Supreme Court partially allows appeal regarding lack of specific reasoning for rejecting statutory mitigation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final conviction for habitual theft. The lower court rejected the defendant's claim of statutory mitigation under Article 84 of the Penal Code, finding his actions post-arrest did not constitute genuine remorse. The Court ruled that the lower court failed to provide the specific and detailed reasoning required by law for rejecting this statutory mitigation argument, necessitating a new trial on that specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Code of Civil Procedure; Article 510, paragraph 1, third sub-paragraph of the Code of Criminal Procedure: When a lower court rejects a claim for statutory mitigation without providing the specific and detailed reasoning mandated by law, the Supreme Court must partially allow the appeal and remand the case for a new trial on that issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1881 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1881/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σακαλόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 205/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 6/4-10-2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 26/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα μόνο ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ. καθώς και ως προς τη διάταξη περί της επιβληθείσης ποινής, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νεα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το αναιρούμενο μέρος και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. 6/2017 , αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 205 /2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 Π.Κ., "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 374 ΠΚ, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών", μεταξύ των άλλων αναφερομένων σ'αυτό περιπτώσεων και "ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ.
στ' ΠΚ, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα.
Το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Για τη συνδρομή δε της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος κατά συνήθεια απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ δεν συντρέχει κατά συνήθεια τέλεση, όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά (ΑΠ 291/2016).
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του , διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 122/2016), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο,για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνον κατ` επιλογήν. Αρκεί δε ο κατ' είδος προσδιορισμός τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 74/2016).
ΙV. H επιβαλλόμενη ως άνω από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, , εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς (ΑΠ 323/2017) και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία (ΑΠ 213/2015, ΑΠ 1317/2012).
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΑΠ 323/2017). Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1030/2016) διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, από την οποία ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' ΚΠΔ (ΑΠ 323/2017, ΑΠ 166/2013).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και οι από τα άρθρα 34 και 36 του ΠΚ. Ειδικότερα κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83).
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές.
Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή (ΑΠ 1690/2016, ΑΠ 373/2015) V.
Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛΑΠ 2/2011, ΑΠ 75/2016).
VΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 205/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: <<Ο κατηγορούμενος στους πιο κάτω τόπους και χρόνους τέλεσε κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, είναι δε πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και συνήθεια.
Ειδικότερα: Στις 09.06.2013 και περί ώρα 12.30 μετέβη στην περιοχή ….., και εισήλθε στην εξοχική κατοικία του Θ. Κ. του Ι., αφού παραβίασε το παράθυρο της κουζίνας. Όμως αποχώρησε χωρίς να αφαιρέσει τίποτα, γιατί ο ανωτέρω ιδιοκτήτης επιστρέφοντας στην οικία του και ανοίγοντας την κεντρική πόρτα του σπιτιού τον είδε εντός αυτού που πήγαινε να αφαιρέσει δύο ασημένια κηροπήγια για να τα ιδιοποιηθεί, ενώ άκουσε και κάποιον άλλο, που βρισκόταν εντός της οικίας.
Φοβούμενος έκλεισε την πόρτα κλείνοντας μέσα τον κατηγορούμενο και τότε αυτός διέφυγε από το παράθυρο της κουζίνας, στην αρχή πεζός και μετά επιβιβαζόμενος σε μία μηχανή μεγάλου κυβισμού. Έτσι επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, χωρίς να ολοκληρώσει την τέλεση, όχι από δική του θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του. 2) Στις 5.8.2013 κατά τις ώρες 21:30 έως 23:00 μετέβη στο χωριό …..
Εκεί αφού εισήλθε από ανασφάλιστο παράθυρο του μπάνιου, στην οικία της Μ. Π. του Ε., αφαίρεσε χρυσαφικά, λίρες και έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή συνολικής αξίας 8.000 ευρώ περίπου, 3) Στις 30.11.2013 κατά τις ώρες 18:00 ως 20:00 μετέβη στην …, επί της ... και αφού παραβίασε την μπαλκονόπορτα της οικίας Κ. Ν. του Ε., εισήλθε εντός αυτής και αφαίρεσε ένα (1) περιδέραιο χρυσό με διαμαντάκια, ένα (1) ζευγάρι σκουλαρίκια χρυσά, ένα (1) χρυσό βραχιόλι - χειροπέδα, μία (1) χρυσή καδένα, ένα (1) χρυσό σταυρό με την αλυσίδα του, μία (1) χρυσή αντρική | αλυσίδα χεριού, ένα (1) χρυσό αντρικό δακτυλίδι, ένα (1) γυναικείο χρυσό δακτυλίδι, ένα (1) χρυσό αντρικό δακτυλίδι, μία (1) χρυσή αλυσίδα, δύο (2) χρυσές λίρες και το ποσό των 200 ευρώ, 4) Στις 15.12.2013 κατά το χρονικό διάστημα από 07:00 έως 11:15 ώρα, μετέβη στην περιοχή ....
Εκεί αφού διέρρηξε την κύρια είσοδο της οικίας του Ε. Β. του Κ., εισήλθε σ' αυτή και αφαίρεσε δύο (2) χρυσά ρολόγια, ένα (1) χρυσό μενταγιόν με λουλούδια και πράσινες πέτρες, ένα (1) ζευγάρι χρυσά μανικετόκουμπα, ένα (1) μεγάλο χρυσό γυναικείο σταυρό με άσπρη πέτρα και ένα (1) χρυσό βαφτιστικό σταυρό, συνολικής αξίας 2.100 ευρώ περίπου, 5) Την ίδια ημέρα 15.12.2013 και περί ώρα 12:00 μετέβη στην ...
και αφού διέρρηξε με άγνωστο αντικείμενο την κεντρική πόρτα της οικίας ιδιοκτησίας του Π. Ε. του Ι. εισήλθε σ' αυτή και αφαίρεσε χρυσαφικά συνολικής αξίας 8.000 ευρώ περίπου. Συγκεκριμένα αφαίρεσε ένα (1) περιδέραιο λαιμού, ένα (1) σετ σκουλαρίκια, μία (1) χρυσή λίρα που απεικόνιζε την βασίλισσα Ελισάβετ, μία (1) χρυσή ανδρική καδένα, ένα (1) χρυσό γυναικείο δακτυλίδι με μία μικρή πέτρα και δέκα (10) χρυσά μικρά γυναικεία δακτυλίδια, 6) Την ίδια ημέρα 15.12.2013 και περί ώρα 13:30 μετέβη στην περιοχή της …., στην οικία της Π.
Γ. του Κ. και Π. γεν. 1926 και με το πρόσχημα ότι ήθελε να της πουλήσει έναντι του ποσού των 120 ευρώ ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το όχημα του γιου της, αποπειράθηκε να εισέλθει στην οικία της με σκοπό να αφαιρέσει αντικείμενα για να τα ιδιοποιηθεί, πλην όμως αυτή φωνάζοντας δυνατά τον απέτρεψε και ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.
Τις κινήσεις του αντιλήφθηκε ο εγγονός της Τ. Κ. του Δ., ο οποίος τον ακολούθησε, και τον σταμάτησε ρωτώντας τον τι ακριβώς θέλει στη γιαγιά του και αυτός του απάντησε αντίθετα πράγματα απ' ότι είχε πει στην παθούσα. Έτσι επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, χωρίς να ολοκληρώσει την τέλεση, όχι από δική του θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του.
Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος τέλεσε τις άνω κλοπές κατ' εξακολούθηση. Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος δεν εργαζόταν συστηματικά. Δεν μένει σε μια δουλειά, κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Ο πατέρας του κατέθεσε ότι είναι υδραυλικός, αλλά λόγω της ανεργίας εργαζόταν όπου βρει, ενώ η μητέρα του κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν είχε δουλειές.
Παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος εμφανίζεται να συντηρεί την οικογένεια του, τα δυο ανήλικα παιδιά του και τη σύντροφο του, που δεν εργάζεται, ενώ τα άλλα τρία παιδιά, που έχει αποκτήσει από έτερη σχέση, διαμένουν με τους γονείς του, οι οποίοι λαμβάνουν πενιχρή σύνταξη. Ο κατηγορούμενος, όπως καταθέτει η σύντροφος του, ζούσε στην …., ταξίδευε στην ….
και στη …. Αυτός προέβη σε ενοικίαση του ΙΧΕ αυτοκίνητου με αριθμό κυκλοφορίας ...6, για δώδεκα ημέρες, από 7-12-2013 έως και 27-12-2013, στη …. και συνελήφθη όταν έφθασε στο γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτου προκειμένου να πληρώσει το μίσθωμα του οχήματος και να παρατείνει την ενοικίαση του. Είναι δε σαφές από τις άνω πράξεις ότι προέβη σε αφαίρεση πολύτιμων αντικειμένων από τα σπίτια στα οποία εισερχόταν, κυρίως χρυσά κοσμήματα ή χρυσά νομίσματα (δακτυλίδια, αλυσίδες, λίρες), τα οποία ιδιοποιήθηκε.
Αυτά έχουν αξία και αποφέρουν εισόδημα κατά την πώληση τους σε κλεπταποδόχους ή σε τρίτους, που δεν γνωρίζουν την προέλευση τους. Ο ίδιος, μετά τη σύλληψη του οδήγησε τους αστυνομικούς στο χωράφι, στην οδό ..., όπου είχε αποκρύψει μέρος των κλοπιμαίων κοσμημάτων, τα οποία τους παρέδωσε και κατασχέθηκαν.
Ενόψει αυτών συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει κλοπές, αφαιρώντας από κατοικίες πολύτιμα αντικείμενα των ενοίκων κατά την απουσία τους, σκοπεύοντας στον πορισμό εισοδήματος, καθώς δεν εργάζεται συστηματικά για να βιοπορίζεται, ούτε προέκυψε να έχει άλλη πηγή εισοδήματος. Επίσης από την επανειλημμένη διάπραξη, τόσο στις αρχές του καλοκαιριού του 2013, όσο και περί τα τέλη του ίδιου έτους, ακολουθώντας τον ίδιο τρόπο, παραβιάζοντας τις πόρτες εισόδου ή μπαλκονιού, εισερχόμενος στις κατοικίες, σε χρόνο που είχε διαπιστώσει ότι απουσίαζαν οι ένοικοι, συνάγεται σταθερή ροπή του κατηγορουμένου για την τέλεση της άνω πράξης ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διάπραξης κλοπών κατ' εξακολούθηση, από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη δε και επί μεγάλο χρονικό διάστημα τέλεση τους προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός περί τέλεσης κλοπών κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος....Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι σε τροχαίο ατύχημα τον Ιούνιο 1999, ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε, υπέστη πολλαπλές κακώσεις θώρακος και κοιλίας. Μετά την ανάρρωση του εμφάνισε μετατραυματική νεύρωση.
Η συνθετική και αναλυτική ικανότητα της σκέψης του είναι μειωμένη και δυσχεραίνεται να κατανοήσει επαρκώς τα συμβαίνοντα και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα γεγονότα της ζωής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προβαίνει σε αστοχίες και να καταφεύγει σε αναποτελεσματικές συμπεριφορές. Από το Μάιο 2014 παρακολουθείται στη μονάδα Υγείας Κω και ήδη τον Σεπτέμβριο 2016 ολοκλήρωσε τη θεραπεία του (βλ.
άνω αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, μεταξύ των οποίων οι από 23-1-2015 και από 29-11-2016 ιατρικές γνωματεύσεις του νευρολόγου - ψυχιάτρου Δ. Γ., Τοπική Μονάδα Υγείας …). Παρά την άνω ψυχική ασθένεια, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, ούτε ότι είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του προς καταλογισμό (άρθρα 34, 36 ΠΚ).
Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος δρούσε όταν απουσίαζαν οι ένοικοι των κατοικιών στα οποία εισερχόταν, για να μην αποκαλυφθεί, είχε την ικανότητα να ανευρίσκει και να διακρίνει τα πολύτιμα αντικείμενα κάθε κατοικίας, στην οποία εισερχόταν, κυρίως χρυσά κοσμήματα, νομίσματα κλπ, αυτά αφαιρούσε, τα οποία ήταν δυνατό να μεταφέρει και να αποκρύψει εύκολα, για να τα πωλήσει σε τρίτους, αποκομίζοντας εισόδημα.
Επομένως ο σχετικός προβαλλόμενος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά τη σύλληψη του, οδήγησε τους αστυνομικούς στο χωράφι που είχε αποκρύψει μέρος από τα κλοπιμαία κοσμήματα, που κατασχέθηκαν. Από αυτή την ενέργεια δεν δηλώνεται έμπρακτη μετάνοια, καθώς ο κατηγορούμενος φανέρωσε τα κλοπιμαία αφού είχε συλληφθεί, ενώ δεν προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, διότι δεν προέβη σε καταβολή αποζημίωσης στους άνω παθόντες από τους οποίους αφαίρεσε τα ως άνω αντικείμενα αξίας που ιδιοποιήθηκε, καθώς μέρος μόνο των κλοπιμαίων παρέδωσε και κατασχέθηκαν.
Τέλος κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση των άνω πράξεων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ο κατηγορούμενος περαίωσε την θεραπεία του και διαβιώνει με τη μάρτυρα που κατέθεσε στο δικαστήριο και τα παιδιά του. Πέραν αυτών δεν αποδείχθηκαν άλλα πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης του, έχει μεταστραφεί ψυχικά και ηθικά, ότι αποδέχτηκε τους κανόνες της αρμονικής κοινωνικής ζωής και ότι απέχει από κάθε επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του (ΑΠ 469/2014).
Εξάλλου το άνω χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι επαρκές για να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος "για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα" συμπεριφέρθηκε καλά, ενόψει και της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση να αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 δ και ε ΠΚ και οι προβαλλόμενοι σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.>>.
Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: <<...στους πιο κάτω τόπους και χρόνους τέλεσε κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, είναι δε πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Ειδικότερα: Στις 09.06.2013 και περί ώρα 12.30 μετέβη στην περιοχή ... …, και εισήλθε στην εξοχική κατοικία του Θ.
Κ. του Ι., αφού παραβίασε το παράθυρο της κουζίνας. Όμως αποχώρησε χωρίς να αφαιρέσει τίποτα, γιατί ο ανωτέρω ιδιοκτήτης επιστρέφοντας στην οικία του και ανοίγοντας την κεντρική πόρτα του σπιτιού τον είδε εντός αυτού που πήγαινε να αφαιρέσει δύο ασημένια κηροπήγια για να τα ιδιοποιηθεί, ενώ άκουσε και κάποιον άλλο, που βρισκόταν εντός της οικίας.
Φοβούμενος έκλεισε την πόρτα κλείνοντας μέσα τον κατηγορούμενο και τότε αυτός διέφυγε από το παράθυρο της κουζίνας, στην αρχή πεζός και μετά επιβιβαζόμενος σε μία μηχανή μεγάλου κυβισμού. Έτσι επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, χωρίς να ολοκληρώσει την τέλεση, όχι από δική του θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του. 2) Στις 5.8.2013 κατά τις ώρες 21:30 έως 23:00 μετέβη στο χωριό …..
Εκεί αφού εισήλθε από ανασφάλιστο παράθυρο του μπάνιου, στην οικία της Μ. Π. του Ε., αφαίρεσε χρυσαφικά, λίρες και έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή συνολικής αξίας 8.000 ευρώ περίπου, 3) Στις 30.11.2013 κατά τις ώρες 18:00 ως 20:00 μετέβη στην …., επί της ... και αφού παραβίασε την μπαλκονόπορτα της οικίας Κ. Ν. του Ε., εισήλθε εντός αυτής και αφαίρεσε ένα (1) περιδέραιο χρυσό με διαμαντάκια, ένα (1) ζευγάρι σκουλαρίκια χρυσά, ένα (1) χρυσό βραχιόλι - χειροπέδα, μία (1) χρυσή καδένα, ένα (1) χρυσό σταυρό με την αλυσίδα του, μία (1) χρυσή αντρική αλυσίδα χεριού, ένα (1) χρυσό αντρικό δακτυλίδι, ένα (1) γυναικείο χρυσό δακτυλίδι, ένα (1) χρυσό αντρικό δακτυλίδι, μία (1) χρυσή αλυσίδα, δύο (2) χρυσές λίρες και το ποσό των 200 ευρώ, 4) Στις 15.12.2013 κατά το χρονικό διάστημα από 07:00 έως 11:15 ώρα, μετέβη στην περιοχή ….
Εκεί αφού διέρρηξε την κύρια είσοδο της οικίας του Ε. Β. του Κ., εισήλθε σ' αυτή και αφαίρεσε δύο (2) χρυσά ρολόγια, ένα (1) χρυσό μενταγιόν με λουλούδια και πράσινες πέτρες, ένα (1) ζευγάρι χρυσά μανικετόκουμπα, ένα (1) μεγάλο χρυσό γυναικείο σταυρό με άσπρη πέτρα και ένα (1) χρυσό βαφτιστικό σταυρό, συνολικής αξίας 2.100 ευρώ περίπου, 5) Την ίδια ημέρα 15.12.2013 και περί ώρα 12:00 μετέβη στην ...
και αφού διέρρηξε με άγνωστο αντικείμενο την κεντρική πόρτα της οικίας ιδιοκτησίας του Π. Ε. του Ι. εισήλθε σ' αυτή και αφαίρεσε χρυσαφικά συνολικής αξίας 8.000 ευρώ περίπου. Συγκεκριμένα αφαίρεσε ένα (1) περιδέραιο λαιμού, ένα (1) σετ σκουλαρίκια, μία (1) χρυσή λίρα που απεικόνιζε την βασίλισσα Ελισάβετ, μία (1) χρυσή ανδρική καδένα, ένα (1) χρυσό γυναικείο δακτυλίδι με μία μικρή πέτρα και δέκα (10) χρυσά μικρά γυναικεία δακτυλίδια, 6) Την ίδια ημέρα 15.12.2013 και περί ώρα 13:30 μετέβη στην περιοχή της …, στην οικία της Π.
Γ. του Κ. και Π. γεν. 1926 και με το πρόσχημα ότι ήθελε να της πουλήσει έναντι του ποσού των 120 ευρώ ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το όχημα του γιου της, αποπειράθηκε να εισέλθει στην οικία της με σκοπό να αφαιρέσει αντικείμενα για να τα ιδιοποιηθεί, πλην όμως αυτή φωνάζοντας δυνατά τον απέτρεψε και ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.
Τις κινήσεις του αντιλήφθηκε ο εγγονός της Τ. Κ. του Δ., ο οποίος τον ακολούθησε, και τον σταμάτησε ρωτώντας τον τι ακριβώς θέλει στη γιαγιά του και αυτός του απάντησε αντίθετα πράγματα απ' ότι είχε πει στην παθούσα. Έτσι επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, χωρίς να ολοκληρώσει την τέλεση, όχι από δική του θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του.
Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος τέλεσε τις άνω κλοπές κατ' εξακολούθηση. Είναι δε ο κατηγορούμενος πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ1 επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, από την επανειλημμένη δε και επί μεγάλο χρονικό διάστημα τέλεση τους προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του >>.
VI. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία συντίθεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω κακουργήματος τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά , και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ.
στ', 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98, 372 παρ. 1 . 374 περ. ε' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης . Ειδικότερα: Α) εκτίθενται αναλυτικά όλα τα στοιχεία των μερικότερων κλοπών και προσδιορίζεται με σαφήνεια ποιές από αυτές είναι τετελεσμένες και ποιές σε απόπειρα καθώς και ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο αυτουργός όλων αυτών.
Β) Αιτιολογείται πλήρως και εμπεριστατωμένα η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των κλοπών καθώς και η απόρριψη του ισχυρισμού περί τέλεσης κλοπών κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, Γ) Δεν υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε άλλες ασάφειες ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα των επί μέρους πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος.
Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η κλοπή σε βάρος του Ν. Κ. έγινε στις 30-11-2013 προσδιορίζει με σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη στη … και είχε φύγει από την … και δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι αυτός διέμεινε στην … μέχρι το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, αφού δεν αναφέρεται ότι διέμεινε μέχρι και την τελευταία ημέρα του τρίτου δεκαημέρου.
Δ) το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων υπεράσπισης, Ε.- Μ. Ε. και Α. Α., συντρόφου και πατέρα αντίστοιχα του κατηγορουμένου και την από 26-2-2016 υπεύθυνη δήλωση της Μ.
Κ., και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η διαφορετική αξιολόγηση των καταθέσεων αυτών και η μη υιοθέτηση του πριεχομένου τους δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής και δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο να αντικρούσει με ειδική αιτιολογία τις ως άνω καταθέσεις.
Επίσης η μη ειδική αναφορά της αναγνωσθείσας από 26-2-2016 υπεύθυνης δήλωσης της Μ. Κ., δεν οδηγεί άνευ άλλου .... ότι αυτή δεν εκτιμήθηκε από το δικαστήριο μαζί με όλα τα άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Ε) το Δικαστήριο με πλήρεις αιτιολογίες απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατ/νου περί συνδρομής στο πρόσωπο του, άρσης του καταλογισμού (34 ΠΚ), άλλως μείωσης τούτου (36 ΠΚ), λόγω της μετατραυματικής νεύρωσης που υπέστη εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού του στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός του κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη το έτος 1999.
Αναφέρονται, κατά το προπαρατεθέν σκεπτικό της απόφασης, ειδικώς τα στοιχεία που οδήγησαν το δικαστήριο στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση έλλειψης ή ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, εξαιτίας αυτής της μετατραυματικής νεύρωσης και επισημαίνεται η συνειδητή επιλογή του κατ/νου να δρα όταν απουσίαζαν οι ένοικοι των κατοικιών, στις οποίες εισερχόταν, για να μην αποκαλυφθεί, αλλά και η ικανότητά του να ανευρίσκει και διακρίνει τα πολύτιμα αντικείμενα κάθε κατοικίας, στην οποία εισερχόταν, κυρίως χρυσά κοσμήματα, νομίσματα κλπ, και αυτά αφαιρούσε, τα ήταν δυνατό να μεταφέρει και να αποκρύψει εύκολα για να τα πωλήσει σε τρίτους αποκομίζοντας εισόδημα.
Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης. Ενόψει των προεκτεθέντων οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
Επίσης, αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι ο προβαλλόμενος ως λόγος απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας (510 παρ. 1Α' και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ), τέταρτος λόγος αναίρεσης, ως προς την επί μέρους αιτίαση αυτού ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω από 26-2-2016 υπεύθυνη δήλωση της Μ. Κ. καθώς και ο προβαλλόμενος ως λόγος έλλειψης ακρόασης (510 παρ. 1 Β ΚΠΔ), πέμπτος λόγος αναίρεσης, περί του ότι το Δικαστήριο, χωρίς να απαντήσει σε σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του την ίδια ως άνω από 26-2-2016 υπεύθυνη δήλωση, η οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα προκύπτοντα από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, πράγματι, αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος.
VII. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ , λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 171), κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1 περ. γ'και δ 'ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, επιφέρει κατά μεν την περ.
γ' η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν '' την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος'' κατά δε την περ. δ' αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ''την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο ...'' Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για την βεβαίωση της ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου και η συνεπεία αυτής αναστολή της διαδικασίας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο , μόνο σε περίπτωση που το δικαστήριο δεχθεί τη διατάραξη.
Αν, δηλαδή, το δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν βρίσκεται σε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 80 ΚΠΔ και συνεπώς δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την μη αναστολή της διαδικασίας (171 παρ. 1 περ. γ'). Δεν δημιουργείται εξ άλλου η από τη διάταξη του ίδιου άρθρου περίπτωση δ` της παραγράφου 1 προβλεπόμενη ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε περίπτωση που το Δικαστήριο, κρίνοντας ανέλεγκτα , απέρριψε ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι, λόγω διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, αδυνατεί να παρακολουθήσει τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της σε βάρος του υπόθεση και ν` ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα( ΑΠ 1301/2016, ΑΠ 2308/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, αίτημα για αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, ή αναστολή της διαδικασίας μέχρι να περατωθεί αυτή δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο συνήγορο του.
Αντίθετα μάλιστα, στον προβαλλόμενο από το συνήγορο του αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής του άρθρου 34 άλλως του άρθρου 36 Π.Κ., αναφέρεται ότι αυτός ολοκλήρωσε τη θεραπεία του τον Σεπτέμβριο του 2016. Προσέτι κανένας μάρτυρας κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό ούτε από κάποιο έγγραφο προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών.
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον το Εφετείο έκρινε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών της λειτουργιών, κατά το χρόνο της εκδίκασης σ' αυτό της έφεσης της, α) με το να μην διατάξει, την διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αναβάλλοντας τη συζήτηση μέχρι του πέρατος της, κατ' άρθρο 200 ΚΠΔ και β) με το να μην αναστείλει την διαδικασία κατ" άρθρο 80 του ίδιου κώδικα, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 περίπτωση γ' και δ', και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο αυτό.
VIII. Όπως προαναφέρθηκε, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ, μεταξύ άλλων και α) η υπό στοιχείο δ' , ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας , πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά , τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του(ΑΠ 53/2017 , ΑΠ 130 /2017).
β) η υπό στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης( ΑΠ 1176/2017, ΑΠ 79/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων πρόβαλε εγγράφως και προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ 2 δ'και ε'. Για τη θεμελίωση του δεύτερου ισχυρισμού (περίσταση ε') επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: <<...Στην υπό κρίση υπόθεση, μετά την απολογία μου στον κ.
Ανακριτή, δεν απασχόλησα ξανά τις αρχές, όχι μόνο για το αδίκημα της κλοπής, ακολούθησα πιστά πρόγραμμα θεραπείας μου από την πάθηση μου (μετατραυματική νεύρωση) και ολοκλήρωσα αυτήν πρόσφατα (ΘΕΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ), έκανα οικογένεια και δύο παιδιά (έχω και άλλα τρία από προηγούμενο γάμο μου), εργάζομαι τίμια και ανελλιπώς - ΣΧΕΤΙΚΟ 15 ΕΝΣΗΜΑ ΙΚΑ και συνάμα επέδειξα έμπρακτη μετάνοια, όπως ανέφερα ανωτέρω, με συνέπεια να συντρέχει στο πρόσωπο μου και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ ε' ΠΚ Συνάμα και όπως απέδειξα η εμπλοκή μου έγκειται σε δύο με τρεις κλοπές και άρα η βαρύτητα της εγκληματικής δραστηριότητάς μου, αν και κατακριτέα δεν είναι μεγάλη>>.
Όμως ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε, ήταν αόριστος, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να προβεί σε αιτιολογημένη απόρριψη του.
Παρά ταύτα απάντησε, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον αόριστο αυτόν ισχυρισμό και μάλιστα με διττή αιτιολογία, τόσο στο τέλος του σκεπτικού επί της ενοχής, με την αιτιολογία <<Τέλος κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση των άνω πράξεων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ο κατηγορούμενος περαίωσε την θεραπεία του και διαβιώνει με τη μάρτυρα που κατέθεσε στο δικαστήριο και τα παιδιά του.
Πέραν αυτών δεν αποδείχθηκαν άλλα πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης του, έχει μεταστραφεί ψυχικά και ηθικά, ότι αποδέχτηκε τους κανόνες της αρμονικής κοινωνικής ζωής και ότι απέχει από κάθε επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του .
Εξάλλου το άνω χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι επαρκές για να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος "για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα" συμπεριφέρθηκε καλά, ενόψει και της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. ...>> όσο και μετά το εκ νέου υποβληθέν αίτημα μετά την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και την πρόταση επί των ποινών του Εισαγγελέα με την αιτιολογία <<Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης όσο και από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν νόμιμα δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης του, έχει μεταστραφεί ψυχικά και ηθικά, ότι αποδέχτηκε τους κανόνες της αρμονικής κοινωνικής ζωής και ότι απέχει από κάθε επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του >>.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του, για αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ'ΠΚ, ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: <<Με βάση τα ίδια τα στοιχεία της δικογραφίας, αποδεικνύεται πως απέδωσα όλα τα υλικά αντικείμενα - κλοπιμαία, αφού διευκόλυνα στην ανεύρεση τους στο χωράφι που ήταν θαμμένα (ΑΠ 390/1977 ΠΧ ΚΖ 749), κατονόμασα τους συγκατηγορούμένους μου ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΒΟΗΘΕΙΑ ΟΔΗΓΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥΣ , δηλαδή περιστατικά που δείχνουν ότι εγώ ως κατηγορούμενος επιζήτησα ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρω ή να μειώσω τις συνέπειες της πράξεως μου και μάλιστα με συγκεκριμένη συμπεριφορά έναντι των παθόντων.Κατά συνέπεια επέδειξα ειλικρινή μετάνοια>>. Με βάση δε την επιτρεπτώς επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από 20-12-2013 έκθεση κατάσχεσης ο κατηγορούμενος παρέδωσε ικανό αριθμό χρυσαφικών στην αρμόδια αστυνομική αρχή της ….
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την εξής αιτιολογία "Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά τη σύλληψη του, οδήγησε τους αστυνομικούς στο χωράφι που είχε αποκρύψει μέρος από τα κλοπιμαία κοσμήματα, που κατασχέθηκαν. Από αυτή την ενέργεια δεν δηλώνεται έμπρακτη μετάνοια, καθώς ο κατηγορούμενος φανέρωσε τα κλοπιμαία αφού είχε συλληφθεί, ενώ δεν προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, διότι δεν προέβη σε καταβολή αποζημίωσης στους άνω παθόντες από τους οποίους αφαίρεσε τα ως άνω αντικείμενα αξίας που ιδιοποιήθηκε, καθώς μέρος μόνο των κλοπιμαίων παρέδωσε και κατασχέθηκαν". Με το να απορρίψει το Δικαστήριο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό δεν διέλαβε στην απόφαση του την από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, ενόψει των προεκτεθέντων στη μείζονα σκέψη, η ειλικρινής μετάνοια είναι εκούσια συμπεριφορά μεταγενέστερη της πράξης και αρκεί ο υπαίτιος να επιδίωξε να άρει ή να μειώσει, όπως στην προκείμενη περίπτωση με την εκούσια παράδοση μεγάλου μέρους των κλοπιμαίων, τις συνέπειες της πράξης του.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ είναι βάσιμος.
Κατόπιν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, αναγκαίως δε και ως προς την περί επιβολής ποινής διάταξή της, και παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο αυτό μέρος, για νέα συζήτηση, κατ' άρθρο 519 του ΚΠΔ, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 205/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου, και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, αναγκαίως δε και ως προς την περί επιβολής ποινής διάταξή της
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αρ. 6/2017 αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ