Legislator Case Law & Legislation
1881/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of a claim for non-existence of debt as vague.

Case Number 1881/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's decision to reject a claim for the non-existence of a debt as vague. The appellant argued the lower court ignored their defense of debt repayment, but the court found the appellate court had properly considered this argument and rejected it for lack of specificity regarding payment details. Consequently, the appeal was rejected, the security fee was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court considered the raised argument and rejected it, and inadmissible if the appeal concerns evidence not examined due to the claim's rejection as vague.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague claim rejection debt non-existence evidence examination legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 70, 216 para. 1, 335 and 338 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 9/1997
Supreme Court 625/2008
Supreme Court 328/2008
Supreme Court 37/2008
Supreme Court 2102/2007
Supreme Court 2068/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1881 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1881/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης βιοτεχνικής και εμπορικής εταιρίας ξυλείας και οικοδομικών υλών με την επωνυμία "Κ. ΑΒΕΕ που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίο δικηγόρο της Αντώνιο Καχριμάνη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 18-1-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 114/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη 168/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε κυρίως μεν να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της απαίτησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εναντίον της από δύο συμβάσεις πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού λόγω εξόφλησης των οφειλομένων σ' αυτή χρηματικών ποσών, επικουρικά δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής είναι η αυθεντική βεβαίωση της ύπαρξης (θετική αναγνωριστική αγωγή) ή ανυπαρξίας (αρνητική αναγνωριστική αγωγή) έννομης σχέσης. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 70, 216 παρ. 1, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αρνητική αναγνωριστική αγωγή θα πρέπει να εκτίθενται τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το δικαίωμα του ενάγοντος ως θεμελιωτικό του εννόμου σuμφέροντός του και ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί η εκ μέρους του ενάγοντος γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα του εναγομένου .

Αν όμως ο ενάγων δεν αρνείται τα πραγματικά γεγονότα τα παραγωγικά της επίδικης έννομης σχέσης, αλλά ισχυρίζεται την ύπαρξη άλλων περιστατικών, είτε διακωλυτικών είτε αποσβεστικών του προβαλλομένου δικαιώματος, πρέπει ν` αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν την ένσταση, η οποία συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία τα ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής του (ΑΠ 1688/2012, ΑΠ 178/2010).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η έννομη σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, µετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση µη άσκησης ανακοπής, µετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2003).

Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσµατά της µε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν µπορεί πλέον να αμφισβητηθεί η µε αυτή βεβαιούμενη απαίτηση. Επίσης, δεν είναι παραδεκτή σε μεταγενέστερη δίκη η προβολή ισχυρισμού που, αν και ήταν γεννημένος και μπορούσε να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ.

δεν προτάθηκε (Ολ. ΑΠ 30/1987). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωµής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόµον να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισµα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννοµη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόµου (ΑΠ 53/2004).

Το δεδικασμένο, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Οι καταχρηστικές ενστάσεις , όπως είναι η ένσταση εξόφλησης του χρέους διά καταβολής, που δεν προτάθηκαν, διότι αντικειμενικά ήταν αδύνατη η προβολή τους για το λόγο ότι τα περιστατικά που τις στηρίζουν συντελέστηκαν μετά την τελευταία συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Έτσι , όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 αριθμ. 1, 330, 331,632, 633 ΚΠολΔ, με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης.

Δοθέντος όμως ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά τα προαναφερόμενα άρθρα 632 και 633 ανακοπή του οφειλέτη, αντικείμενο έχει τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο αυτής ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη του χρόνου της έκδοσης της διαταγής απόσβεση της απαίτησης, αφού εξ ορισμού, οι επιγενόμενοι αυτοί λόγοι δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής Η τυχόν απόσβεση της απαίτησης μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερη δίκη ( ΑΠ 1397/2012, ΑΠ 1538/2007, ΑΠ 668/2007).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα , κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1551/2010).

ΙΙΙ) Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησής της , παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής της ως αόριστης, μολονότι περιέχονταν με πληρότητα στην ιστορική βάση αυτής τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της περί απόσβεσης της απαίτησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου εναντίον της λόγω καταβολής των οφειλομένων σ' αυτή ποσών.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει σ' αυτή: Ότι, δυνάμει των …/10.11.1994 και …/8.11.1994 συμβάσεων παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των πρόσθετων αυξητικών συμβάσεων αυτών, η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία χορήγησε σ' αυτή πιστώσεις μέχρι του ποσού των 115.000.000 δραχμών και των 26.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, υπό τους όρους των μεταξύ τους καταρτισθεισών συμβάσεων.

Ότι κατά το οριστικό κλείσιμο το έτος 1996 των λογαριασμών που τηρούνταν από την εναγομένη για την εξυπηρέτηση των παραπάνω συμβάσεων παροχής πιστώσεων, οι λογαριασμοί αυτοί εμφάνιζαν εις βάρος της ενάγουσας (πιστούχου) λανθασμένο χρεωστικό υπόλοιπο 216.858,87 ευρώ (ή 73.894.659 δραχμών) και 36.766,70 ευρώ (ή 12.528.266 δραχμών) αντίστοιχα.

Ότι κατόπιν της από 27-1-1997 αίτηση της εναγομένης εκδόθηκε σε βάρος της ενάγουσας για την οφειλή της από την πρώτη σύμβαση η 33/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και μετά από ανακοπή η 42/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, που ακύρωσε εν μέρει τη διαταγή πληρωμής για το ποσό των 2.100.000 δρχ.

ή 6.162,87 ευρώ. Ότι κατόπιν της από 8-10-1996 αίτησης της εναγομένης, εκδόθηκε σε βάρος της ενάγουσας για την οφειλή της από τη δεύτερη σύμβαση η 127/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και μετά από ανακοπή η 79/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, που απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή.

Ότι κατά των παραπάνω αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος έχουν ήδη ασκηθεί εφέσεις. Ότι μεταγενέστερα η εναγομένη : α) με το από 14-1-2005 έγγραφό της εμφανίζει ως πραγματικό υπόλοιπο οφειλής της ενάγουσας από την πρώτη σύμβαση, κατά την15-6-1995, το ποσό των 326.968,27 ευρώ και ότι έλαβε από αυτή (ενάγουσα) συνολικά ποσό 354.418,91 ευρώ με τους τόκους και β) με το από 15-1-2005 έγγραφό της εμφανίζει ως πραγματικό υπόλοιπο οφειλής από τη δεύτερη σύμβαση, κατά την 11-4-1995, το ποσό των 38.151.,14 ευρώ και ότι έλαβε από την ενάγουσα συνολικά ποσό 15.331 ευρώ με τους τόκους.

Ότι οι επίδικες απαιτήσεις της εναγομένης, για τις οποίες εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής, σύμφωνα και με τις δικές της παραδοχές, όχι μόνο έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς αλλά η έχει καταβάλει αχρεωστήτως και το ποσό των 4.630,50 ευρώ. Ζήτησε δε η ενάγουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της απαίτησης της εναγομένης εναντίον της, επικουρικώς δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 4.630,50 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Εφετείο δέχθηκε συναφώς τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και, συνεπώς, απαράδεκτη, διότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση απόσβεσης των επίδικων απαιτήσεων της εναγομένης, για τις οποίες εκδόθηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή διαταγές πληρωμής, με καταβολή, η οποία (ένσταση) συγκροτεί την ιστορική βάση της ένδικης αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται ο τρόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο έγιναν οι επίμαχες καταβολές των ποσών των 354.418,91 ευρώ και 15.331 ευρώ, στην εναγομένη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή έστω και με διάφορη αιτιολογία, σωστά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 262 παρ.1 ΚΠολΔ, και 416 ΑΚ, και γι' αυτό, αντικαθισταμένης της αιτιολογίας του από την προκείμενη (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής" Η αγωγή, με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο είναι όντως αόριστη διότι:

α) Η αναιρεσείουσα, ενώ επικαλείται έκδοση οριστικών αποφάσεων επί ανακοπών του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. που άσκησε κατά των εκδοθεισών σε βάρος της ως άνω διαταγών πληρωμής, δεν αναφέρει αν στους προβαλλόμενους από αυτή στις ανακοπές λόγους ήταν και η εξόφληση εν όλω ή εν μέρει των επίδικων ποσών. Αυτό δε έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης, διότι αν επελήφθη το δικαστήριο επί σχετικών ισχυρισμών, τότε θα πρέπει να διερευνηθεί αν και σε ποια έκταση υπάρχει ή όχι εκκρεμοδικία (δεδομένου ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν έχουν καταστεί ακόμη τελεσίδικες), ενώ αν η εξόφληση των λογαριασμών είχε λάβει χώρα πριν την έκδοση των παραπάνω διαταγών πληρωμής τότε ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορεί πλέον να προβληθεί σε μεταγενέστερη δίκη, ακόμη και αν δεν είχε προβληθεί στη δίκη επί των ανακοπών, λόγω της ύπαρξης εκκρεμοδικίας.

β) Η αναιρεσείουσα, ενώ επικαλείται καταβολές προς την αναιρεσίβλητη, δεν προσδιορίζει το ύψος των οφειλών της από τις δύο συμβάσεις κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών, αλλά περιορίζεται σε εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησης των απαιτήσεών της, εν όλω από την πρώτη σύμβαση και εν μέρει από τη δεύτερη, η οποία όμως (εξώδικη ομολογία της εναγομένης) αναφέρεται σε χρόνο πολύ προγενέστερο (15-6-1995 και 11-4-1995) του κλεισίματος των λογαριασμών, που έλαβε χώραν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή το 1996.

Συνεπώς, το δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος (κατά το νοηματικό περιεχόμενό του) στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος.

ΙV) Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ πρέπει να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 70/2013). Αν αποδίδεται στην απόφαση το σφάλμα ότι ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας αυτός πρέπει να καθορίζεται συγκεκριμένα, καθώς και που έγκειται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, με βάση πάντοτε τα περιστατικά που έγιναν δεκτά.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 288 ΑΚ, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά γεγονότα, από τα οποία προκύπτει η ανυπαρξία της οφειλής της προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται τα με ημερομηνία 14-1-2005 δύο έγγραφα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, από τα οποία συνάγεται ομολογία της τελευταίας περί απόσβεσης της απαίτησής της και τα οποία καθιστούσαν την αγωγή της ορισμένη.

Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως διότι η αναιρεσείουσα παραπονείται, όχι για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο περιστατικών που αυτή επικαλέστηκε και στηρίζουν το νόμω βάσιμο της αγωγής της (δεδομένου ότι αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη), αλλά για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών της εξόφλησης του χρέους της στοιχείων, που ερευνώνται μετά το νόμω βάσιμο της αγωγής και στο στάδιο της απόδειξης.

V) Με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί απόσβεσης της οφειλής της προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δια καταβολής των οφειλομένων χρηματικών ποσών, αλλά προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής ως αόριστης με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής των οφειλομένων ποσών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής, με την οποία η ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της απαίτησης της εναγομένης λόγω καταβολής του οφειλομένου ποσού εναντίον της και απορρίφθηκε ως αόριστος.

VI) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε και τα οποία αναφέρει στην αίτησή της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της αγωγής, ενώ στην προκειμένη περίπτωση αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 114/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ