Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly examined all substantive claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the insurance contract dispute. The appellant argued the appellate court failed to examine a specific supplementary claim regarding investment advice, but the court found this claim had already been substantively reviewed and rejected as unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on multiple grounds without the lower court having examined at least one of them substantively, and any ground claiming a specific error in the examination of a claim that was already reviewed is unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1880 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1880/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "CNP ΖΩΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "CNP ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Παρασκευόπουλο και Πελαγία Λεοντιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 14/11/2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1253/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2458/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/11/2021 αίτησή του και τους από 22/2/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2458/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 1253/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου σε βάρος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να του καταβληθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της τραπεζικής εταιρίας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ενεργούσε ως συνδεδεμένη ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης για την προώθηση, παρουσίαση και σύναψη συμβάσεων ασφάλισης ζωής και υποπροστηθέντος υπαλλήλου της τελευταίας, την οποία (αδικοπρακτική συμπεριφορά) ο άνω υπάλληλος επέδειξε κατά την παρουσίαση και σύναψη της επίμαχης σύμβασης και επικουρικά λόγω αθέτησης της σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών και υπηρεσιών.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-2-2024, και στη συνέχεια επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 5-3-2024, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/ 2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/ 2019).
Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν.3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.
β`), "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β`) και "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.
Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").
Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2257/ 2014).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του ΝΔ 400/1970, όπως αυτό τροποποιήθηκε υπό την ώθηση της κοινοτικής νομοθεσίας με βάση το ΠΔ 252/1996, το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (καταργήθηκε με το άρθρο 278 παρ. 1 Ν. 4364/2016, στο οποίο και κωδικοποιήθηκε, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016), προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες δύνανται να ασκούν εν μέρει τραπεζικές-επενδυτικές εργασίες στα πλαίσια των ασφαλίσεων ζωής, καθώς μπορούν να σχηματίζουν "εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια", στα οποία οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν αποκτώντας "μονάδες" (Unit Liked).
Τα κεφάλαια αυτά συγκροτούμενα από κινητές αξίες, προθεσμιακές καταθέσεις, συνιστούν αυτοτελή, λογιστικά απλώς σύνολα στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς αυτονομία. Ειδικότερα, δυνάμει του ΝΔ 400/1970 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Ν 2076/1992, ως ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/ 2007, ο οποίος εν συνεχεία καταργήθηκε με το άρθρο 166 παρ. 1 του Ν. 4261/2014 (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 107/Α/ 5-5-2014) και κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 4364/ 2016, ως ισχύει από 1-1-2016, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να προβαίνουν σε άσκηση εργασιών παροχής εγγυήσεων στον κλάδο των ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρο 13 παρ.
ΙΑ περ. 15 του Ν. 4261/2014) και εργασιών, που εκτελούνται άμεσα ή έμμεσα στα πλαίσια ασφαλίσεων ζωής, για να εξασφαλίζονται παροχές στον ασφαλισμένο συνδεδεμένες με τις επενδύσεις αυτές, για να εξυπηρετούνται εργασίες κεφαλαιοποίησης και ομαδικά προγράμματα πρόνοιας και για να υλοποιείται η αναλαμβανόμενη διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων, κεφαλαίων (άρθρο 13 ΝΔ 400/1970, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερόμενα).
Ειδικά, όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής, που συνδέονται με επενδύσεις, το άρθρο 13 Γ του ΝΔ 400/1970 προβαίνει σε μία διττή διάκριση. Διακρίνει, δηλαδή, μεταξύ των επενδύσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδύσεων σε κινητές αξίες, ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που στο σύνολο τους συγκροτούν το λεγόμενο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Αυτές οι δύο διακεκριμένες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ασφαλιστική και τραπεζική ορολογία και πρακτική ως προγράμματα ή προϊόντα ή ασφαλιστήρια ή ασφαλίσεις ζωής τύπου "UnitLiked". Χαρακτηριστικό τους είναι η εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης επένδυση των καταβαλλόμενων από τον ασφαλισμένο ασφαλίστρων, είτε σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε σχηματιζόμενα, κατά τα ανωτέρω, από την ίδια "ιδιαίτερα", αυτοτελή περιουσιακά σύνολα.
Ο ασφαλισμένος, δηλαδή, αποκτά συνήθως σταδιακά με την καταβολή των ασφαλίστρων λογιστικές μονάδες (unit), των οποίων η αξία προσδιορίζεται εκάστοτε από την αξία των αντίστοιχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή την αξία των μονάδων (μεριδίων), στα οποία είναι διηρημένο το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, με τα οποία κεφάλαια-αμοιβαία ή μεταβλητά - είναι συνδεδεμένες (Linked) ως προς την οικονομική τους απόδοση, οι αποκτώμενες μονάδες.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 Δ (xii) και 13 Γγ παρ. Α (ια) και (ιδ) περ. ii του ΝΔ 400/ 1970, το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" συγκροτείται από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, προσδιοριζόμενα με τρόπο ορισμένο και "ειδικό κανονισμό λειτουργίας". Συνιστά κατά κανόνα αδιάσπαστο τμήμα της εταιρικής περιουσίας, διακρινόμενο απλώς λογιστικά, τεχνικά από την λοιπή περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Χαρακτηρίζεται, όμως, τόσο από την ιδιαιτερότητα του τρόπου σύστασής του, της επένδυσης των καταβαλλόμενων ασφαλίστρων και του σκοπού που εξυπηρετεί, των παροχών ασφάλισης ζωής, όσο και από την ιδιαιτερότητα του τρόπου λειτουργίας του, αφού, υποκείμενο σε διαχειριστικούς επενδυτικούς κανόνες, είναι εξ ορισμού, κατά τα στοιχεία που το συγκροτούν, συνεχώς μεταβαλλόμενο ("μεταβλητό").
Ο σκοπός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου εγκείμενος σε μεγιστοποίηση της απόδοσής του, υποχρεώνει συνήθως την ασφαλιστική επιχείρηση σε "διαχείριση" των μετοχικών δικαιωμάτων που αποκτά στα πλαίσια του, με εντελώς διαφοροποιημένη κατεύθυνση από εκείνη ενός "σταθερού" μετόχου, επειδή αυτή αποβλέπει πρωτίστως στη βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση κερδοφόρων ευκαιριών της χρηματιστηριακής αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλίσεις αυτές εμπεριέχουν υψηλό ποσοστό κινδύνου για τους ασφαλισμένους, γι` αυτό ο νόμος θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τις ασκούν και κανόνες διαφάνειας προς προστασία των ασφαλισμένων.
Εξάλλου, με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, θεσπίστηκαν κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος.
Οι διατάξεις της Οδηγίας 2002/92 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 190/2006, στο άρθρο 2 του οποίου δίδονται ορισμοί των εννοιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και του συνδεδεμένου αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο άρθρο 3 προβλέπεται η εγγραφή σε ειδικό μητρώο των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν πράξεις ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, στο άρθρο 4 οι απαιτούμενες κατά μορφή ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος, ασφαλιστικός πράκτορας, μεσίτης ασφαλίσεων) προϋποθέσεις εγγραφής στο οικείο μητρώο, ενώ στα άρθρα 11 και 12 οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι διαμεσολαβητές.
Ειδικότερα στο άρθρο 11 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ΠΔ 190/2006 ορίζεται ότι "1. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πριν τη σύναψη της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης και, αν είναι αναγκαίο, σε περίπτωση τροποποίησης ή ανανέωσης αυτής, παρέχει στον πελάτη τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες: α) την ταυτότητα και διεύθυνσή του, β) το μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και τα μέσα για την εξακρίβωση της εγγραφής του, γ) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του σε συγκεκριμένη ασφαλιστική επιχείρηση, όταν η συμμετοχή του υπερβαίνει το 10% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου αυτής, δ) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή μητρικής επιχείρησης συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης που υπερβαίνει το 10% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ε) τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και σε κάθε ενδιαφερόμενο, να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και, ενδεχομένως, για τις διαδικασίες εξώδικης επίλυσης των διαφορών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.
Για την προτεινόμενη σύμβαση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενημερώνει επιπλέον τον πελάτη για το κατά πόσον: α) παρέχει συμβουλές βάσει της υποχρέωσης της παραγράφου 2 να παρέχει αμερόληπτη ανάλυση, ή β) έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
Στην περίπτωση αυτή, μετά από σχετικό αίτημα του πελάτη, ενημερώνει αυτόν για τις επωνυμίες των συγκεκριμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή γ) δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ούτε παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, μετά από σχετικό αίτημα του πελάτη, οφείλει να ενημερώσει αυτόν για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες μπορεί να ασκεί και πράγματι ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται ότι μία συγκεκριμένη πληροφορία παρέχεται μόνο μετά από αίτημα του πελάτη, ο πελάτης ενημερώνεται σχετικά με το δικαίωμά του να ζητεί την πληροφορία αυτή (παράγραφος 1). 2.
Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής παρέχει συμβουλές στον πελάτη βάσει αμερόληπτης ανάλυσης και τον πληροφορεί σχετικά, οφείλει να τις παρέχει με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε αυτός να είναι σε θέση να προτείνει, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, την ασφαλιστική σύμβαση που θα ανταποκρίνεται πληρέστερα στις ανάγκες του πελάτη (παράγραφος 2). 3.
Πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής πρέπει, τουλάχιστον, βάσει ιδίως των πληροφοριών τις οποίες παρέσχε ο πελάτης, να διευκρινίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του, καθώς και τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι συμβουλές που δίδονται σε αυτόν, σχετικά με συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν.
Οι διευκρινίσεις αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με το σύνθετο χαρακτήρα της προτεινόμενης ασφαλιστικής σύμβασης (παράγραφος 3). 4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής διαμεσολαβεί στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων και στην περίπτωση αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης (παράγραφος 4).".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 7 του ΠΔ 190/2006 ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά το οποίο δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μία από αυτές.
Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα, ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει εκ του νόμου πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρίας, υπό την πλήρη ευθύνη της οποίας ενεργεί ως προστηθείς αυτής (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1111/ 2020). Τέλος, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/ 2011).
Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 974/2018).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004).
Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/ 2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/ 2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του και τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης και τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 330, 914 ΑΚ, 8 παρ. 1 του Ν. 2251/1994 και άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 190/2006, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, διά του προστηθέντος υπαλλήλου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ενεργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής στο όνομα και για λογαριασμό αυτής και υποπροστηθέντος υπαλλήλου της ιδίας (αναιρεσίβλητης), κατά την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών και κατά τη σύναψη με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα του επίδικου ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής, που συνδέεται με επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο έφερε την ονομασία "MARFIN ΕΙΣΟΔΗΜΑ-US08", δεν παρέβη στο πλαίσιο της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι του τελευταίου, και ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του άνω προστηθέντος υπαλλήλου και της ζημίας του αναιρεσείοντα, η οποία οφείλεται αποκλειστικά σε εξωτερικό παράγοντα και συγκεκριμένα στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου κυπριακής τράπεζας "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (στο οποίο ομόλογο τοποθετήθηκε το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του άνω επενδυτικού προγράμματος), να ανταποκριθεί στην πληρωμή του, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία το χρονικό διάστημα 2012-2013, ήτοι σε γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο που δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την αναιρεσίβλητη με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενταύθα εδρεύουσα εναγομένη εταιρεία είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία συστάθηκε στις 14-02-2002, με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με ΑΡΜΑΕ ...
και πλέον ΓΕΜΗ ..., με σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και αντασφαλίσεων στις ασφαλίσεις ζωής και την εκχώρησή τους, καθώς και την αντιπροσώπευση αλλοδαπών επιχειρήσεων ασφαλίσεως ζωής στην Ελλάδα (ΦΕΚ 1277/19-02-2002). Με την από 11-06-2007 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας σε "MARFIN ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ 6858/03-07-2007), στη συνέχεια, με την από 23-01-2013 όμοια απόφαση, αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε "CNP ΛΑΪΚΗ ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ 1587/08-03-2013) και τέλος, με την από 04-07-2013 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων, αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμία της σε "CNP ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ 7571/05-11-2013).
Από τον Οκτώβριο του έτους 2009, το δίκτυο των καταστημάτων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ενεργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εξ ονόματος και για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, για την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών στη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης ζωής.
Μάλιστα, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που είχε κατατεθεί, κατά τους ορισμούς του στοιχείου Ζ της υπουργικής απόφασης Κ3-810/2007 (ΦΕΚ Β 1600/17-8-2007), στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, όπου είχε την έδρα της η ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), η εναγομένη ανέλαβε πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες της ως άνω διαμεσολαβήτριας τράπεζας, κατά τη σύναψη των σχετικών ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής (βλ.
το 1813/12-5-2014 έγγραφο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης). Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους (2009), η ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) διέθετε στο κοινό, μεταξύ άλλων, το ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις "MARFIN ΕΙΣΟΔΗΜΑ-US08", το οποίο αποτελείτο από δύο σκέλη και συγκεκριμένα, το ασφαλιστικό, κατά το οποίο ο ασφαλισμένος ασφαλιζόταν για ασφάλιση θανάτου από ατύχημα, και το επενδυτικό, το οποίο παρείχε στον λήπτη της ασφάλισης εφάπαξ κεφάλαιο στη λήξη της ασφάλισης, ενώ η απόδοση του προϊόντος ήταν συνδεδεμένη με την απόδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου.
Ειδικότερα, η εναγομένη, για τους σκοπούς του εν λόγω προγράμματος, θα συγκροτούσε εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, από 20-11- 2009 έως 20-11-2019, η δε καθαρή τιμή έκδοσης του μεριδίου ορίστηκε σε δέκα (10) ευρώ. Το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του προγράμματος είχε εξ αρχής προβλεφθεί ότι θα επενδυόταν στο σύνολό του, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, από 20-11-2009 έως 20-11-2014, σε ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τράπεζας "Marfin Popular BanK Public Company Limited" (ήδη "Cyprus Popular BanK Co Ltd"), εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και ότι, μετά τη συμπλήρωση των πέντε (5) ετών, δηλαδή από 20-11-2014 έως 20-11-2019 θα τοποθετείτο σε προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, η δε αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού θα γινόταν σε τρέχουσες τιμές αγοράς.
Σύμφωνα με τη λειτουργία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, όπως αυτή περιγράφεται στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών "MARFIN Εισόδημα - US08", το ως άνω ομόλογο, για την περίοδο από 20-11-2009 έως και 20-11-2014, παρείχε προστασία του επενδυμένου ποσού στη λήξη διάρκειάς του από τον εκδότη, δηλαδή στις 20-11-2014 και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυμένου ποσού, ανερχόμενο σε ποσοστό 4,35% ετησίως.
Έτσι, σε κάθε ετήσια επέτειο από την έναρξη της ασφάλισης θα καταβαλλόταν στον ασφαλισμένο τοκομερίδιο μικτής αξίας 4,35% επί του επενδυμένου ποσού, που αντιστοιχεί σε καθαρή αξία ίση με 90% της μικτής αξίας, ενώ η αξία του ομολόγου μπορούσε να αυξηθεί ή να μειωθεί, ανάλογα με τη διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 22-10-2009, ο ενάγων και ο υιός του, Κ. Τ., αφού μετέβησαν στο υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στη Ρόδο, υπέγραψαν την από 22-10-2009 ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή σε ατομικό ασφαλιστήριο ζωής που συνδέεται με επενδύσεις, το οποίο έφερε την ονομασία "MARFIN Εισόδημα - US08", στην οποία αντισυμβαλλόμενος, λήπτης της ασφάλισης, οριζόταν ο ενάγων και ασφαλισμένος ο υιός του, έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 250.000 ευρώ.
Η αίτηση αυτή, στην επικεφαλίδα της οποίας εμφανώς αναγράφεται με έντονη γραφή "Ατομική Αίτηση Ασφάλισης" και στη συνέχεια, με κεφαλαία γράμματα, "ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ", υποβλήθηκε, αφού πρώτα ο ενάγων ενημερώθηκε προφορικά από τον τραπεζικό υπάλληλο, Γ. Μ., που ήταν κάτοχος πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών συμβουλών, για τα γενικά χαρακτηριστικά του προγράμματος και επιπλέον, του παραδόθηκε το σχετικό τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, το γεγονός δε της παραλαβής του εν λόγω εντύπου πληροφοριών από τον ενάγοντα προκύπτει σαφώς από την ιδιόχειρη υπογραφή που ο ίδιος είχε θέσει στην ως άνω ατομική αίτηση ασφάλισης κάτω από την εξής δήλωση "Δηλώνω ότι παρέλαβα "ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ προς τους υποψηφίους ασφάλιση της εταιρείας "MARFIN ΖΩΗΣ ΑΕ", σύμφωνα με το άρθρο 4 § 3 περ.
Δ του ΝΔ 400/70, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ΠΔ 252/1996. Το έντυπο αυτό ήταν συνταγμένο σε απλή και κατανοητή γλώσσα, χωρίς πολυπλοκότητες και παρείχε στον αιτούντα την ασφάλιση με πληρότητα και σαφήνεια όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τις παρεχόμενες υπηρεσίες από την ασφαλιστική επιχείρηση και τα ειδικά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος που συνδέονταν με χρηματοπιστωτικά μέσα, έτσι ώστε η απόφαση επιλογής του συγκεκριμένου προϊόντος να είναι αποτέλεσμα της ενημέρωσής του.
Ειδικότερα, στο έντυπο αυτό περιγράφεται με σαφήνεια ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά του το άνω προϊόν, τόσο κατά το ασφαλιστικό, όσο και κατά το επενδυτικό του σκέλος, ενώ ρητώς αναγράφεται ότι το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, κατά την περίοδο από 20/11/2009 έως 20/11/2014, τοποθετείται σε ομόλογο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, και εκδότρια του ομολόγου είναι η "Marfin Popular Bank Public Company Limited" με έδρα την Κύπρο.
Επίσης, στο ενημερωτικό αυτό έντυπο περιέχονται αναλυτικές πληροφορίες για την άσκηση του δικαιώματος της ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και για τα δικαιώματα εναντίωσης και υπαναχώρησής του από τη σύμβαση και επισημαίνονται οι κίνδυνοι του προϊόντος. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 8 του ενημερωτικού εντύπου με τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" αναγράφεται: "Η Marfin Ζωής ΑΑΕ" θα συγκροτήσει και θα διαχειρίζεται το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο MARFIN Εισόδημα- US08.
Το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο θα συγκροτηθεί την 20η Νοεμβρίου 2009 και θα διαρκέσει έως την 20η Νοεμβρίου 2019. Βασικός σκοπός της επενδυτικής στρατηγικής του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου είναι η επίτευξη ικανών μακροπρόθεσμων αποδόσεων, με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του επενδυτικού κινδύνου. Το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ειδικά για την περίοδο από 20/11/2009 έως και 20/11/2014, τοποθετείται σε ομόλογο και ακολούθως (δηλαδή μετά την 20/11/2014) σε προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις.
Το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου για την περίοδο από 20/11/2009 έως 20/11/2014 παρέχει προστασία του επενδυμένου ποσού στη λήξη της διάρκειάς του από τον εκδότη του, ήτοι στις 20/11/2014 και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυμένου ποσού που ανέρχεται σε 4,35% ετησίως. Το ομόλογο είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, εκδότρια του ομολόγου είναι η MARFIN POPULAR BANK CO LTD με έδρα την Κύπρο..", στο άρθρο 11 αυτού του εντύπου, υπό τον τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ", αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα, να εναντιωθεί ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της σχετικής σύμβασης, εφόσον αυτή παρεκκλίνει από την αίτηση ασφάλισης, βάσει της οποίας εκδόθηκε ή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή της, αν δεν περιέχει τους γενικούς και ειδικούς όρους ή αν δεν παρέλαβε το παρόν ενημερωτικό έντυπο.
Σε περίπτωση εναντίωσης επιστρέφεται το εφάπαξ ασφάλιστρο και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ", στο δε άρθρο 12 με τίτλο "ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ" αναφέρονται τα εξής: "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα, για οποιοδήποτε λόγο να υπαναχωρήσει, ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής σύμβασης.
Σε περίπτωση υπαναχώρησης καταβάλλεται η αξία εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ", ενώ στο άρθρο 17, με τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ", αναφέρονται τα κάτωθι: " I. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΡΟΩΡΗΣ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ: πριν από τη λήξη του ομολόγου, η αξία του επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων, που περιλαμβάνουν, αλλά δεν εξαντλούνται, τα επιτόκια και το χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη του ομολόγου.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ποσό της πρόωρης ρευστοποίησης θα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 100% του Επενδυμένου ποσού στο ομόλογο. Η προεξόφληση αυτή ενδέχεται να επιφέρει μείωση του Επενδυμένου Ποσού. 11. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ: Η αξία του ομολόγου μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με την διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά.
Ο επενδυτής θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τις μετοχές και τα ομόλογα και γενικά τις επενδύσεις σε αλλοδαπές κεφαλαιαγορές, οι οποίες υπόκεινται σε οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους κινδύνους που ενδέχεται να έχουν ουσιώδη επίπτωση στις επενδύσεις στις χώρες αυτές. III. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ:
Μπορεί να υπάρξουν αλλαγές σχετικά με τους όρους του ομολόγου λόγω γεγονότων, όπως συγχωνεύσεις και διασπάσεις, διαταραχή τιμολόγησης, αναστολή διαπραγμάτευσης, σημαντική αλλαγή στη μέθοδο υπολογισμού και το περιεχόμενο καθώς και αλλαγή στη φορολογία όπως καθορίζεται στην παρούσα αίτηση.
IV. ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: Η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του. Η αδυναμία του εκδότη να καταβάλλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του επενδυμένου ποσού". Επομένως, από το κείμενο της αίτησης ασφάλισης καθίστατο σαφές στον αιτούντα την ασφάλιση και υπογράφοντα την αίτηση (ενάγοντα) ότι πρόκειται για ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις.
Αλλά και από το ως άνω ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που παρέλαβε ο ενάγων, στο άρθρο (8) του οποίου περιλαμβάνεται ακόμα και ενδεικτικό παράδειγμα για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση ή καταθετικό προϊόν, ότι αντισυμβαλλομένη του (ενάγοντος) θα ήταν εταιρεία και όχι τράπεζα, ότι το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του προγράμματος θα επενδυόταν σε ομόλογο εκδόσεως της "Marfin Popular Bank Company Limited" με έδρα την Κύπρο, ότι αυτός θα είχε δικαίωμα εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και δικαίωμα εναντίωσης ως προς τη συμμετοχή του στο εν λόγω προϊόν και ότι η επένδυση στο ομόλογο υπόκειτο σε σειρά κινδύνων.
Επιπλέον, αυθημερόν ο ενάγων υπέγραψε εξουσιοδότηση χρέωσης, για την αυτόματη χρέωση του τραπεζικού του λογαριασμού για την πληρωμή του εφάπαξ ασφαλίστρου του προγράμματος MARFIN Εισόδημα-USO8", στην οποία αναγράφονταν επί λέξει τα ακόλουθα: "Ο υπογράφων την παρούσα σας δηλώνω ότι επιθυμώ την εφάπαξ πληρωμή των ασφαλίστρων για το προϊόν "MARFIN UNIT LINKED (ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) MARFIN ΕΣΟΔΗΜΑ US08 MARFIN LIFE" με χρέωση του τηρούμενου στην τράπεζά σας επ' ονόματί μου λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ...
προς τούτο δε σας εξουσιοδοτώ για τις απαραίτητες ενέργειες χρέωσης του ανωτέρω λογαριασμού και πληρωμής ασφαλίστρων. Δηλώνω επίσης ότι αποδέχομαι ανεπιφύλακτα τους κατωτέρω όρους: 1. Ο ανωτέρω λογαριασμός θα πρέπει να έχει το σύνολο του καταβλητέου ποσού των ασφαλίστρων κατά την ημερομηνία καταβολής αυτών.
Σε διαφορετική περίπτωση, η τράπεζα, χωρίς υποχρέωση ενημέρωσης του εντολέα, δεν θα εκτελέσει την εντολή πληρωμής. 2. Το ποσό της εκάστοτε χρέωσης θα υποδεικνύεται στην τράπεζα, από τη Marfin Ζωής ΑΑΕ, ως εκ τούτου δε, η τράπεζα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν λάθη αναφορικά με το ύψος του προς χρέωση ποσού. 3.
Διατηρώ το δικαίωμα να ανακαλέσω την παρούσα εντολή εγγράφως, εντός της προσυμφωνημένης περιόδου διάθεσης του προγράμματος, συγκεκριμένα από 19/10/2009 έως και την 13/11/2009...". Σημειωτέον, δε πως η εναγομένη ουδεμία υποχρέωση είχε από το νόμο για αναφορά στην αίτηση ασφάλισης ή την εξουσιοδότηση χρέωσης των ειδικότερων χαρακτηριστικών του ως άνω προϊόντος και των επενδυτικών κίνδυνων που φέρει ο αντισυμβαλλόμενος, καθώς τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονταν στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών αλλά και συνημμένους στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο γενικούς και ειδικούς όρους το περιεχόμενο των οποίων θα εκτεθεί αναλυτικώς κατωτέρω.
Περαιτέρω, η παραπάνω αίτηση ασφάλισης του ενάγοντος εγκρίθηκε από την εναγομένη και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... "ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής που συνδέεται με επενδύσεις Νο:...", ενώ, όπως προκύπτει από την από 28-12-2009 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής, στον ενάγοντα παραδόθηκαν: α) το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής με τους συνημμένους σε αυτό γενικούς και ειδικούς όρους και διατάξεις και β) τρία (3) υποδείγματα δηλώσεων εναντίωσης και υπαναχώρησης.
Επιπλέον, με την ίδια απόδειξη ο ενάγων δήλωσε ότι ενημερώθηκε πλήρως και ότι αναγνωρίζει την ασφαλιστική σύμβαση στο σύνολό της και διατηρεί την επιφύλαξη για την άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης ή υπαναχώρησης σύμφωνα με όσα ορίζονται στους γενικούς όρους ασφάλισης. Αναφορικά δε με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην πρώτη σελίδα αυτού αναγράφεται σε εμφανέστατο σημείο ότι το κεφάλαιο του ενάγοντος είχε καταβληθεί ως εφάπαξ ασφάλιστρο για την αγορά 25.000 μεριδίων, τιμής διάθεσης εκάστου 10.00 ευρώ, στο Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο;
που συγκροτήθηκε για τη λειτουργία αυτού του προγράμματος, ενώ στη δεύτερη σελίδα του (ασφαλιστηρίου συμβολαίου) υπό τον τίτλο "Δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης", αναγράφονται τα κάτωθι "Α. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ: 1) ο συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα εναντίωσης για κάθε τυχόν παρέκκλιση του παρόντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου από την αίτησή του για ασφάλιση, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της MAPFIN ΖΩΗΣ Α.Α.Ε, το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (Α) που επισυνάπτεται στο παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο με συστημένη επιστολή, εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του παρόντος. 2) Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο συμβαλλόμενος δεν παρέλαβε έγγραφο με τις πληροφορίες που προβλέπονται από το άρθρο 4 παρ. 3 περιπτ.
Δ του ΝΔ 400/70 κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή παρέλαβε το παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο χωρίς τους Γενικούς και Ειδικούς όρους που διέπουν την ασφάλιση, έχει δικαίωμα εναντίωσης, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της MARFIN ΖΩΗΣ Α.Α.Ε, το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (Β) που επισυνάπτεται στο παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο με συστημένη επιστολή, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή του παρόντος.
Β. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ ο συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα, να υπαναχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο από τη σύμβαση, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της MARFIN ΖΩΗΣ Α.Α.Ε. το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης (Γ) που επισυνάπτεται στο παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο με συστημένη επιστολή, εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή του παρόντος".
Περαιτέρω, στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο επισυνάπτονταν οι γενικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς και οι γενικοί όροι ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου, στους οποίους εκτίθενται και αναλύονται επαρκώς και τα δύο (2) σκέλη του προγράμματος "MARFIN ΕΣΟΔΗΜΑ US08". Στους γενικούς όρους μάλιστα του επενδυτικού σκέλους παρατίθενται, μεταξύ άλλων, όλες εκείνες οι πληροφορίες που αποτελούσαν και το περιεχόμενο του προαναφερομένου εντύπου πληροφοριών, τα κυριότερα σημεία του οποίου ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω, ενώ το άρθρο 8 με τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ" έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 17 του ως άνω ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών.
Τούτων δοθέντων, ο ενάγων πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ενημερώθηκε προφορικά αλλά και γραπτά με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα ως προς τη φύση, τα ειδικότερα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του επιδίκου προϊόντος και κατ' ουδένα τρόπο ο προαναφερόμενος τραπεζικός υπάλληλος διαμόρφωσε ή κατηύθυνε ή επηρέασε το σχηματισμό της βούλησής του αναφορικά με την επιλογή του συγκεκριμένου προϊόντος, τούτος δε (ενάγων) διέθετε τη μέση μόρφωση, κοινωνική γνώση και συναλλακτική εμπειρία, ώστε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της γενομένης προς αυτόν ενημέρωσης και αποφάσισε ελεύθερα - χωρίς να επηρεασθεί ή να παροτρυνθεί από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα - να προβεί στην επιλογή του εν λόγω ασφαλιστικού προϊόντος έχοντας επίγνωση των ειδικότερων χαρακτηριστικών και κινδύνων του προϊόντος αυτού και δη ότι τα χρήματά του (ασφάλιστρα) θα τοποθετούνταν στο εσωτερικό (μεταβλητό) κεφάλαιο της εναγομένης ασφαλιστικής επιχείρησης που θα συγκροτούσε και θα διαχειριζόταν η ίδια, η οποία ως διαχειρίστρια και έχουσα τη διακριτική ευχέρεια διαχείρισης θα το επένδυε σε ομόλογο εκδόσεως της προαναφερομένης κυπριακής τράπεζας εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, προκειμένου να καταβληθεί η παροχή σε αυτόν, λήπτη της ασφάλισης.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά την επίσκεψή του στο κατάστημα Ρόδου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και πριν τη σύναψη της ένδικης σύμβασης ο αρμόδιος υπάλληλός της, Γ. Μ., τον προέτρεψε με φορτικότητα να προβεί στην κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης με παραπλανητική έμφαση στα προδήλως θετικά στοιχεία του επενδυτικού σκέλους της (μακρόχρονη επένδυση με υψηλό σταθερό επιτόκιο, ετήσια σταθερή απόδοση για πέντε έτη και απόδοση του κεφαλαίου χωρίς καμία ποινή με τη λήξη της πενταετίας), ταυτοχρόνως δε με σκόπιμη απόκρυψη του επενδυτικού κινδύνου που αναλάμβανε, παρομοιάζοντας το προϊόν αυτό ως προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου, ο ενάγων δεν ήταν αδαής περί τα οικονομικά και τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, και διέθετε συναλλακτική εμπειρία όπως προκύπτει από την κίνηση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού ταμιευτηρίου που τηρούσε στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΡΕΙΑ" και ο ίδιος προσκομίζει σύμφωνα με την οποία 1) στις 03-07-2006 είχε προβεί σε αγορά μετοχών - ομολογιών ποσού 751,74 ευρώ, 2) στις 14.06.2007 είχε προβεί σε αγορά μετοχών - ομολογιών ποσού 178,80 ευρώ, 3) στις 04.08.2007 είχε προβεί σε αγορά μετοχών - ομολογιών ποσού 760,00 ευρώ, 4) στις 10.09.2008 είχε προβεί σε επένδυση ποσού 28.000 ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια, 5) στις 23.04.2009 προέβη σε επένδυση ποσού 261.000 ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια, 6) στις 21-10-2009 πιστώθηκε στον ως άνω τραπεζικό του λογαριασμό το ποσό των 261.149,97 ευρώ από συμμετοχή του σε αμοιβαία κεφάλαια (GAM MUTUAL FUND), 7) στις 30-10-2009 πιστώθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό το ποσό των 27.696,16 ευρώ από εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, 8) στις 09-12-2009 προέβη σε επένδυση ποσού 80.000 ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια, 9) στις 14-04-2011 και στις 15-04-2011 πιστώθηκε στο λογαριασμό του το συνολικό ποσό των 87.016,61 ευρώ από εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και 10) στις 12-05-2011 πιστώθηκε στο λογαριασμό του το ποσό των 11.483,75 ευρώ από εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, απορριπτέου μετά ταύτα του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την κατάρτιση της σύμβασης είχε αντικειμενικώς τη δυνατότητα να παρακολουθεί την εξέλιξη της επένδυσής του στο ομόλογο της κυπριακής τράπεζας και να ζητήσει κάθε σχετική πληροφορία. Πράγματι, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέστελνε ετησίως στον ενάγοντα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ.
A ιζ' του Ν.Δ. 400/1970, σχετικά με την εξέλιξη της επένδυσής του και την αξία του λογαριασμού του την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, που όλες εκκινούσαν, επί λέξει, ως εξής: "...Στα πλαίσια της ετήσιας ενημέρωσής σας για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας που συνδέεται με επενδύσεις...".
Πιο συγκεκριμένα, η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα α) την από 26.02.2010 επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι στις 31-12-2009 διέθετε 25.000 μερίδια, καθαρής αξίας εκάστου 9.3840 ευρώ και ότι κατά την ημερομηνία αυτή η αξία του λογαριασμού της επένδυσής του ανερχόταν σε 234.600 ευρώ, β) την από 28-03-2011 επιστολή, με την οποία τον ενημέρωνε ότι στις 31-12-2010 διέθετε 25.000 μερίδια, καθαρής αξίας εκάστου 9,13 ευρώ και ότι κατά την ημερομηνία αυτή η αξία του λογαριασμού της επένδυσής του ανερχόταν σε 228.250 ευρώ και γ) την από 28-02-2012 επιστολή, με την οποία τον ενημέρωνε ότι στις 31-12-2011 διέθετε 25.000 μερίδια, καθαρής αξίας εκάστου 6.7540 ευρώ και ότι κατά την ημερομηνία αυτή η αξία του λογαριασμού της επένδυσής του ανερχόταν σε 168.850,00 ευρώ.
Ωστόσο, όπως προέκυψε, ο ενάγων ουδέποτε διατύπωσε οποιοδήποτε παράπονο ή οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με πλημμέλειες ή ελλείψεις σχετικά με την ενημέρωσή του ως προς τη φύση, τη λειτουργία και τους τυχόν κινδύνους της επένδυσής του, μολονότι από το περιεχόμενο των παραπάνω επιστολών που του αποστέλλονταν ετησίως και ο ίδιος ελάμβανε ήταν απολύτως εμφανές ότι το επενδυτικό του κεφάλαιο απομειώνονταν, αλλά αντιθέτως, εντός των ετών 2010 και 2011 είχε απευθύνει διαδοχικά ερωτήματα προς τον τραπεζικό υπάλληλο, Γ.
Μ., σχετικά με το ποσό που θα ελάμβανε σε περίπτωση που θα προέβαινε σε εξαγορά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, γεγονός που μαρτυρά την εκ μέρους του ουσιαστική αποδοχή της ομαλής λειτουργίας της ένδικης σύμβασης μέχρι την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Κύπρο και τη θέση της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας σε καθεστώς εκκαθάρισης με συνέπεια την αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και την οριστική απομείωση του κεφαλαίου του κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα κατωτέρω.
Πέραν αυτών, από τα τεθέντα υπό την κρίση του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της συναλλακτικής επαφής μεταξύ του ενάγοντος και της διαμεσολαβήτριας τραπεζικής εταιρείας, διαμέσου του προστηθέντος υπαλλήλου της, καταρτίσθηκε (έστω και σιωπηρά) σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, τις οποίες καθ' οιονδήποτε τρόπο ζήτησε ο ενάγων ή όφειλε με δική της πρωτοβουλία να χορηγήσει η διαμεσολαβήτρια τραπεζική εταιρεία σε αυτόν, όπως ο τελευταίος αβασίμως διατείνεται με την αγωγή, αλλά ο υπάλληλός της, Γ.
Μ., απλώς ενημέρωσε τον ενάγοντα ως προς τη φύση και τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος, ο οποίος αυτοβούλως και χωρίς οποιαδήποτε συνδρομή από τη διαμεσολαβήτρια τραπεζική εταιρεία, καθώς δεν ετίθετο ζήτημα παροχής συμβουλής επενδυτικής φύσεως, προχώρησε στην κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, δίνοντας προς την εναγομένη εντολή για την τοποθέτηση του κεφαλαίου του, ως ασφάλιστρο, στο εν λόγω προϊόν το οποίο θα επενδύονταν σε ομόλογο της προαναφερόμενης κυπριακής τράπεζας και ούτε βέβαια ετίθετο ζήτημα διεξαγωγής ελέγχου καταλληλότητας εκ μέρους της διαμεσολαβήτριας τραπεζικής εταιρείας σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του ενάγοντος στον επενδυτικό τομέα που να σχετίζεται με την επιλογή του συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος που συνδέεται με επενδύσεις, καθότι επρόκειτο για απλό και όχι σύνθετο προϊόν και ο έλεγχος αυτός είναι υποχρεωτικός μόνο επί συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και αφορά στις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (άρθρο 4 και 5 Ν 3606/2007) ("Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις") και δεν εφαρμόζεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν τέτοιες επενδυτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο των ασφαλίσεων ζωής, όπως εν προκειμένω η εναγομένη.
Εξάλλου, η υποχρέωση αυτή για τη διεξαγωγή ελέγχου καταλληλότητας δε δύναται να θεμελιωθεί ούτε στο άρθρο 11 παρ. 3 ΠΔ 190/2006 σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα (νομική) σκέψη, αλλά ούτε και στην αρχή της καλής πίστης στην οποία ο ενάγων επιχειρεί να προσδώσει περιεχόμενο ταυτόσημο με αυτό των διατάξεων του Ν 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις" όπου ο κανόνας αυτός συμπεριφοράς είναι υποχρεωτικός.
Επίσης, σε ότι αφορά στον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι πριν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης η εναγομένη και η διαμεσολαβήτρια τραπεζική εταιρεία παρέβησαν την υποχρέωσή τους και δεν του γνωστοποίησαν την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και της εκδότριας του ομολόγου, κυπριακής τραπεζικής εταιρείας, η οποία αποτελούσε τη βασική μέτοχο της εναγομένης κατέχοντας ποσοστό 49,9% των μετοχών της και ήταν η μητρική της διαμεσολαβήτριας τραπεζικής εταιρείας, την οποία (σύγκρουση συμφερόντων) υπό την έννοια της αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, καθώς και του ιδίου οικονομικού οφέλους μεταξύ των παραπάνω εταιρειών ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει στις μετοχικές σχέσεις των εταιρειών αυτών, πρέπει να λεχθεί πως οι μετοχικές σχέσεις δε στοιχειοθετούν σύγκρουση συμφερόντων εκ του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη, καθώς με το άρθρο 13 Γ ΝΔ 400/1970 που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλέπεται η υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές σχέσεις της στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε ορίζεται ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων, ούτε επίσης ορίζεται ότι υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης των σχέσεων αυτών.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN POPOULAR BANK PUBLIC, CO LTD" μέχρι και το έτος 2012 κατέβαλε στον ενάγοντα την αξία του ετήσιου τοκομεριδίου ποσοστού 4,35% (αφαιρουμένου ποσοστού 10%). Όμως, στις 26-03-2013 η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα τέθηκε σε ειδική διαχείριση για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 17(1)/2013, ο οποίος συνιστά προσαρμογή της Κυπριακής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2001/24/EC "σχετικά με την αναδιοργάνωση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" (Ν 125/05-05-2001), που υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση με σκοπό να περιορίσει τις δυσμενείς συνέπειες της εκκαθάρισης ενός πιστωτικού ιδρύματος στην Ευρωπαϊκή Οικονομία και κατά την ίδια ημεροχρονολογία (26-03-2013) το χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ανακοίνωσε την αναστολή της διαπραγμάτευσης του ως άνω ομολόγου, με αποτέλεσμα η επίσημη αποτίμηση της αξίας του να είναι μηδενική με ημερομηνία αναφοράς την 30-04-2013 και συνακολούθως η εκδότρια τράπεζα δεν ήταν σε θέση να καταβάλει είτε την αξία του ετησίου τοκομεριδίου ποσοστού 4,35% είτε την αξία του ομολόγου κατά τη λήξη του στο οποίο είχε τοποθετηθεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος.
Όσον αφορά στο επίδικο ασφαλιστικό προϊόν αυτό ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13Γ παρ. Α. περ. ια σημείο ι του ΝΑ 400/70, το οποίο ορίζει ότι περιουσιακά στοιχεία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών των κρατών - μελών της Ε.Ε, και του Ε.Ο.Χ, ενώ η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη από το νόμο να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης ούτε είχε υποχρέωση από το νόμο ή τις αρχές της καλής πίστης για παροχή πληροφόρησης προς τον ενάγοντα σχετικά με την αξιολόγηση του ομολόγου αλλά ούτε και για συγκριτική επισκόπηση του προϊόντος αυτού με άλλες εναλλακτικές δυνατότητες τοποθέτησης του κεφαλαίου του.
Άλλωστε, ο Κανονισμός του Μεταβλητού Κεφαλαίου Marfin Εισόδημα US08, στον οποίο αναφέρονται τα βασικά χαρακτηριστικά του επιδίκου προϊόντος, υποβλήθηκε στις 26/11/2009 από την εναγομένη στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε σύσταση για τροποποίηση ή κύρωση λόγω παράβασης του νόμου.
Ενώ, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα, στο οποίο είχε τοποθετηθεί από την εναγομένη το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αντιθέτως εμφάνιζε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της.
Επιπροσθέτως, το Νοέμβριο του 2009 η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα έλαβε βαθμό αξιολόγησης A3 και ΒΒΒ+ από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης "Moody's" και "Fitch", αντίστοιχα. Ειδικότερα, για τον πρώτο οίκο αξιολόγησης "Moody's", ο βαθμός Α αντιστοιχεί στα εξής: "Υποχρεώσεις που αξιολογούνται ως Α θεωρούνται ως μέτριας προς υψηλής Ποιότητας και υπόκεινται σε χαμηλό χρηματοπιστωτικό κίνδυνο" και για τον οίκο "Fitch" ο βαθμός ΒΒΒ+ αντιστοιχεί στα εξής: "Καλή πιστοληπτική ικανότητα:
οι Κλίμακες "ΒΒΒ" υποδεικνύουν ότι η προσδοκία για πιστωτικό κίνδυνο είναι προς το παρόν χαμηλή. Η δυνατότητα εξόφλησης των οικονομικών υποχρεώσεων θεωρείται επαρκής αλλά οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να παραβλάψουν την εν λόγω δυνατότητα". Επίσης, πρέπει να σημειωθεί πως ο κρίσιμος για την επίδικη περίπτωση κίνδυνος, ήτοι αυτός της αφερεγγυότητας της εκδότριας του ομολόγου, περιλαμβανόταν τόσο στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών όσο και στους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που παραδόθηκαν από την εναγομένη στον ενάγοντα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων απώλεσε το κεφάλαιο, που είχε επενδύσει, λόγω αδυναμίας της εκδότριας κυπριακής τράπεζας να του καταβάλει την αξία του ομολόγου, μετά την ένταξή της σε ειδική διαχείριση και το διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου για αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου, στο οποίο είχε τοποθετηθεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος.
Η περίπτωση δε αυτή συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους (άρθρο 14°-8) των γενικών όρων ασφάλισης ζωής, που συνδέεται με επενδύσεις, που συνήψε ο ενάγων με την εναγομένη. Η κατάρρευση δε της κυπριακής εκδότριας του ομολόγου τράπεζας "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης, που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία το χρονικό διάστημα 2012-2013, ήταν ένα γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο, ενόψει του ότι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της τότε Κυπριακής Κυβέρνησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν προταθεί περισσότερα σχέδια αντιμετώπισης της εν λόγω κρίσης, αλλά το Κυπριακό Κοινοβούλιο ψήφισε εν τέλει στις 22/03/2013, μεταξύ άλλων, τον προαναφερόμενό περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, Νόμο του 2013 (Ν. 17( 1 )/2013).
Επομένως, η ζημία του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και δη στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή του ομολόγου, γεγονός που ούτε η εναγομένη μπορούσε να προβλέψει με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου. Κατόπιν τούτων, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν παρέβη, στο πλαίσιο της ανωτέρω συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι του ενάγοντος, όπως η υποχρέωσή της αυτή υπαγορεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας και ως εκ τούτου η συμπεριφορά της αυτή ούτε παράνομη ήταν, ούτε υπαίτια, ούτε υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας του ενάγοντος.
Συνεπώς, δε γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης ούτε κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ), ούτε κατά τις διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών (Ν. 2251/1994) γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης ως προς τη δεύτερη αυτή βάση της ένστασης της εναγομένης περί έλλειψης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της, η οποία (ένσταση) μεταβιβάστηκε με την άσκηση της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο αδιαίρετα και ως σύνολο με την αγωγή.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, έστω και με πιο συνοπτική αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 914 ΑΚ, αλλά και εκείνη του Ν. 2251/1994 (προστασία των καταναλωτών) λόγω μη συνδρομής των θεμελιωτικών της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης προϋποθέσεων (ήτοι του παρανόμου της συμπεριφοράς της εναγομένης, της υπαιτιότητας αυτής και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης, δηλαδή του αδικήματος και της επελθούσας περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του Αστικού Κώδικα και του Ν. 2251/1994 και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών με τους υπό στοιχ. 1 έως 4 συναφείς λόγους της έφεσής του κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 330, 914 ΑΚ, 8 παρ. 1 του Ν. 2251/1994 και άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 190/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείων υπέβαλε στην MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, που ενεργούσε ως συνδεδεμένη ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια εξ ονόματος και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, την από 22-10-2009 αίτηση ασφαλίσεως για συμμετοχή στο ατομικό ασφαλιστήριο ζωής "MARFIN ΕΙΣΟΔΗΜΑ US08", αποτελούμενο από δύο σκέλη, το ασφαλιστικό και το επενδυτικό, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε προφορικώς από τον αρμόδιο υπάλληλο αυτής και εγγράφως (με την παράδοση σ' αυτόν του σχετικού ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών), με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα ως προς τη φύση, τα ειδικότερα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του επίδικου ασφαλιστικού προϊόντος και συγκεκριμένα ότι τα χρήματά του (ασφάλιστρα) θα τοποθετούντο στο εσωτερικό (μεταβλητό) κεφάλαιο που θα συγκροτούσε η αναιρεσίβλητη, η οποία θα το επένδυε στο σύνολό του σε ομόλογο εκδόσεως της κυπριακής τράπεζας MARFIN POPULAR BANK C0 LTD, εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, το οποίο θα παρείχε ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδεδυμένου ποσού 4,35%, ενώ η αξία του ομολόγου μπορούσε να αυξηθεί ή μειωθεί, ανάλογα με την διακύμανση των επιτοκίων στην χρηματαγορά.
Ο αναιρεσείων είχε τη γνώση και τη συναλλακτική εμπειρία περί τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, καθόσον κατά τα έτη 2006-2009 προέβη σε αγορές μετοχών-ομολογιών και επενδύσεις με αμοιβαία κεφάλαια, μέσω της MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, της οποίας ήταν πελάτης, και ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της γενόμενης προς αυτόν ενημερώσεως από τον ως άνω τραπεζικό υπάλληλο και αποφάσισε ελεύθερα, χωρίς επηρεασμό ή παρότρυνση να επιλέξει το επίδικο προϊόν, έχοντας επίγνωση των άνω ειδικότερων χαρακτηριστικών και κινδύνων αυτού.
Επιπλέον το παραδοθέν στον αναιρεσείοντα ενημερωτικό έντυπο παρείχε σ' αυτόν με σαφήνεια και πληρότητα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τα ειδικά χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος που συνδεόταν με χρηματοπιστωτικά μέσα και η επιλογή του ήταν αποτέλεσμα της προηγούμενης ενημερώσεως αυτού.
Ειδικότερα, από το εν λόγω έντυπο προκύπτει ότι πρόκειται για ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση ή καταθετικό προϊόν, ότι το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του προγράμματος θα επενδυόταν σε ομόλογο εκδόσεως της MARFIN POPULAR BANK C0 LTD, ότι ο αναιρεσείων θα είχε δικαίωμα εξαγοράς του λογαριασμού επενδύσεως, δικαίωμα εναντιώσεως ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν και ότι η επένδυση στο ομόλογο αυτό υπέκειτο σε σειρά κινδύνων.
Επίσης η αναιρεσίβλητη απέστελλε ετησίως στον αναιρεσείοντα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές με πληροφορίες για την εξέλιξη της επενδύσεώς του και την αξία του λογαριασμού του την τελευταία ημέρα κάθε έτους, χωρίς ο αναιρεσείων να διατυπώσει οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία σχετικά με πλημμελή ενημέρωσή του ως προς τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους της επενδύσεως, μολονότι από το περιεχόμενο των επιστολών προέκυπτε εμφανώς ότι το επενδυτικό του κεφάλαιο απομειωνόταν.
Η ζημία δε του αναιρεσείοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά οφείλεται στην κατάρρευση της κυπριακής τράπεζας, εκδότριας του ομολόγου, συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσεως που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία, γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο, το οποίο δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε η αναιρεσίβλητη με κάθε μέτρο επιμέλειας.
Ενόψει των ανωτέρω, η ως άνω συνδεδεμένη ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια, που ενεργούσε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, τήρησε, διά του ως άνω προστηθέντος υπαλλήλου της, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 Π.Δ. 190/2006 και δεν παρέβη, στο πλαίσιο της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας του αναιρεσείοντος που υπαγορεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και η συμπεριφορά της δεν ήταν παράνομη και υπαίτια και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προκληθείσα στον αναιρεσείοντα ζημία.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 330, 914 ΑΚ, 8 παρ. 1 του Ν. 2251/1994 και άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 190/2006, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του και τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 1437/2017). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 25/ 2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/ 2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε εκ μέρους του και δη ότι, ενώ με την έφεσή του επανέφερε τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι η αναιρεσίβλητη, η διαμεσολαβούσα τράπεζα και η εκδότρια των ομολόγων κατά την προώθηση της επίδικης ασφάλισης βρίσκονταν σε σύγκρουση συμφερόντων, ήτοι των δικών τους συμφερόντων προς το συμφέρον του πελάτη, για την οποία ουδέποτε τον ενημέρωσαν, μολονότι είχαν προς τούτο υποχρέωση, γεγονός που αν είχε συμβεί, δεν θα είχε επιλέξει το επίδικο προϊόν και δεν θα είχε υποστεί ζημία.
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι οι μετοχικές σχέσεις δεν στοιχειοθετούν σύγκρουση συμφερόντων εκ του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη, καθώς με το άρθρο 13 Γ ΝΔ 400/1970 που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλέπεται η υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές σχέσεις της στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε ορίζεται ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων, ούτε επίσης ορίζεται ότι υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης των σχέσεων αυτών.
Συνεπώς ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο τη μη ύπαρξη αιτιώδους σχέσης ανάμεσα στη παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και της ζημίας του αναιρεσείοντα με την παρεμβολή εξωτερικού παράγοντα, συνισταμένου στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας να ανταποκριθεί στη πληρωμή του ομολόγου, συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης, που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία το χρονικό διάστημα 2012-2013, γεγονός που ούτε η αναιρεσίβλητη μπορούσε να προβλέψει με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο εξωτερικό παράγοντα, καθώς ο κίνδυνος αποπληρωμής ενός ομολόγου είναι εγγενές χαρακτηριστικό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εξωτερικός παράγοντας που διακόπτει την αιτιώδη σχέση ανάμεσα στη παράνομη συμπεριφορά και στη ζημία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παράβαση δεν αφορά στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά αφορά στην εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την ως άνω έννοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου. Ειδικότερα, το δικαστήριο αφήνει αίτηση αδίκαστη, όταν παραλείπει να αποφανθεί ως προς αυτήν, είτε στο διατακτικό της απόφασης, είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού.
Αδίκαστη αίτηση αποτελεί και εκείνη που θεμελιώνεται σε περισσότερες -αντικειμενικώς, επικουρικώς ή και διαζευκτικώς- σωρευόμενες βάσεις, αν παρά το νόμο, δεν ερευνήθηκε μία από αυτές (ΑΠ 1254/2024, ΑΠ 417/2024, ΑΠ 1261/2024, ΑΠ 200/2023, ΑΠ 1273/2017). Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δεν εξέτασε την επαναφερθείσα με την έφεσή του επικουρική βάση της αγωγής του από τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και της διαμεσολαβήτριας τράπεζας σύμβαση διαμεσολάβησης, συνισταμένη στην παροχή πληροφοριών και συμβουλών και στην πλημμελή παροχή αυτών.
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι δεν καταρτίσθηκε (έστω και σιωπηρά) σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, τις οποίες καθ' οιονδήποτε τρόπο ζήτησε ο ενάγων ή όφειλε με δική της πρωτοβουλία να χορηγήσει η διαμεσολαβήτρια τραπεζική εταιρεία σε αυτόν, αλλά ο υπάλληλός της, Γ.
Μ., απλώς ενημέρωσε τον ενάγοντα ως προς τη φύση και τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος, ο οποίος αυτοβούλως και χωρίς οποιαδήποτε συνδρομή από τη διαμεσολαβήτρια τραπεζική εταιρεία, καθώς δεν ετίθετο ζήτημα παροχής συμβουλής επενδυτικής φύσεως, προχώρησε στην κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, δίνοντας προς την εναγομένη εντολή για την τοποθέτηση του κεφαλαίου του, ως ασφάλιστρο, στο εν λόγω προϊόν το οποίο θα επενδύονταν σε ομόλογο της προαναφερόμενης κυπριακής τράπεζας.
Συνεπώς ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 9-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2458/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 22-2-2024 πρόσθετους αυτής λόγους.
Απορρίπτει την από 9-11-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-2-2024 πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης