Supreme Court dismisses appeal on false accusation where defendant failed to prove legal error or justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for false accusation, ruling the procedural grounds were invalid. The appellant argued for a lack of specific reasoning and legal error but failed to provide clear evidence of a legal plan or justification for their actions. Consequently, the court found the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(2)-(3) and 589(2) of the Code of Criminal Procedure; Article 229(1) of the Penal Code: An appeal against a conviction for false accusation is inadmissible if the appellant fails to substantiate claims of legal error or justification, as the court of first instance is not required to address unsubstantiated arguments regarding the appellant's personal circumstances or emotional state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1881 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1881/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3943/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην επιδοθείσα την 4.2.2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ.1524/4.2.2019 από 2.2.2019 δήλωση του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 236/19.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιδοθείσα την 4-2-2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ: 1524/4-2-2019 από 2-2-2019 δήλωση του Α. Γ. του Ι. και της Α., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3943/2018 καταδικαστικής απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 του Κ.Π.Δ.), όπως ίσχυε πριν από το Νόμο 4620/2019 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ. 2, ενόψει του ότι η ένδικη δήλωση αναίρεσης ασκήθηκε πριν την 1 Ιουλίου 2019 που άρχισε να ισχύει ο ανωτέρω Νόμος (άρθρο 585 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποίαν, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με τη διαλαμβανόμενη, στην συγκεκριμένη διάταξη, στερητική της ελευθερίας ποινή, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της ειδικής υπόστασης του τυποποιούμενου, με την συγκεκριμένη διάταξη, εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στην συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυόμενου-εγκαλούμενου (Α.Π. 99/2018, Α.Π. 28/2017, Α.Π. 445/2016). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσης, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της ψευδούς καταμήνυσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.
Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 99/2018, Α.Π. 241/2015).
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, των αποδεικτικών στοιχείων, γιατί, στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 148/2019, Α.Π. 665/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.
Α.Π. 3/2008, Α.Π. 99/2018, Α.Π. 28/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3943/2018 απόφασή του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και δύο (2) μηνών, την οποίαν μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος μνημονευόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος άσκησε σε βάρος των μηνυτών την από 6-12-2011 μήνυσή του στην οποίαν ισχυρίσθηκε ότι οι τελευταίοι τέλεσαν σε βάρος του τις άδικες πράξεις της έργω εξύβρισης θίγοντας την τιμή και την υπόληψή του ενώπιον των υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Τράπεζας με την επωνυμία "F.B.-BANK-ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στην Γλυφάδα και ενώπιον ενός πελάτη αυτής.
Η μήνυση αυτή η οποία εν τέλει αρχειοθετήθηκε με πράξη του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την σύλληψη και προσαγωγή των ως άνω μηνυόμενων-υπαλλήλων της προαναφερόμενης Τράπεζας στο Α.Τ. Γλυφάδας. Το αντικείμενο της ως άνω μήνυσης ήταν η άρνηση των υπαλλήλων της ως άνω Τράπεζας να συνάψουν σύμβαση ανοίγματος συνταξιοδοτικού λογαριασμού στο όνομα του κατηγορουμένου.
Η άρνηση αυτή ήταν προϊόν ρητής εντολής των προϊσταμένων τους προς αυτούς ότι ο ως άνω κατηγορούμενος είναι ανεπιθύμητος ως πελάτης της Τράπεζας και στην απόφαση αυτή κατέληξαν λόγω της επανειλημμένης αντιδικίας του κατηγορουμένου με την Τράπεζα που οδήγησε στην κατ' επανάληψη σύλληψη και προσαγωγή των υπαλλήλων της στο Α.Τ.
της περιοχής, τη διανυκτέρευση αυτών στο κρατητήριο και την προσαγωγή τους στην συνέχεια στον Εισαγγελέα, κατόπιν συνεχών μηνύσεων του κατηγορουμένου σε βάρος τους για παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήμηση, προσβολή προσωπικότητας, οι περισσότερες των οποίων είτε τέθηκαν στο αρχείο, είτε οι μηνυόμενοι αθωώθηκαν.
Ενδεικτικά αναφέρονται οι ημερομηνίες 7-10-2011, 31-10-2011, 2-11-2011, 3-11-2011, 4-11-2011, 11-11-2011, 17-11-2011, 21-11-2011, 30-11-2011, 6-12-2011, κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας στην Γλυφάδα, είτε σε άλλα υποκαταστήματα, απαιτώντας την πρόωρη ανάληψη ποσού κεφαλαίου προθεσμιακής κατάθεσης πλέον δεδουλευμένων τόκων έως το εκάστοτε χρονικό σημείο της επίσκεψής του, η οποία κατάθεση ήταν στο όνομα συγγενικού προσώπου και όχι στο όνομα του ιδίου, είτε την είσπραξη του συνολικού ποσού χωρίς την παρακράτηση της πρόωρης ανάληψης, είτε τη δημιουργία σύμβασης ανοίγματος συνταξιοδοτικού λογαριασμού για τον ίδιο.
Όλες οι παραπάνω επισκέψεις του κατέληγαν σε αντιδικία με τους υπαλλήλους της Τράπεζας και στην σύλληψη των τελευταίων και τη διανυκτέρευση στο Α.Τ. της περιοχής. Στα πλαίσια δε αυτής της αντιδικίας η Τράπεζα άσκησε εναντίον του κατηγορουμένου την από 8-11-2011 αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων με την οποίαν ζητούσε να υποχρεωθεί προσωρινά ο κατηγορούμενος να μην προσέρχεται στα υποκαταστήματά της και να παραλείπει κάθε πράξη προσβολής της προσωπικότητας των υπαλλήλων της και παρεμπόδισης της ομαλής λειτουργίας της Τράπεζας.
Η αίτηση αυτή κοινοποιήθηκε και επιδόθηκε νόμιμα στον κατηγορούμενο και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8149/24-8-2012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή την ως άνω αίτηση. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η διεύθυνση της ως άνω Τράπεζας έλαβε την απόφαση, που γνωστοποίησε στους αρμοδίους υπαλλήλους της να μην έχουν οποιαδήποτε συναλλαγή με τον κατηγορούμενο, για την εύρυθμη λειτουργία αυτής και των υποκαταστημάτων της.
Το γεγονός αυτό γνωστοποίησαν οι μηνυτές στον κατηγορούμενο στις 6-12-2011, κατά τα προαναφερθέντα, γεγονός που δεν ήταν μη αναμενόμενο για τον κατηγορούμενο, αλλά μάλλον φυσικό επακόλουθο της μέχρι τότε αντιδικίας του με την Τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό θεώρησε ότι διαφύλαττε τα συμφέροντά της και την ομαλή λειτουργία της.
Το γεγονός αυτό της άρνησης της Τράπεζας, δια των υπαλλήλων της, να προβούν σε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον κατηγορούμενο δεν συνιστά την πράξη της έργω εξύβρισης εκ μέρους της τελευταίας σε βάρος του, αλλά την προστασία της ιδίας και των υπαλλήλων της και την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας. Το γεγονός αυτό γνώριζε ο κατηγορούμενος ως επακόλουθο της μέχρι τότε αμφίδρομης αντιδικίας, επομένως τέλεσε το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος των ως άνω υπαλλήλων, οι οποίοι είχαν υποχρέωση έναντι της εργοδότριας Τράπεζας να τηρήσουν τις εντολές και τις αποφάσεις της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου.
Εν προκειμένω δε, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 367 Π.Κ., καθόσον η συμπεριφορά των υπαλλήλων δεν αντίκειται, κατά τα προεκτεθέντα, στην ηθική και την ευπρέπεια και η Τράπεζα μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματά της". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, για το ότι: "Στην ……, στις 6-12-2011, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι' αυτήν, και ειδικότερα, καταμήνυσε ψευδώς τους νυν εγκαλούντες Ι.
Ε. και Α. Κ., ότι τέλεσαν σε βάρος του το αδίκημα της εξύβρισης, καίτοι γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξή τους για την πράξη αυτή, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί εις βάρος τους η με ... ποινική δικογραφία, η οποία στην συνέχεια τέθηκε στο Αρχείο βάσει του άρθρου 4 του Νόμου 4043/2012".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, αναφέρονται δε οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 του Π.Κ., την οποίαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, η δε απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται: α) ο τρόπος με τον οποίον τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 6-12-2011 μήνυσή του κατά των μηνυτών, με την οποίαν τους κατήγγειλε ότι τέλεσαν σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της έργω εξύβρισης κατά την επίσκεψή του στο υποκατάστημα της Τράπεζας "F.B-BANK-ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στην Γλυφάδα ενώπιον των υπαλλήλων του υποκαταστήματος και ενός πελάτη και β) το αντικείμενο της μήνυσης που ήταν η άρνηση των υπαλλήλων της Τράπεζας να συνάψουν σύμβαση ανοίγματος συνταξιοδοτικού λογαριασμού στο όνομα του κατηγορουμένου.
Προσέτι αναφέρονται εμπεριστατωμένα με την παράθεση των σχετικών πραγματικών περιστατικών οι λόγοι για τους οποίους αρνήθηκαν οι υπάλληλοι να συνάψουν την σχετική σύμβαση και αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίον η άρνηση αυτή των υπαλλήλων δεν συνιστά την πράξη της εξύβρισης. Τέλος αιτιολογείται πλήρως η γνώση του κατηγορουμένου των λόγων άρνησης των υπαλλήλων να συνάψουν την σχετική σύμβαση, ως επακόλουθο της μέχρι τότε αμφίδρομης αντιδικίας, και αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη του αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους και ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνεται, κατά λέξη "ειδικότερα καταμήνυσε ψευδώς τους νυν εγκαλούντες Ι.
Ε. και Α. Κ. ότι τέλεσαν σε βάρος του το αδίκημα της εξύβρισης, καίτοι γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξή τους για την πράξη αυτή, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί σε βάρος τους η με ... ποινική δικογραφία, η οποία στην συνέχεια τέθηκε στο αρχείο βάσει του άρθρου 4 του Νόμου 4043/2012".
Επίσης, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' του Κ.Π.Δ., ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε (πολύ περισσότερο) έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν.
Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31 παρ. 2 του Π.Κ., σύμφωνα με τον οποίον "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι νομική πλάνη υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και, υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, συντρέχει περίπτωση που αποκλείει τον καταλογισμό.
Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις, στις οποίες βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης.
Η πλάνη, δηλαδή, είναι συγγνωστή, όταν ο δράστης όχι μόνον αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλε, ενόψει των προσωπικών του πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή σε εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές).
Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με την στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός (Α.Π. 148/2019, Α.Π. 1050/2012).
Προσέτι αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί δικαιολογημένης αγανάκτησης του άρθρου 308 παρ. 4 του Π.Κ., σύμφωνα με τον οποίον "ο υπαίτιος της παραγράφου 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή, αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση, εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση" σε συνδυασμό με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 361 του Π.Κ.
κατά την οποίαν "η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 308 έχει και σε αυτήν την περίπτωση εφαρμογή". Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή μόνον υπέρ του υπαιτίου της σωματικής βλάβης της παρ. 1 (ήτοι της απλής και της όλως ελαφράς) και της εξύβρισης αποκείμενης στην εκτίμηση του δικαστή της ουσίας και όχι υπέρ του υπαιτίου οποιασδήποτε άλλης αξιόποινης πράξης.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' του Π.Κ. δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται:
α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Στην προκείμενη περίπτωση κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δια του συνηγόρου του, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συγγνωστής νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ., περί δικαιολογημένης αγανάκτησης κατά τα άρθρα 308 παρ. 4 και 361 παρ. 2 του Π.Κ.
και περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ., ισχυριζόμενος ότι: "Επειδή η αντίληψίς μου ότι από το ίδιο καταμηνυθέν (αληθώς δια παράβασιν καθήκοντος των υπαλλήλων λόγω της δεδικασμένης αθωώσεώς μου - factum - μη άνοιγμα λογαριασμού) προέκυπτε άδικος χαρακτήρ και άλλης πράξεως = εξυβρίσεως έργω, δεν ενέχει και δη χωριστόν "γεγονοτικόν χαρακτήρα", αλλά ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗΝ ΚΡΙΣΙΝ που δεν επιτρέπει κατάφασιν ψευδούς καταμηνύσεως, πολλώ μάλλον όταν συνδέεται η αξιολόγηση με γεγονός κριθέν ως αληθές.
Αλλά και αν ακόμη είναι σφαλερά, τότε υφ' ας συνθήκας τόπου, χρόνου, τρόπου και αληθούς γεγονότος έλαβε χώραν είναι συγγνωστή = δικαιολογείται κατ' άρ. 31 παρ. 2 Π.Κ. και δεν επιτρέπει να μου καταλογισθεί η πράξις = να μου προσαφθή ως μομφή, διότι δεν ηδυνάμην ούτε να αντιληφθώ τον άδικο χαρακτήρα εναπομένουσας πράξεώς μου μετά αναιρετικώς επιβαλλομένη επικουρικήν στάθμισην του πραγματικού ποινικών διατάξεων, ούτε να συμμορφωθώ προς την περί αδίκου αντίληψιν υπό τας άνω συνθήκας.
Επειδή δεν στοιχειοθετεί ψευδή καταμήνυσιν εξ αντικειμένου η αναφορά ή επίκληση ή έγκληση ότι κάποιος έκανε αξιόποινη πράξη, εν προκειμένω α) παράβασιν καθήκοντος άρ. 259 Π.Κ. που δεν απεδείχθη αντικειμενικά ως ψευδής, β) συκοφαντικήν δυσφήμησιν άρ. 363 Π.Κ. το περί ής εγκληθέν είναι αληθές - ούτε απλήν δυσφήμησιν άρ. 362 Π.Κ.
διότι είναι προϊόν αξιολογικής εκτιμήσεως του μηνυτού - εγκαλέσαντος, ούτε εξύβρισιν έργω άρ. 361 Π.Κ. διότι η περί αυτών καταμήνυσις είναι προϊόν ενιαίας εις ενιαίαν - ίδιαν έγκλησιν εκδηλουμένης βουλήσεως και επέκεινα δηλώσεως του ιδίου μηνυτού, όστις αν δικαιολογείται να ένοιωσε μειωτικά, δηλαδή το ολιγώτερο αυτού που καταμήνυσε, τούτο οφείλεται ΕΙΣ ΕΝΔΙΑΘΕΤΟ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΥΤΟΥ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΓΕΓΟΝΟΤΙΚΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΜΕ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ και μία τέτοια μήνυση - έγκληση δεν στοιχειοθετεί άρ. 229 Π.Κ.
ψευδή καταμήνυση. Άρα δια τε τους λόγους της αθωωτικής μειοψηφίας και δια τους άνω λόγους δέον να κηρυχθώ αθώος της κατ' άρ. 229 Π.Κ. πράξεως και δια το σκέλος τούτο. III. Με μίαν και την αυτήν πράξιν μου (ταυτοσήμου πραγματικού περιεχομένου μήνυσιν) φέρομαι καταμηνύσας τους υπαλλήλους της Τραπέζης α) δια παράβασιν καθήκοντος άρ. 259 Π.Κ.
τιμωρουμένη με ποινή φυλακίσεως έως 2 έτη και κατ' ιδέαν εκ της αυτής πράξεως συρρέουσαν εξύβρισιν έργω κατ' άρ. 361 Π.Κ. προβλεπομένης ποινής έως 1 έτος, εάν δεν ήθελεν κριθή λόγω περιστάσεων και προσώπου μου ως ιδιαιτέρα βαρεία, οπότε ήταν πταίσμα κατ' άρ. 361 παρ. 2 Π.Κ., συρρέουσας κατ' ιδέαν "φαινομενικά" κατά λογικήν και αξιολογικήν εκτίμησιν με την παράβασιν καθήκοντος, έναντι της οποίας ίσταται σε σχέση απορρόφησης άλλως επικουρικότητος προφανώς λόγω ποινής. 2.
Εάν οι υπάλληλοι ετέλεσαν παράβασιν καθήκοντος κατ' άρ. 259 Π.Κ. (αφού εγώ αληθώς τους κατεμήνυσα και ηθωώθην) τότε η παράβασις καθήκοντος αποκλείει ως κύρια διάταξη την επικουρικώς (φαινομενικά) συρρέουσαν διάταξιν της εξυβρίσεως έργω κατ' άρ. 361 Π.Κ. της οποίας η απαξία περιλαμβάνεται εις την απαξίαν της εκ ταυτοσήμου περιεχομένου μηνύσεως παράβασης καθήκοντος, ήτις ως κύρια θα εφαρμόζετο και θα την απέκλειε άλλως θα την απορροφούσε. 3.
Όθεν η αθώωσίς μου δια το μείζον (άρ. 259 Π.Κ.) αυτοθρόως είναι αθώωσίς μου και για το έλασσον (άρ. 361 Π.Κ.), αφού σε περίπτωση καταδίκης των παθόντων θα απέκλειε καταδίκην τους δια το έλασσον. 4. Εάν μεταξύ των δύο πράξεων η κατ' ιδέαν φαινομένη συρροή ήτο αληθής λόγω ετερότητος προστατευομένου υπό εκάστης εννόμου αγαθού, τότε και πάλιν η εξύβρισις ως αποτέλεσμα προηγηθείσης παράβασης καθήκοντος (λόγω του ομολογηθέντος άλλως τε υπό των μηνυθέντων πραγματικού γεγονότος του μη ανοίγματος του ζητηθέντος υπ' εμού λογαριασμού) τότε και πάλιν δι' αυτούς θα ήτο συντιμωρητή υστέρα πράξις, δηλαδή αδιάφορος ποινικώς. 5.
Κατά συνέπειαν, είναι αδιάφορος ποινικώς και η εκ ταυτοσήμου πραγματικού γεγονότος ψευδής καταμήνυσις δι' εξύβρισιν και πρέπει να κηρυχθώ αθώος νομικώς ανυπάρκτου κατηγορίας. IV. Επικουρικώς, θα πρέπει κατ' άρ. 367 παρ. 1 Π.Κ. να αθωωθώ και διότι η υπό κρίσιν πράξις μου έγινε για την διαφύλαξιν (προστασίαν) δικαιώματός μου προς άνοιγμα λογαριασμού, ον οι παθόντες ηρνούντο επιμόνως, και σε κάθε περίπτωση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, δεδομένου μάλιστα ότι α) στη συγκεκριμένη περίπτωσιν η πράξις μου δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την άνω διαφύλαξιν του δικαιώματός μου ή την άνω ικανοποίησιν του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο και β) δεν προέκυψε σκοπός εξυβρίσεως από τον τρόπο εκδήλωσης και τις περιστάσεις, που ήσαν εντός του πλαισίου επιλογής νομικής λύσης με εκζήτησιν παρεμβάσεως των οργάνων της πολιτείας.
V. Όλως επικουρικότερα, κατ' ανάλογον εφαρμογήν του άρ. 308 παρ. 3 Π.Κ. θα πρέπει να αθωωθώ, διότι στην πράξιν μου παρασύρθηκα από δεδικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας της συμπεριφοράς των φερομένων ως παθόντων εναντίον μου και ενέκειτο στο contra legem αδικαιολόγητο για Τράπεζα μη άνοιγμα λογαριασμού, όπως εδικαιούμην και υποχρεούτο, δι' ην πράξιν τους κατεμήνυσα και ηθωώθην, αφού αυτή η ενέργεια υφ' ας συνθήκας ετελέσθη (τόπος, χρόνος, παρόντες τρίτοι) εύλογον και δικαιολογημένον ήτο να εκληφθή από εμενα ως εξ αντικειμένου μέσο - κοινωνικό πολίτη ως απομειωτική της ηθικής μου αξίας εφ' ω και μόνη καταφυγή μου ήτο ο νόμος, δι' ην κύρια ενέργειάν μου και ηθωώθην".
Όμως ο ισχυρισμός περί νομικής πλάνης δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, αφού, εκτός από τα στοιχεία που συνιστούν την ίδια την πλάνη, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν και η προσωπική κατάσταση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την ειδικότερη προσπάθεια την οποίαν αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το δίκαιο που ίσχυε, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με την στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να δυνηθεί το δικαστήριο της ουσίας να σχηματίσει πεποίθηση για το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτό ισχυρισμό ούτε (πολύ περισσότερο) να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν.
Περαιτέρω οι ισχυρισμοί περί δικαιολογημένης αγανάκτησης και περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος στην παρούσα διαδικασία ήταν μη νόμιμοι αφού, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτών μόνον υπέρ του υπαιτίου της εξύβρισης, ο πρώτος, και υπέρ του υπαιτίου της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης, ο δεύτερος και όχι υπέρ του υπαιτίου του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και κατόπιν αυτού το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους μη νόμιμους αυτούς ισχυρισμούς.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ακρόασης, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Μετά ταύτα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση - δήλωση αναίρεσης στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 4-2-2019 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ: 1524/4-2-2019, από 2-2-2019, δήλωση του Α. Γ. του Ι. και της Α., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμό 3943/2018 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ