Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds, upholding lower court's fact-finding and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the appellate court erred in interpreting contract clauses and misread newspaper advertisements regarding a car sale. The court rejected these claims, stating that the lower court correctly considered all evidence and that the appellant's complaints concerned factual assessments rather than legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(11), 559(18), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court merely evaluates evidence differently without misinterpreting the text, and that factual assessments fall outside the scope of cassation review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1881 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1881/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Α. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγούλα Παπαθανασοπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Λ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ακριτίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19372/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1316/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-7-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1619/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την αίτηση και την παρέπεμψε το Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 246/2012 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-3-2012 αίτησή του και τους από 20-3-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 12-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως ως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α' Κ.Πολ.Δ. " Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Οι ερμνηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.). καλούνται σε εφαρμογή, όταν το γράμμα της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως. Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 Α.Κ.) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 Α.Κ.).
Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διατύπωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [Α.Π. 193/2010].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, Ν. Π., ο οποίος είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία, επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, μαζί με την οικογένειά του, τον Ιούνιο του έτους 1988, προκειμένου δε να αξιοποιήσει υπέρ αυτού και των μελών της οικογενείας του τα προνόμια της ημεδαπής νομοθεσίας που ίσχυαν για τους παλιννοστούντες, σύμφωνα με τα οποία είχαν το δικαίωμα να εισάγουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, χωρίς την καταβολή δασμών, απευθύνθηκε, το καλοκαίρι του έτους 1988, στην επιχείρηση εισαγωγής αυτοκινήτων με την επωνυμία "...", όπου γνώρισε τον Γ. Μ., αντιπρόσωπο, την περίοδο εκείνη, των αυτοκινήτων εργοστασίου κατασκευής Audi και Volkswagen στο Νομό Πιερίας. Από τις συζητήσεις που είχε ο ενάγων με τον ως άνω Γ.
Μ. (μάρτυρα ανταποδείξεως) ενημερώθηκε από τον τελευταίο ότι, ο ίδιος και τα μέλη της οικογενείας του, εφόσον κατείχαν πιστοποιητικά μετοικεσίας του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη Μελβούρνη Αυστραλίας, ως πρόσωπα τα οποία μονίμως κατοικούσαν σε χώρα εκτός Ευρώπης, που αποφάσισαν να εγκατασταθούν πλέον οριστικά στην Ελλάδα, είχαν δικαίωμα, εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών από της μετοικήσεώς τους στην ημεδαπή, να αγοράσουν αυτοκίνητο χωρίς την καταβολή δασμών, υπό την προϋπόθεση η αγορά του να γίνει από κράτος μέλος της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Ε.Ο.Κ.).
εξαιρουμένης της Ελλάδος, η εισαγωγή δε και ο εκτελωνισμός του εντός του προαναφερόμενου εξαμήνου. Ο ενάγων, πείστηκε από τον προαναφερόμενο Γ. Μ. ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει όσα πιστοποιητικά μετοικεσίας κατέχει ο ίδιος και τα μέλη της οικογενείας του, προκειμένου να εισαχθούν ισάριθμα αυτοκίνητα στην Ελλάδα, χωρίς την καταβολή δασμών, τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από αυτόν και τα μέλη της οικογενείας του ή να μεταβιβαστούν σε τρίτους, που αυτός (Γ.
Μ.) θα του υποδείκνυε, αξιοποιώντας τις προνομιακές ρυθμίσεις της ημεδαπής νομοθεσίας για τους παλιννοστούντες. Στα πλαίσια της συζητήσεως αυτής ο ενάγων, μέσω του Γ. Μ., ήλθε σε επικοινωνία και γνωρίστηκε με τον εναγόμενο, ο οποίος είχε πρόθεση να αποκτήσει Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Audi, προτιθέμενος δε ο πρώτος να αξιοποιήσει την υπέρ αυτού και των μελών της οικογενείας του προνομιακή ρύθμιση της ημεδαπής νομοθεσίας για τους παλιννοστούντες, ενεργώντας αφενός μεν ατομικά για τον εαυτό του και αφετέρου ως αντιπρόσωπος των ενήλικων τέκνων του, Μ.
Π. και Σ. Π., με τη συναίνεση και έγκριση αυτών, αποφάσισε να εισάγει τρία Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα από την τότε Δυτική Γερμανία, ειδικότερα δε τα δύο εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, ένα στο όνομα και για λογαριασμό του (ενάγοντος) και ένα στο όνομα και λογαριασμό του γιου του Σ. Π., το τρίτο δε, εργοστασίου κατασκευής Audi, για λογαριασμό και στο όνομα της θυγατέρας του Μ.
Π., το οποίο συμφωνήθηκε να πωληθεί και μεταβιβαστεί στον εναγόμενο, μετά την άρση των περιορισμών μεταβίβασής του, που την εποχή εκείνη ήταν τριετία, αντί του συνολικού ποσού των 6.500.000 δραχμών. Έτσι ο ενάγων εισήγαγε στην Ελλάδα το Νοέμβριο του έτους 1988: α) το υπ' αρ. πλαισίου ... Ι.Χ.Ε. επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, τύπου Golf, στο όνομα και για λογαριασμό του, για το τίμημα του οποίου κατέβαλε ο ίδιος το ποσό των 14.043,00 γερμανικών μάρκων, που αντιστοιχούσε, με την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία μάρκου Δυτικής Γερμανίας -δραχμής (1 μάρκο Δυτικής Γερμανίας ισούταν με 82,78 δραχμές), σε 1.162.480 δραχμές, β) το υπ' αρ.
πλαισίου ... Ι.Χ.Ε. επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής επίσης Volkswagen, τύπου Golf στο όνομα και για λογαριασμό του γιου του Σ. Π., για το τίμημα του οποίου κατέβαλε ο ίδιος (ενάγων) το ποσό των 18.503,00 γερμανικών μάρκων, που αντιστοιχούσε, με την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία μάρκου Δυτικής Γερμανίας - δραχμής (1 μάρκο Δυτικής Γερμανίας ισούταν με 82,78 δραχμές), σε 1.531.678 δραχμές, και γ) το υπ' αρ.
πλαισίου ... Ι.Χ.Ε. επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Audi τύπου 80 - 18 S, στο όνομα και για λογαριασμό της θυγατέρας του Μ. Π., το τίμημα του οποίου, ύψους 31.850,00 γερμανικών μάρκων, που αντιστοιχούσε, με την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία μάρκου Δυτικής Γερμανίας - δραχμής (1 μάρκο Δυτικής Γερμανίας ισούταν με 82,78 δραχμές), σε 2.636.543 δραχμές, κατέβαλε ο εναγόμενος, ενόψει του ότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε να πωληθεί και μεταβιβαστεί σ' αυτόν, μετά την άρση περιορισμών μεταβίβασής του, η αξία του οποίου τότε στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δασμών εισαγωγής του, των δαπανών εκτελωνισμού του, καθώς και των λοιπών τελών και εξόδων που απαιτούνταν για την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του, ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 7.000.000 δραχμών, ενόψει δε του ότι τελευταίος συμφώνησε να το αγοράσει αντί του ποσού των 6.500.000 δραχμών, κατά τα προαναφερόμενα, θα είχε όφελος 500.000 δραχμών.
Μετά την εισαγωγή των ως άνω αυτοκινήτων στην Ελλάδα εκτελωνίστηκε αμέσως μόνο το υπ' αρ. πλαισίου ..., εργοστασίου κατασκευής Audi, τύπου 80 - 18 S, Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, για το οποίο δεν καταβλήθηκαν δασμοί, μετά δε τον εκτελωνισμό του εκδόθηκε από το Τμήμα Συγκοινωνιών Πιερίας η υπό στοιχεία ... άδεια κυκλοφορίας στο όνομα της θυγατέρας του ενάγοντος, Μ.
Π., στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας είχε εισαχθεί στην Ελλάδα, το παρέλαβε όμως αμέσως στην κατοχή του ο εναγόμενος, ο οποίος έκτοτε το χρησιμοποιούσε. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο εναγόμενος εξέδωσε τέσσερις (4) συναλλαγματικές, ποσού 1.000.000 δραχμών καθεμία από αυτές, δηλαδή συνολικά ποσού 4.000.000 δραχμών, χωρίς ημερομηνία λήξεως, τις οποίες αποδέχθηκε η ως άνω θυγατέρα του ενάγοντος, Μ.
Π., και τριτεγγυήθηκε την πληρωμή αυτών υπέρ της τελευταίας ο ενάγων, κατά την κατάρτιση της συμφωνίας για πώληση και μεταβίβαση του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στον εvαγόμεvo, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οπωσδήποτε θα γίνει στον τελευταίο η μεταβίβασή του, μετά την άρση των περιορισμών μεταβίβασής του.
Μετά τον εκτελωνισμό ατελώς του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής Audi, διαπιστώθηκε ότι ούτε ο ενάγων, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογενείας του είχε τη δυνατότητα να εκτελωνίσει ατελώς οποιοδήποτε αυτοκίνητο, λόγω του ότι ήδη έγινε χρήση πιστοποιητικού μετοικεσίας από την θυγατέρα του Μ.
Π. για τον εκτελωνισμό του παραπάνω αυτοκινήτου που εισήχθη στο όνομά της και παραδόθηκε κατά χρήση στον εναγόμενο, καθόσον κρίθηκε ότι η τελευταία ανήκει στην οικογένεια του ενάγοντος, με συνέπεια να μη υφίσταται πλέον δυνατότητα για εισαγωγή και άλλου αυτοκινήτου από τον τελευταίο ή κάποιο άλλο μέλος της οικογενείας του με τις προνομιακές ρυθμίσεις της ημεδαπής νομοθεσίας για τους παλιννοστούντες, δηλαδή χωρίς την καταβολή δασμών.
Προ της καταστάσεως αυτής που δημιουργήθηκε, την οποία δεν ανέμενε ο ενάγων, αποφάσισε να πωλήσει τα αυτοκίνητα που είχαν εισαχθεί στο όνομα του ιδίου και του γιου του Σ. Π., τα οποία παρέμεναν στο τελωνείο, χωρίς να έχουν εκτελωνιστεί, αφού δεν υπήρχε η δυνατότητα πλέον να εκτελωνιστούν χωρίς την καταβολή δασμών, γνωστοποίησε δε στον εναγόμενο, το Σεπτέμβριο του έτους 1989, την πρόθεσή του να ζητήσει την επιστροφή του ως άνω υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής Audi, τύπου 80 - 18 S, το οποίο εισήχθη στο όνομα της θυγατέρας του, παρέλαβε όμως και χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος, μετά τον εκτελωνισμό και την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του. Ο εναγόμενος αντέδρασε στην προαναφερθείσα πρόθεση του αντιδίκου του, καθόσον ήθελε οπωσδήποτε να μεταβιβαστεί οριστικά σ' αυτόν το παραπάνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, το οποίο ήδη χρησιμοποιούσε σχεδόν για ένα έτος και είχε εξοπλίσει με πρόσθετα αξεσουάρ, πρότεινε δε στον ενάγοντα να μεταβεί ο ίδιος (εναγόμενος) στη Γερμανία και να εισάγει παρόμοιο αυτοκίνητο στο όνομά του, το οποίο ακολούθως, μετά τον εκτελωνισμό του θα μεταβίβαζε στον αντίδικό του ή στη θυγατέρα του, Μ.
Π.. Πράγματι ο ενάγων συμφώνησε στην ως άνω πρόταση του εναγομένου, ο οποίος ακολούθως μετέβη στη Γερμανία και εισήγαγε στην Ελλάδα, στο όνομά του, το υπ' αρ. πλαισίου ..., εργοστασίου κατασκευής Audi, τύπου 80 - 18 S, Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Στις 23 Οκτωβρίου 1989 ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, αμέσως μετά τον εκτελωνισμό του ως άνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, να το μεταβιβάσει στον ενάγοντα, ο τελευταίος δε του κατέβαλε ως προκαταβολή την ίδια ημέρα (23-10-1989) το ποσό των 500.000 δραχμών. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι ο εναγόμενος ήθελε να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα με τη μεταβίβαση σ' αυτόν του ως άνω υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που από το Νοέμβριο του έτους 1988 χρησιμοποιούσε ο ίδιος, ο περιορισμός μεταβίβασής του οποίου είχε ήδη μειωθεί σε ένα έτος. Έτσι στις 23 Οκτωβρίου 1989, δηλαδή την ημέρα που ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το ως άνω Ι.Χ.Ε., που εισήγαγε από τη Γερμανία, στον ενάγοντα και εισέπραξε από τον τελευταίο ως προκαταβολή το ποσό των 500.000 δραχμών, ζήτησε να ρυθμιστεί και το ζήτημα της μεταβίβασης σ' αυτόν (εναγόμενο) του ως άνω υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... I.X.E. αυτοκινήτου, τελικά δε, στις 14 Νοεμβρίου 1989, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να μεταβιβαστεί οριστικά το ως άνω Ι.Χ.Ε. στον εναγόμενο από τη θυγατέρα του ενάγοντος, ο πρώτος να επιστρέψει στο δεύτερο τις ως άνω συναλλαγματικές, συνολικού ύψους 4.000.000 δραχμών που είχε εκδώσει και κατείχε, ως εγγύηση, ότι θα μεταβιβαστεί σ' αυτόν το ως άνω όχημα, να καταβάλει ο ίδιος, δηλαδή ο εναγόμενος το ποσό του 1.400.000 δραχμών στον αντίδικό του, ο πρώτος να μεταβιβάσει στο δεύτερο το ως άνω υπ' αρ.
πλαισίου ..., εργοστασίου κατασκευής Audi, τύπου 80-18 S Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που εισήγαγε στην Ελλάδα από τη Γερμανία τον Οκτώβριο του 1989, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε άλλου ποσού, θεωρώντας ως πλήρως εξοφλημένο το υπόλοιπο του τιμήματός του, το οποίο προσδιόρισαν στο ποσό των 2.000.000 δραχμών, ακολούθως δε η θυγατέρα του ενάγοντος, Μ.
Π., να υπογράψει στην άδεια κυκλοφορίας του ως άνω οχήματος, που είχε εκδοθεί στο όνομά της, ότι το μεταβιβάζει στον εναγόμενο και να χορηγήσει στον τελευταίο σχετική εξουσιοδότηση προς τούτο. Πράγματι η παραπάνω συμφωνία των διαδίκων υλοποιήθηκε και το ως άνω υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τελικά μεταβιβάστηκε οριστικά στον εναγόμενο, ο τελευταίος δε αφενός μεν εξέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.400.000 δραχμών, πληρωτέα από την Τράπεζα Πίστεως, εις διαταγήν του αντιδίκου του, την οποία εισέπραξε ο τελευταίος στις 28 Νοεμβρίου 1989, αφετέρου δε αποδέχθηκε ότι το τίμημα του προαναφερόμενου υπ' αρ.
πλαισίου ..., εργοστασίου κατασκευής Audi, τύπου 80-18 S Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που είχαν συμφωνήσει να καθοριστεί στο ποσό των 2.500.000 δραχμών, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εναγόμενος για την αγορά του κατέβαλε το ποσό των 23.700,00 γερμανικών μάρκων, που αντιστοιχούσε, με την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία μάρκου Δυτικής Γερμανίας - δραχμής (1 μάρκο Δυτικής Γερμανίας ισούταν με 88,23 δραχμές), σε 2.091.051 δραχμές, το υπόλοιπο δε μέχρι το ποσό των 2.500.000 δραχμών ήταν οι δαπάνες του (εναγομένου) για μετάβαση και παραμονή στη Γερμανία, προκειμένου να αγοράσει το παραπάνω αυτοκίνητο, και επιστροφή στην Ελλάδα, έχει εξοφληθεί από τον αντίδικό του, Ν.
Π., και ανήκει πλέον εξ ολοκλήρου στον τελευταίο, όπως προκύπτει από την από 23-10-1989 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 που υπέγραψε και παρέδωσε αυτός (εναγόμενος) στον αντίδικό του, το περιεχόμενο της οποίας συμπληρώθηκε από τον ίδιο (εναγόμενο) στις 14 Νοεμβρίου 1989 και η γνησιότητα της ουδόλως αμφισβητείται, περαιτέρω δε ο εναγόμενος επέστρεψε στον αντίδικό του και τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 4.000.000 δραχμών.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο εναγόμενος με τον προαναφερόμενο τρόπο ουσιαστικά εξόφλησε το τίμημα του ως άνω υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που συμφωνήθηκε να καταβάλει, προκειμένου να μεταβιβαστεί σ' αυτόν, από την θυγατέρα του ενάγοντος, στο όνομα της οποίας εισήχθη ατελώς στην Ελλάδα, το οποίο (τίμημα), όπως ήδη προαναφέρθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 6.500.000 δραχμών, λαμβανομένου υπόψη ότι:
α) είχε ήδη καταβάλει για την αγορά του το ποσό των 31.250,00 μάρκων Γερμανίας, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 2.636.543 δραχμών, όπως ήδη προαναφέρθηκε, β) είχε δανείσει στον ενάγοντα το ποσό του 1.000.000 δραχμών και ο τελευταίος του επέστρεψε, στις 14-9-1989, μόνο το ποσό των 920.000 δραχμών, το υπόλοιπο δε των 80.000 δραχμών συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με το οφειλόμενο τίμημα του ως άνω αυτοκινήτου (υπ' αρ.
κυκλοφορίας ...), γ) εξέδωσε την προαναφερόμενη τραπεζική επιταγή ποσού 1.400.000 δραχμών, την οποία εισέπραξε ο ενάγων στις 28 Νοεμβρίου 1989, δ) ποσό 2.000.000 δραχμών συμψηφίστηκε για την εξόφληση του ως άνω υπ' αρ. πλαισίου ... αυτοκινήτου, που ανέλαβε την υποχρέωση ο εναγόμενος να μεταβιβάσει στον ενάγοντα, και ε) ποσό 383.457 δραχμών υπολογίστηκε για τις λοιπές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εναγόμενος για τον εκτελωνισμό και την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του ως άνω αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (2.636.545 + 80.000 + 1.400.000 + 2.000.000 + 383.457 = 6.500.000). Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε ότι ο ενάγων αμέσως μετά την ολοκλήρωση και υλοποίηση της παραπάνω συμφωνίας διαπίστωσε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τη δαπάνη εκτελωνισμού και εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας για το ως άνω υπ' αρ.
πλαισίου ..., εργοστασίου κατασκευής Audi, αυτοκίνητο, οπότε συμφώνησε με τον εναγόμενο να ματαιωθεί η προς τον ίδιο μεταβίβασή του και να μεταβιβαστεί αυτό προς οποιονδήποτε τρίτο από τον τελευταίο (εναγόμενο), ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει στον αντίδικό του το ποσό των 2.500.000 δραχμών, χωρίς καμιά επιβάρυνση του τελευταίου, συμφωνία που αποτυπώθηκε στην προαναφερθείσα από 23-10-1989 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 του εναγομένου, η οποία καλύπτεται και από την μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του τελευταίου.
Πράγματι τον Απρίλιο του έτους 1990 ο εναγόμενος πώλησε το παραπάνω αυτοκίνητο στον Κ. Π. του Β., κάτοικο ... αντί του ποσού των 6.100.000 δραχμών, πλην όμως δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο και αποτελούσε τη συμφωνημένη, με την ως άνω νεότερη συμφωνία, παροχή του (εναγομένου), λόγω ματαιώσεως της αρχικής συμφωνίας τους, που αφορούσε τη μεταβίβαση του προαναφερόμενου υπ' αρ.
πλαισίου ... αυτοκινήτου στον ενάγοντα. Η περί αποσβέσεως, δια καταβολής, ένσταση του εναγομένου της ως άνω οφειλής του προς τον αντίδικο του, την οποία προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρει δε με την κρινόμενη έφεσή του ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον αντίδικό του, σε εξόφληση της επίδικης αξιώσεως του τελευταίου, αφενός μεν το ποσό του 1.400.000 δραχμών, με την έκδοση εις διαταγήν του της προαναφερθείσας τραπεζικής επιταγής, πληρωτέας από την Τράπεζα Πίστεως, η οποία πληρώθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1989, το υπόλοιπο δε σε μετρητά, πλην όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το ποσό της ως άνω επιταγής δεν αφορούσε την επίδικη αξίωση, αλλά την εξόφληση μέρους του τιμήματος του υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο εκτελωνίστηκε στο όνομα της Μ. Π., θυγατέρας του ενάγοντος, προκειμένου ακολούθως να μεταβιβαστεί σ' αυτόν (εναγόμενο), ενώ κανένα ποσό δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε σε μετρητά ο εναγόμενος στον ενάγοντα προς εξόφληση, έστω και μερική, της επίδικης αξιώσεως του τελευταίου.
Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται αφενός μεν από το γεγονός ότι με πρωτοβουλία και δαπάνες του ενάγοντος δημοσιεύθηκαν αγγελίες στον τοπικό τύπο, στις 25-11-1989, 16-12-1989, 23-12-1989, 6-1-1990, 11-3-1990 και 28-4-1990, για την πώληση του ως άνω αυτοκινήτου (υπ' αρ. πλαισίου ..., εργοστασίου κατασκευής Audi, τύπου 80-18) από τον εναγόμενο προς οποιονδήποτε τρίτο, προσδοκώντας ευλόγως ότι από την πώληση του ο αντίδικός του θα του καταβάλει το ως άνω ποσό των 2.500.000 δραχμών, όπως είχαν συμφωνήσει, μετά τη ματαίωση της μεταβιβάσεώς του σ' αυτόν (ενάγοντα), για το λόγο που προαναφέρθηκε, ενώ αν είχε ήδη εισπράξει το ποσό αυτό, όπως διατείνεται ο εναγόμενος, κανένα λόγο δεν θα είχε να αναλάβει την ως άνω πρωτοβουλία και να υποβληθεί στη δαπάνη αυτής, αφετέρου δε από το ότι ο εναγόμενος, μολονότι, όπως ο ίδιος αβασίμως ισχυρίζεται, εξόφλησε την ως άνω οφειλή του, δεν φρόντισε είτε να ζητήσει να του επιστραφεί η προαναφερόμενη από 23-10-1989 υπεύθυνη δήλωσή του, που παρέδωσε στον αντίδικό του, είτε να αξιώσει από τον τελευταίο την παράδοση εγγράφου που να αποδεικνύει την απόσβεση της παραπάνω οφειλής του, ενέργειες στις οποίες προφανώς θα προέβαινε, οι οποίες καμιά δυσκολία δεν εμφάνιζαν γι' αυτόν.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις προαναφερόμενες σκέψεις, η ένδικη από 18-5-2000 υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 18985/22-5-2000 αγωγή του εφεσίβλητου - ενάγοντος, η οποία κρίθηκε ως αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ως εκ τούτου δε υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ισόποσο των 2.500.000 δραχμών σε ευρώ...".
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες.
Επί πλέον, από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι στην βούληση των μερών, αλλά και στην δήλωση αυτών και ειδικότερα στην από 23-10-1989 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος δεν υπάρχουν κενά και δεν γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεών των, ως εκ τούτου δε, το Εφετείο ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, ως και ο δεύτερος, ως προς το δεύτερο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 461 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει, ότι "Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας" προκύπτει, ότι, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, αλλά το αδίκημα δεν παρεγράφη, μπορεί αυτή να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. 'Όταν όμως η πλαστογραφία έχει παραγραφεί, τότε η περί αυτής πρόταση πρέπει να γίνει, επί ποινής απαραδέκτου, κατά την συζήτηση κατά την οποίαν προσήχθη το έγγραφο, ακόμη και κατά την δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527, 269 Κ.Πολ.Δ.
Τούτο συμβαίνει, επειδή η πρόταση αυτή αποτελεί μήνυση για πλαστογραφία, η οποία όμως, λόγω της παραγραφής, κατέστη ανέγκλητη και έτσι εξέλιπαν οι ποινικές συνέπειες, οι οποίες ενδιαφέρουν την δημοσία τάξη και επέβαλαν την εν λόγω ρύθμιση (Α.Π. 979/2010, Α.Π. 406/1993, Α.Π. 1266/1980). 'Αν όμως στις ως άνω περιπτώσεις προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο διάδικος εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο και ότι συνεπώς διαπράττει το αυτοτελές έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου (άρθρο 216 παρ. 2 Π.Κ.), ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται για την περίπτωση αποδόσεως της πλαστογραφίας σε ορισμένο πρόσωπο.
Επειδή δε το άρθρο 524 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. ορίζει, ότι "εφόσον η δίκη στον πρώτο βαθμό διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων, η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως την δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά την συζήτηση", κατά λογική ακολουθία έπεται, ότι ο περί πλαστότητος και ο περί της χρήσεως πλαστού εγγράφου ισχυρισμός θα προταθούν με την προσθήκη των προτάσεων, εκτός εάν στην περίπτωση του περί πλαστότητος ισχυρισμού το σχετικό έγγραφο είχε προσκομισθεί και σε προηγούμενη συζήτηση.
Μέσα δε στα ίδια χρονικά περιθώρια, της καταθέσεως δηλαδή της προσθήκης των προτάσεων, δικαιούται και ο καθ' ου η ένσταση να αμυνθεί κατ' αυτής, σύμφωνα με τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις, αλλά και τις διατάξεις α1) των άρθρων 110 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 4 του Συντάγματος, οι οποίες καθιερώνουν την ισότητα των διαδίκων ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και β1) του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
περί δίκαιης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα υπάρχοντα στην δικογραφία δικόγραφα και λοιπά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Επί αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εξεδόθη η υπ' αριθ. 19372/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, ακολούθως δε, επί εφέσεως του εναγομένου, η οποία συζητήθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2003, εξεδόθη η υπ' αριθ. 1316/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατόπιν τούτου, ο εναγόμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της προηγουμένης αποφάσεως και εξεδόθη η υπ' αριθ. 1619/27-6-2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε την αίτηση και ανήρεσε την προσβληθείσα απόφαση κατά παραδοχήν του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ο 'Αρειος Πάγος ανήρεσε την προσβληθείσα απόφαση, επειδή υπήρχαν αμφιβολίες για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα δύο έγγραφα, εκ των οποίων το ένα είναι η υπεύθυνη δήλωση της θυγατρός του ενάγοντος Μ.
Π. Στην εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, η οποία προσκομίσθηκε στον 'Αρειο Πάγο, περιέχονται μεταξύ των άλλων και τα εξής: "... Σήμερα 22/11/89 το αυτοκίνητο έχει εξοφληθεί εις το ποσόν των 2.000.000 εκατομμυρίων (Δύο εκατομμυρίων). …22/11/1989". 'Όταν επανήλθε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Θεσ/νίκης, συζητήθηκε την 30ή Σεπτεμβρίου 2011, ημέρα Παρασκευή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο και ο αναιρεσίβλητος και τότε εφεσίβλητος κατέθεσε τις προτάσεις του επί της έδρας, όπως προκύπτει από την σχετική επ' αυτών σημείωση της Γραμματέως.
Επί πλέον, ο ίδιος κατέθεσε και προσθήκη των προτάσεων, όπως προκύπτει επίσης από σχετική επ' αυτής σημείωση της Γραμματέως, την 6ην Οκτωβρίου 2011 και ώρα 11.45. Κατ' αρχήν, η κατάθεση της προσθήκης είναι εμπρόθεσμη και έγινε την τρίτη εργάσιμη ημέρα, δεδομένου ότι οι προηγηθείσες 1 και 2 Οκτωβρίου 2011 ήσαν αντιστοίχως Σάββατο και Κυριακή, η δε 3 Οκτωβρίου 2011, ημέρα Δευτέρα, ήτο αργία (εορτή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου).
Με την προσθήκη του ο εφεσίβλητος-αναιρεσίβλητος προέβαλε και την ένσταση της χρήσεως πλαστού εγγράφου εκ μέρους του αντιδίκου του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισθείς ειδικότερα τα εξής: "Στη συνέχεια σε άγνωστο χρόνο, εν αγνοία βεβαίως της θυγατέρας μου Μ. Π. και χωρίς τη συναίνεσή της, προστέθηκε στο ανωτέρω κείμενο η φράση : "(χωρίς παρακράτηση).
Σήμερα 22/11/89 το αυτοκίνητο έχει εξοφληθεί εις το ποσόν των 2000000 εκατομμυρίων (Δύο εκατομμυρίων)", ενώ το αναγραφόμενο αριθμητικώς ποσό των "2000000", είναι καταφανώς αλλοιωμένο και κατά το ψηφίο "2" αντί του αρχικώς αναγραφομένου στην ως άνω προσθήκη του κειμένου ψηφίου "7". Ομοίως έχει νοθευθεί - αλλοιωθεί η ημερομηνία της δηλώσεως από "23/10/1989" σε "22/10/1989", στη συνέχεια δε αλλοιώθηκε και πάλι ο αριθμός του μήνα από "10" σε "11".
Κατονομάζω ως πλαστογράφο τον ίδιο τον αντίδικο Λ. Α., ο οποίος παράλληλα στα πλαίσια της παρούσης δίκης κάνει ενώπιον του Δικαστηρίου Σας χρήση του πλαστού εγγράφου. Προς απόδειξη της πλαστογραφίας - νοθεύσεως της ως άνω δηλώσεως προσκομίζω και επικαλούμαι την από 05.10.2011 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου -δικηγόρου κ.
Π. Τ. (ΣΧΕΤ. 34), την οποία συνέταξε κατ' εντολή μου κατόπιν εξετάσεως του πρωτοτύπου εγγράφου, το οποίο προσκόμισε ο αντίδικος με τις προτάσεις του, ευρίσκεται στον φάκελο της σχετικής δικογραφίας και ως εκ τούτου κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο.
Συνεπώς για τους ανωτέρω λόγους το ως άνω κατ' επανάληψη και σε διαφορετικούς χρόνους πλαστογραφημένο - νοθευμένο, κυριολεκτικώς δε κακοποιημένο έγγραφο δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αποδεικτικό μέσο ούτε για τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, στερείται παντελώς οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας περί δήθεν εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησής μου διά συμψηφισμού.
Αντιθέτως, από το έγγραφο αυτό, αποδεικνύεται ότι ο αντίδικος δολίως το πλαστογράφησε νοθεύοντας το αρχικό κείμενο και αλλοιώνοντάς το και μάλιστα κατ' επανάληψη και σε διαφορετικούς χρόνους αναλόγως του σκοπού, τον οποίο εκάστοτε ήθελε να εξυπηρετήσει....". Κατ' αρχάς, εφόσον από την προηγηθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η πρώτη απόφαση του Εφετείου, επειδή το δικαστήριο αυτό δεν έλαβε υπόψη την με επίκληση υποβληθείσα υπεύθυνη δήλωση, εξ αυτού έπεται, ότι η επικαλουμένη πλαστογραφία του εγγράφου αυτού είχε γίνει προ της συζητήσεως της υποθέσεως στο δικαστήριο εκείνο, ήτοι προ της 28ης Φεβρουαρίου 2003. 'Εκτοτε και μέχρι της εκ νέου, κατά παραπομπήν από τον 'Αρειο Πάγο, συζητήσεως της υποθέσεως στο Εφετείο (30 Σεπτεμβρίου 2011) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών και το αδίκημα της πλαστογραφίας και αν είχε τελεσθεί, είχε υποπέσει σε παραγραφή. 'Όμως δεν υπέπεσε σε παραγραφή το αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου, αφού αυτό ετελέσθη, κατά τον ισχυρισμό του ενισταμένου, ενώπιον του Εφετείου κατά τον χρόνον της συζητήσεως της υποθέσεως για δεύτερη φορά.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, δέχθηκε ως παραδεκτώς προβληθείσα την ένσταση και ακολούθως δέχθηκε αυτήν και κατ' ουσίαν, με αποτέλεσμα να μη λάβει υπόψη την υπεύθυνη δήλωση, την οποία εχαρακτήρισε πλαστή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αλλά ούτε και του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, καθόσον δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως και οι τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι, είναι αβάσιμοι. Με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η ρύθμιση της οποίας είναι εναρμονισμένη προς εκείνην του άρθρου 580 του ιδίου Κώδικος, ορίζεται, ότι λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του δικαστηρίου παραπομπής, με τον οποίο πλήττεται η απόφασή του κατά το μέρος κατά το οποίο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 580 παρ. 5 εδ.
τελευταίο Κ.Πολ.Δ., αυτή συμμορφώθηκε προς την αναιρετική, ως προς τα νομικά ζητήματα, είναι απαράδεκτος, γιατί το ουσιαστικό δικαστήριο της παραπομπής υποχρεούται σε συμμόρφωση, κατά τα άνω και δεν έχει το δικαίωμα διαφωνίας, για την ίδια διαφορά, με το αναιρετικό δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1619/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο αυτό, αφού δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι πρόκειται για αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ανήρεσε την υπ' αριθ. 1316/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης με την οποία το αγωγικό αίτημα είχε κριθεί νομικώς βάσιμο ως ερειδόμενο "στις διατάξεις των άρθρων 904, 912 παρ. 2, 361 ΑΚ" παρέπεμψε δε την παρούσα υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, επειδή το τελευταίο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, το Εφετείο, μετά από την αναίρεση της ως άνω αποφάσεώς του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. επειδή, συμμορφωθέν προς την αναιρετική απόφαση ως προς το νομικό μέρος της υποθέσεως, εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904, 912 Α.Κ. και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αρκεί δε προς τούτο και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την εκτίμηση ή μη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση". 'Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια, τα οποία ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα τα οποία έλυσαν, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως γεννάται μόνον αν σε νομικό ζήτημα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, στο οποίο ο 'Αρειος Πάγος με την αναιρετική και παραπεμπτική απόφασή του έδωσε ορισμένη λύση, το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε διαφορετική λύση (Α.Π. 661/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, με την υπ' αριθ. 1619/2007 απόφασή του, ανήρεσε την πρώτη, υπ' αριθ. 1316/2003, απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης κατά παραδοχήν του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., επειδή υπήρχαν αμφιβολίες για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα δύο έγγραφα.
Από αυτά τα έγγραφα, το ένα αφορά την υπεύθυνη δήλωση της θυγατρός του ενάγοντος Μ. Π., για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω. Το άλλο έγγραφο είναι η από 23-9-1993 αγωγή της ιδίας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Λ. Α. και του μη όντας διαδίκου στην ερευνωμένη υπόθεση Γ. Μ. Με την αγωγή αυτήν, η οποία όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 13847/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης απερρίφθη ως "παντελώς αόριστη, ακατάληπτη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως", η τότε ενάγουσα ζητούσε και αυτή την καταβολή 2.500.000 δρχ.
επικαλούμενη μεταξύ των άλλων και τα εξής: "... Τελικώς συνεφωνήθη μετά του πατρός μου να πωληθεί το καινούργιο αυτοκίνητο AUDI τύπου 80 το οποίον ως ελέχθη έφερε από την Γερμανία ο Λ.Α. δια λογαριασμόν μου και να πληρώσει εις εμέ το ποσό των 2.500.000 δρχ. το οποίο εγώ είχα καταβάλει δια την αγορά του πρώτου παλαιού αυτοκινήτου το οποίο ευρίσκετο από του μηνός Νοεμβρίου 1988 εις χείρας του Λ.Α....". 'Ηδη το Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφασή του, μεταξύ των άλλων, διέλαβε, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω και τα εξής: "...
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο εναγόμενος με τον προαναφερόμενο τρόπο ουσιαστικά εξόφλησε το τίμημα του ως άνω υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που συμφωνήθηκε να καταβάλει, προκειμένου να μεταβιβαστεί σ' αυτόν, από την θυγατέρα του ενάγοντος, στο όνομα της οποίας εισήχθη ατελώς στην Ελλάδα, το οποίο (τίμημα), όπως ήδη προαναφέρθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 6.500.000 δραχμών, λαμβανομένου υπόψη ότι:
α) είχε ήδη καταβάλει για την αγορά του το ποσό των 31.250,00 μάρκων Γερμανίας, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 2.636.543 δραχμών, όπως ήδη προαναφέρθηκε, β) είχε δανείσει στον ενάγοντα το ποσό του 1.000.000 δραχμών και ο τελευταίος του επέστρεψε, στις 14-9-1989, μόνο το ποσό των 920.000 δραχμών, το υπόλοιπο δε των 80.000 δραχμών συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με το οφειλόμενο τίμημα του ως άνω αυτοκινήτου (υπ' αρ.
κυκλοφορίας ...), γ) εξέδωσε την προαναφερόμενη τραπεζική επιταγή ποσού 1.400.000 δραχμών, την οποία εισέπραξε ο ενάγων στις 28 Νοεμβρίου 1989, δ) ποσό 2.000.000 δραχμών συμψηφίστηκε για την εξόφληση του ως άνω υπ' αρ. πλαισίου ... αυτοκινήτου, που ανέλαβε την υποχρέωση ο εναγόμενος να μεταβιβάσει στον ενάγοντα, και ε) ποσό 383.457 δραχμών υπολογίστηκε για τις λοιπές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εναγόμενος για τον εκτελωνισμό και την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του ως άνω αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (2.636.545 + 80.000 + 1.400.000 + 2.000.000 + 383.457=6.500.000) ...Η περί αποσβέσεως, δια καταβολής, ένσταση του εναγομένου της ως άνω οφειλής του προς τον αντίδικό του, την οποία προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρει δε με την κρινόμενη έφεσή του ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον αντίδικό του, σε εξόφληση της επίδικης αξιώσεως του τελευταίου, αφενός μεν το ποσό του 1.400.000 δραχμών, με την έκδοση εις διαταγήν του της προαναφερθείσας τραπεζικής επιταγής, πληρωτέας από την Τράπεζα Πίστεως, η οποία πληρώθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1989, το υπόλοιπο δε σε μετρητά, πλην όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το ποσό της ως άνω επιταγής δεν αφορούσε την επίδικη αξίωση, αλλά την εξόφληση μέρους του τιμήματος του υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο εκτελωνίστηκε στο όνομα της Μ. Π., θυγατέρας του ενάγοντος, προκειμένου ακολούθως να μεταβιβαστεί σ' αυτόν (εναγόμενο), ενώ κανένα ποσό δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε σε μετρητά ο εναγόμενος στον ενάγοντα προς εξόφληση, έστω και μερική, της επίδικης αξιώσεως του τελευταίου ....".
Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, καίτοι δεν μνημονεύεται ειδικώς η ως άνω αγωγή της Μ. Π., θυγατρός του ενάγοντος, εν τούτοις δεν υφίσταται καμμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο την έλαβε υπόψη, το γεγονός δε, ότι στην απόφασή του δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του αποδεικτικού αυτού μέσου, δεν στοιχειοθετεί λόγον αναιρέσεως (Α.Π. 1135/2010).
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 και 18 Κ.Πολ.Δ., καθόσον έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος [ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π.483/2011].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των έξι αποδείξεων της εφημερίδας " …", με το να δεχθεί ότι αυτές αφορούσαν αγγελίες για την πώληση του δευτέρου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μάρκας "AUDI", το οποίο εισήγαγε στην Ελλάδα ο αναιρεσείων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, επειδή όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και από την επισκόπηση των ως άνω εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2012 αίτηση του Λ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 246/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ