Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to declare inadmissible a claim lacking legal interest due to statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a claim for fraudulent conveyance. The appellant argued the claim was inadmissible, but the Court found the lower court erred by failing to declare it inadmissible due to the expiration of the limitation period. Consequently, the Court held that the lack of legal interest constituted a substantive error under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure, mandating the case be remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appellate court's failure to declare a claim inadmissible due to the expiration of the limitation period constitutes a substantive error under Article 559(1) rather than Article 559(14), requiring the case to be remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1881 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1881/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1)... και 2)... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αρτέμιο Νικολακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου : .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Καδή-Παπαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4821/1993 μη οριστική, 7987/1994 συμπληρωματική της προηγούμενης αποφάσεως, 6832/1995 με την οποία χορήγησε νέα προθεσμία αποδείξεων, 7151/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2217/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Μαϊου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 8 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως και την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,941,942 και 943 του Α.Κ. προκύπτει ότι,προυποθέσεις της αγωγής διαρρήξεως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι 1)ύπαρξη απαιτήσεως (αξιώσεως) κατά του οφειλέτη γεννημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, 2)απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη,3)σκοπός βλάβης των δανειστών, 4)βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη τέτοια, ώστε η περιουσία που υπολείπεται να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών και 5)γνώση του τρίτου, προς τον οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προυποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Α.Π. 879/2004).Περαιτέρω, κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος της συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δε κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αγωγή ή αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίπτεται (Α.Π. 1084/1990,Α.Π. 13/1987).Στην προκείμενη περίπτωση, στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εκθέτει ότι έχει απαίτηση κατά του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) ύψους 12.652.000 δραχμών, για την εξασφάλιση πληρωμής της οποίας αποδέχθηκε αυτός (πρώτος εναγόμενος) τις σ΄ αυτή αναφερόμενες 14 συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 12.652.000 δραχμών και λήξεως από 14-12-1989 έως 17-3-1990.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού (ενάγοντος), μεταβίβασε, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, με τα αναφερόμενα στην αγωγή δυο συμβόλαια, νομίμως μεταγραφέντα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, τα μοναδικά δυο ακίνητά του στο δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) γυιό του και έτσι, στερούμενος άλλης περιουσίας, κατέστη πλήρως αφερέγγυος και τον έβλαψε, αφού δεν έχει πλέον περιουσία για την ικανοποίηση της άνω απαιτήσεώς του.
Ζητεί δε με την αγωγή αυτή, κατ' ακολουθίαν τούτων, να διαρρηχθούν (ακυρωθούν) οι με τα άνω συμβόλαια γενόμενες καταδολιευτικές δικαιοπραξίες. Οι εναγόμενοι, όπως από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, πρότειναν πρωτοδίκως και κατ' έφεση (με λόγο εφέσεως) ότι από την ως άνω λήξη των ανωτέρω συναλλαγματικών μέχρι τη συζήτηση (2-4-1998) μετά την οποία εκδόθηκε η εκκληθείσα 7151/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας του άρθρου 70 του Ν. 5325/1932 και γι' αυτό, αποσβεσθεισών των εκ των συναλλαγματικών αυτών απαιτήσεων του ενάγοντος λόγω παραγραφής, εξέλιπε το έννομο συμφέρον για την αιτηθείσα με την αγωγή δικαστική προστασία και για το λόγο αυτό επιβαλλόταν η απόρριψη της αγωγής αυτής.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ότι τα άνω υποστηριχθέντα από τους εκκαλούντες ότι δηλαδή εξέλιπε το έννομο συμφέρον του ενάγοντος λόγω παραγραφής των άνω εκ συναλλαγματικών απαιτήσεων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Όπως από την επισκόπηση της άνω αγωγής (με την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ι.
Ζήση) προκύπτει, αυτή ασκήθηκε προ της συμπληρώσεως τριετίας από τη λήξη των άνω συναλλαγματικών, ήτοι στις 8-4-1992 (κατατέθηκε αρμοδίως στις 26-3-1992 και επιδόθηκε στους εναγομένους - αναιρεσείοντες στις 8-4-1992). Η έγερση της άνω αγωγής διαρρήξεως των ανωτέρω καταδολιευτικών δικαιοπραξιών για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος από τις άνω συναλλαγματικές, μπορούσε να επιφέρει, κατ' άρθρο 261 του Α.Κ., διακοπή της παραγραφής των τελευταίων απαιτήσεων, εφόσον προτεινόταν κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), πράγμα που δεν έγινε.
Επομένως, η άνω εκ του άρθρου 70 του Ν. 5325/1932 παραγραφή της εκ των συναλλαγματικών αυτών απαιτήσεων συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή και συμπληρώθηκε μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη των συναλλαγματικών, ήτοι από 14-12-1992 έως 17-3-1993. παραγραφείσης της άνω απαιτήσεως κατέστη αυτή μη εναγώγιμη, δηλαδή μη προστατευόμενη δι' αγωγής (ατελής ή φυσική ενοχή).
Εφόσον παρεγράφη η άνω εκ συναλλαγματικών αξίωση του ενάγοντος, για την ικανοποίηση της οποίας άσκησε αυτός την ανωτέρω καταδολιευτική αγωγή, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί αυτή (αξίωση), εξέλιπε, από της ως άνω παραγραφής και εντεύθεν, ήτοι πριν από τη συζήτηση (2-4-1998) μετά την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, για την αιτηθείσα με την αγωγή αυτή έννομη (δικαστική) προστασία και για το λόγο αυτό (δηλαδή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος) έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή, το Εφετείο δε που δέχθηκε ότι υφίσταται το άνω έννομο συμφέρον του ενάγοντος, με την κρίση του αυτή υπέπεσε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ο μοναδικός της αναιρέσεως λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, που, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή διότι εξέλιπε το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για ένδικη προστασία, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, εκτιμώμενος ως τοιούτος (λόγος) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ.
είναι βάσιμος. Τα προβαλλόμενα από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ότι η απαίτησή του στηρίζεται στην αφηρημένη υπόσχεση χρέους, υποκείμενη σε εικοσαετή παραγραφή, μη συμπληρωθείσα, εντεύθεν δε υφίσταται και είναι ενεργό το έννομο συμφέρον του, είναι απορριπτέα, διότι στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι οι άνω συναλλαγματικές (λόγω ελλείψεών τους ή μη νόμιμης χαρτοσήμανσής τους) είναι άκυρες, ισχύουσες κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ώστε η σχετική απαίτηση του ενάγοντος να υπόκειται στην (μη συμπληρωθείσα) εικοσαετή παραγραφή (Ολομ.
ΑΠ 2088/1986). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2217/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ