδοση της αίτησης θεραπείας του άρθρου 8 του Α.Ν 1539/1976 εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους στις 13.1.1976 ενόψει άσκησης διεκδικητικής αγωγής, είχε συμπληρωθεί το έτος 1970 δεν υπήρξε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός (άλλωστε είχε συμπληρωθεί η 15ετής παραγραφή) διότι δεν υπήρξε πράξη της διοίκησης του ΟΔΔΠΔ επί της από 8.10.1952 αιτήσεως αλλά μία απάντηση σε αίτηση πληροφοριών, που δεν είχε όμοιο περιεχόμενο με την προηγούμενη, των δικαιοπαρόχων των εναγόντων προς την γενική διεύθυνση αρχαιοτήτων.

Σ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα το εναγόμενο συνέχιζε να κατέχει το επίδικο, με διάνοια κυρίου, εκμισθώνοντας αυτό δια των οργάνων του στην Εθνική Τράπεζα και εισπράττοντας τα μισθώματα, αποκτώντας έτσι τη κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Η προβολή όμως της ενστάσεως περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της κτητικής παραγραφής προβάλλεται καταχρηστικά αφού α) ουδέποτε οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους περιόρισαν το δικαίωμά τους στη λήψη της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος, την οποία δεν εισέπραξαν.

Αντίθετα οι αντιρρήσεις για την απαλλοτρίωση ήσαν κατηγορηματικές και τις είχαν κάνει γνωστές στο εναγόμενο από τότε που προκήρυξε δημοπρασία για την εκμίσθωση του απαλλοτριωθέντος επιδίκου, β) ενώ η προαναφερθείσα θετική γνωμοδότηση της γνωμοδοτικής επιτροπής του Ν. 2100/1952, επί της από 8.10.1952 αιτήσεως των δικαιοπαρόχων για την απόδοση της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τους κοινοποιήθηκε, αντίθετα το εναγόμενο ουδέποτε τους κοινοποίησε, ως όφειλε, την απορριπτική απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου του ΔΣ του ΟΔΔΠΔ, η οποία είχε ληφθεί από τα τέλη του έτους 1957.

Έτσι στέρησε τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους των τη δυνατότητα να προσβάλλουν την αρνητική απόφαση του Νομάρχη, ενόψει της προαναφερθείσας θετικής γνωμοδότησης της γνωμοδοτικής επιτροπής στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, ενώ ο χρόνος της κτητικής παραγραφής έτρεχε. Στις εύλογες δε προφορικές ενοχλήσεις τους εισέπρατταν από τις υπηρεσίες του εναγομένου καθησυχαστικές απαντήσεις) δεδομένου ότι το πέρας της όλης διαδικασίας απόδοσης ακινήτου διοικητικώς κατά το Ν.2100/1952 μπορούσε να διαρκέσει επί μακρό χρονικό διάστημα ακόμα και απ' αυτόν της 15ετούς κτητικής παραγραφής, όπως συνέβη με τους δικαιούχους των V-16 που δικαιώθηκαν μετά από 17 έτη.

Την πληροφόρηση τελικά οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι αυτών περί απόρριψης της εν λόγω αίτησης την είχαν μετά τη συμπλήρωση της 15ετούς κτητικής παραγραφής, δικαίωμα που κατ' ένσταση προέβαλε το εναγόμενο προς απόκρουση της ένδικης αγωγής. Ενήργησε δηλαδή αυτό, εναντίον της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης και έτσι η προβολή της ένστασης ιδίας κυριότητας της 15ετούς κτητικής παραγραφής που ενέχει άσκηση δικαιώματος ελεγχόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, δεκτής καθισταμένης ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής αντένστασης των εναγόντων (281 ΑΚ) στην ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, λόγω της απαλλοτριώσεως, απέκτησε όμως δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, του οποίου η άσκηση από αυτό είναι καταχρηστική.

Κατόπιν τούτων, έκρινε βάσιμη την αγωγή και, απορρίπτοντας την έφεση που είχε ασκήσει το εναγόμενο, επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, εν σχέσει προς το αυτό, ως άνω, ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της αυτής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ, για την στήριξη του πορίσματός του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας από το εναγόμενο-αναιρεσείον, δέχεται ότι το τελευταίο ουδέποτε κοινοποίησε στους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους των, ως όφειλε, την απορριπτική απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου του ΔΣ του Ο.Δ.Δ.Π.Δ (επί της από 24-10-1952 αιτήσεως αυτών), η οποία είχε ληφθεί από του τέλους του έτους 1957 (καίτοι την θετική γνωμοδότηση της γνωμοδοτικής επιτροπής του Ν. 2100/1952 την είχε κοινοποιήσει σ' αυτούς), σε προηγουμένη αιτιολογία του δέχεται, αντιφατικώς, ότι "απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου απορριπτική της άνω αίτησης που να κοινοποιήθηκε σ' αυτούς δεν υπήρξε" ούτε υπήρξε πράξη της διοίκησης του Ο.Δ.Δ.Π.Δ επί της από 8-10-1952 αιτήσεως.

Εξ αιτίας της αντιφάσεως αυτής, δεν προκύπτει τι ακριβώς δέχεται το Εφετείο, εν σχέσει προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία απορριπτικής αποφάσεως του Νομάρχου Δωδεκανήσου, επί της από 24-10-1952, αιτήσεως των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων των, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το εναγόμενο "όφειλε" να κοινοποιήσει την (τυχόν ανύπαρκτη) απορριπτική απόφαση.

Ακόμη, ενώ δέχεται ότι "την πληροφόρηση τελικά οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι των περί απόρριψης της εν λόγω αίτησης των είχαν μετά την συμπλήρωση της 15ετούς παραγραφής", δεν αποσαφηνίζει πότε ακριβώς και κατά ποίον τρόπο αυτοί είχαν την πληροφόρηση για την απόρριψη της από 24-10-1952, αιτήσεως, με την απόφαση του Νομάρχη, την οποία και δεν προσδιορίζει, εν όψει του ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του, η επίδοση από αυτούς της αιτήσεως θεραπείας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938 (για την άσκηση της ενδίκου αγωγής των) έλαβε χώρα την 13-1-1976.

Ωσαύτως, δεν αποσαφηνίζει γιατί εμποδίσθηκαν οι ενάγοντες στην άσκηση των δικαιωμάτων των, αναμένοντας την οποιαδήποτε απόφαση του Νομάρχου Δωδεκανήσου και αρκούμενοι "σε προφορικές διαβεβαιώσεις", εν όψει μάλιστα των παραδοχών της αποφάσεώς του, ότι μετά την από 20-3-1953 διαμαρτυρία των εναγόντων προς το Κτηματικό Γραφείο Ρόδου, αυτοί έλαβαν ενυπογράφως το 1795/22-4-1953 έγγραφο τούτου, κατά το οποίο το επίδικο ακίνητο "περιλαμβανόμενο εντός αρχαιολογικής ζώνης εξαιρέθηκε, κατ' άρθρο 1 § 5 του Ν. 210/1952 της παράδοσής του στον Οργανισμό Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού οι διατάξεις του άρθρου 8 του ίδιου νόμου." Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου (και όχι και από τον αριθμό 1 αυτού), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, όπως κατ' άρθρον 562 § 4 του Κ.Πολ.Δ, συμπληρώθηκαν από την εισηγήτρια Αρεοπαγίτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 255/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει του αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ