Greek Supreme Court partially allows appeals against a financial institution and one spouse, dismissing the other spouse's appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed two separate appeals filed by a husband and a Swiss bank against a lower court judgment, while dismissing the appeal filed by the wife. The court found the husband's and the bank's arguments regarding the disputed financial matters to be valid grounds for review, necessitating a retrial by a different panel of judges. Conversely, the court rejected the wife's appeal as unfounded, ordering her to bear the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow appeals where specific legal grounds are established for some appellants but not others, mandating a retrial for the valid grounds and dismissal with cost liability for the rejected ones.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1880 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1880/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. (M. S.) του Κ. (K.), κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φοίφη.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Ν., συζύγου Π. Ν. - Ρ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Φίλιο.
Β) Του αναιρεσείοντος: ελβετικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "BANK JULIUS BAER & CO LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστοφορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Ν., συζύγου Π. Ν. - Ρ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Φίλιο.
Γ) Της αναιρεσείουσας: Κ. Β. του Ν., συζύγου Π. Ν. - Ρ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. (M. S.) του Κ. (K.), κατοίκου ... και 3) ελβετικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "BANK JULIUS BAER & CO LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φοίφη και το τρίτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστοφορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου Κ. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1840/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις δύο από 24-11-2022 και με την από 16-12-2022 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-4-2024) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του M. (Μ.) S. (Σ.) κατά της Κ. Β., β) η επίσης από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του εδρεύοντος στη ... χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" ωσαύτως κατά της Κ.
Β., και γ) η από 16-12-2022 αίτηση αναίρεσης της Κ. Β. κατά των: Θ. Κ., Μ. Σ. (M. S.) και του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD". Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 25-11-2022 (οι δύο πρώτες) και στις 20-12-2022 η τρίτη, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 1840/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα Κ. Β., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 16-12-2022 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε επιμελεία της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Θ.
Κ. ως αγνώστου διαμονής δι'επιδόσεως του δικογράφου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δημοσιεύσεως περιλήψεως αυτού στις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα "Ο ΛΟΓΟΣ" και "ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ" (άρθ. 134 παρ. 1 και 135 ΚΠολΔ). Ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε δικονομικά όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση της υπόθεσης θα γίνει παρά την απουσία του (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στην απλή ομοδικία η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 658/12). Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1181/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 552 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 16.9.2024, ότε αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 49 παρ. 1 και 120 παρ. 1 Ν.5134/2024, ΦΕΚ Α'146, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις [των Ειρηνοδικείων], των Μονομελών και των Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων. Ακόμη κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 242/2015). Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 180/2014), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις α) της ενάγουσας Κ. Β. κατά του Θ. Κ., του M. (Μ.) S. (Σ.) και του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD",ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου Θ.
Κ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων β) του δευτέρου εναγομένου M. (Μ.) S. (Σ.) κατά της Κ. Β. αντιμωλία των διαδίκων και γ) του τρίτου εναγομένου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" κατά της Κ. Β. αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίες στρέφονταν κατά της υπ' αριθ. 2/2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16-12-2014 αγωγή της Κ.
Β. κατά των ανωτέρω αντιδίκων της, αναγνωρίζοντας ότι και οι τρείς ως άνω εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 104.241,94 ευρώ, ο δε πρώτος εναγόμενος (Θ. Κ.) και το επιπλέον ποσό των 110.389,40 ευρώ και υποχρεώνοντας και τους τρείς εναγόμενους να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 150.000 ευρώ, δέχθηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ο πρώτος εφεσίβλητος Θ. Κ., που δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, συνδέεται με το δεσμό της απλής ομοδικίας με τους λοιπούς εναγομένους/εφεσίβλητους. Ως προς τους τελευταίους η απόφαση είναι τελεσίδικη και συνεπώς παραδεκτά ασκείται κατ' αυτών η από 16-12-2022 αίτηση αναίρεσης, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 5-12-2022, με βάση τις επικαλούμενες (αλλά όχι προσκομιζόμενες) υπ' αριθ. ...-2022, ....2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Β., ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 20-12-2022 με το νόμιμο παράβολο. Αντίθετα, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο (1ο αναιρεσίβλητο) Θ. Κ., ο οποίος δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, δεν προκύπτει ότι όταν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτού, η υπόθεση είχε τελεσιδικήσει, καθόσον δεν προσκομίστηκε βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου ότι δεν άσκησε αυτός ανακοπή ερημοδικίας κατά της εφετειακής αποφάσεως ή ότι άσκησε αυτό το ένδικο μέσο και εκδόθηκε σχετική απόφαση.
Επομένως η κρινόμενη από 16-12-2022 αίτηση αναίρεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθό μέρος στρέφεται κατά του 1ου αναιρεσίβλητου Θ. Κ., ενώ ως προς τους λοιπούς θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ. 1,3 ΚΠολΔ). Επίσης παραδεκτά ασκήθηκαν και οι αναιρέσεις του M. (Μ.) S. (Σ.) κατά της Κ.
Β. και του εδρεύοντος στη ... χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" ωσαύτως κατά της Κ. Β., αφού, όπως προαναφέρθηκε οι αναιρεσείοντες αυτοί συνδέονται με τον συνεναγόμενό τους Θ. Κ. με δεσμό απλής ομοδικίας, και συνεπώς θα πρέπει και αυτές να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων τους (άρθ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Α) Όμοιοι λόγοι αναιρέσεως των αιτήσεων του M. (Μ.) S. (Σ.) και του εδρεύοντος στη ... χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση στην περίπτωση που το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ετσι ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή ότι δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1070/2006 ΕλλΔνη 2009.450). Στις διαδικαστικές προϋποθέσεις ανήκει και το ορισμένο της αγωγής και ιδρύεται ο παρών λόγος αν το δικαστήριο κατά παράβαση κανόνα δικαίου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου περιστατικά και κατ' ακολουθίαν κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή (ΑΠ 362/2011, ΑΠ 736/2019) και συγκεκριμένα αν η αγωγή ήταν ποσοτικά αόριστη και το δικαστήριο την θεώρησε ορισμένη. Ο λόγος αυτός μπορεί να συρρέει και με τον λόγο από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 914 και 926 ΑΚ με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ αν το απαράδεκτο του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ συνίσταται στη μη απόρριψη της στηριζόμενης στις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ αγωγής ως αόριστης, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο αυτής (αγωγής) δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 926 ΑΚ το αγωγικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου και δικαιολογούν την άσκηση του από αυτόν (αναιρεσίβλητο) κατά της αναιρεσείουσας ή σε ποιο σημείο δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της επίδικης διαφοράς.
Ο αναιρεσείων Μ. Σ. και η αναιρεσείουσα "Bank Julius Baer & CO LTD" με τον 1ο λόγο των αιτήσεων τους αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρότι προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός τους, έκρινε την από 16-12-2014 αγωγή παραδεκτή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό τους αν και δεν αναφέρεται στην ιστορική της βάση πότε και σε ποιόν δόθηκε η εντολή μεταφοράς των χρημάτων της αναιρεσίβλητης (Κ.
Β.), ποία ήταν η εντολοδόχος τράπεζα, καθώς και αν και πότε υπέγραψε η αναιρεσίβλητη κάποιο σχετικό έγγραφο για την εκτέλεσή της, ενώ αόριστη ήταν και η αναφορά της ενάγουσας στην αποστολή των επικαλούμενων παραστατικών με τα οποία φέρεται να την διαβεβαιώνει ο Θ. Κ. ότι τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε ομόλογα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 16-12-2014 αγωγής προκύπτει ότι αυτή περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά των εναγομένων, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Ειδικότερα η ενάγουσα, η οποία στηρίζει την αγωγική της αξίωση στη διαπραχθείσα σε βάρος της αδικοπραξία εκ μέρους του πρώτου και του δεύτερου των εναγομένων και τη σχέση πρόστησης με την τρίτη εναγόμενη, συνεπεία της οποίας υπέστη θετική ζημία και συνακόλουθα και ηθική βλάβη, διαλαμβάνει με πληρότητα στο δικόγραφο της αγωγής της α) όλα τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου και δεύτερου των εναγομένων (εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και εκ δόλου ενίσχυση και διατήρηση της εσφαλμένης εντύπωσης της ενάγουσας), β) τη ζημία που υπέστη (συνιστάμενη στα ποσά που έδωσε προς διαχείριση στον πρώτο εναγόμενο ως αντιπρόσωπο της τρίτης εναγόμενης, προκειμένου να τα μεταφέρει σε χαρτοφυλάκιο της στην τρίτη εναγόμενη τράπεζα, πλάνη την οποία ενίσχυσε και διατήρησε ο δεύτερος εναγόμενος, καθώς επίσης να τα επενδύσει στο όνομα και για λογαριασμό της, τα οποία ουδέποτε επένδυσε αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του) και γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο, με την έννοια της επαρκούς και πρόσφορης αιτίας, μεταξύ συγκεκριμένης θετικής της ζημίας και της συμπεριφοράς του πρώτου και δεύτερου των εναγόμενων, ενώ αναφορικά με τη σχέση πρόστησης εκτίθενται σε αυτή α) η μεταξύ της τρίτης εναγομένης και του δεύτερου, αλλά και του πρώτου εναγόμενου σχέση πρόστησης, για την οποία μάλιστα, θεωρείται με τη ρητή αναφορά στην αγωγή της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της πρόστησης, ότι προβάλλονται όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής, μεταξύ των οποίων είναι η διατήρηση και από την προστήσασα τρίτη εναγομένη του δικαιώματος να δίνει οδηγίες και εντολές στους προστηθέντες πρώτο και δεύτερο των εναγομένων σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας τους, β) η πιο πάνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια των προστηθέντων, που καλύπτει με πληρότητα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και γ) ότι η παραπάνω ενέργεια των προστηθέντων έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί, ήτοι της ανεύρεσης πελατών-επενδυτών όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο και του εκτελεστικού διευθυντή της τρίτης εναγομένης όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο.
Περαιτέρω, στις σελ. 8 επ. της αγωγής αναφέρονται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε προς βλάβη της περιουσίας της ενάγουσας, παραθέτοντας τις απατηλές του ενέργειες, από τις οποίες προκύπτει αιτιωδώς η ζημία της ενάγουσας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένη την από 16-12-2014 αγωγή, ορθά δεν κήρυξε αυτήν απαράδεκτη και επομένως ο 1ος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1667/2022), παρανομία δε συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).
Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β` του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) ". Στο αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, που φέρει τον γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, άμεση συνέργεια είναι η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκειά της και στην εκτέλεσή της, με την παροχή του αντικειμένου της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού, μάλιστα δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, ενώ οποιαδήποτε άλλη συνδρομή και ιδίως η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεσή της, είναι απλή συνέργεια.
Για την ύπαρξη απλής συνέργειας, υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 38/2022-ποιν.).
Η ψυχική συνδρομή μπορεί να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης του αυτουργού για την τέλεση της πράξης, καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ-ποιν. 449/2022, ΑΠ 38/2022-ποιν., ΑΠ-ποιν. 552/2020). Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (ΑΠ 38/2022-ποιν.).
Συνεπώς ο άμεσος ή ο απλός συνεργός σε αξιόποινη πράξη απάτης, που τέλεσε άλλος, διαπράττει και αυτός αδικοπραξία κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών, αυτουργού και συνεργών (ΑΠ 1181/2021,ΑΠ 16/2005).
Προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, όπως προαναφέρθηκε, η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται", διακρίνει δε το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο (ΑΠ 660/2022, Α.Π. 69/2013), ενώ αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει, βαριά δε αμέλεια υπάρχει όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθιστη και ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα αποτελέσματά της σε βάρος τρίτων (ΑΠ 1527/2023, ΑΠ 2062/2022, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 325/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, κατά την οποία "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία", καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 921/2021, ΑΠ 59/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τους 4ο, 5ο και 6ο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων M. S. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθ. 386 ΠΚ, 147 και 197 ΑΚ παρουσιάζει αντιφατικές άλλως ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την έννοια της παρανομίας επι προδικαστικού πταίσματος όταν εμπλέκεται στις διαπραγματεύσεις τρίτο πρόσωπο που εν προκειμένω είναι αυτό του αναιρεσείοντος, ισχυρισμό που είχε προτείνει με τον 3ο λόγο της έφεσής του, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων (4ος λόγος αναίρεσης).
Ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου και τις διατάξεις των άρθ. 914 ΑΚ σε συνδ. με αυτές των άρθ. 386 ΠΚ, 147 και 197 ΑΚ καθόσον οδηγήθηκε στη δημιουργία εσφαλμένης δικανικής πεποιθήσεως περί της εις ολόκληρον ευθύνης του από το γεγονός και μόνον ότι δήθεν χρησιμοποίησε μια λέξη σε αγγλική γλώσσα και ορολογία στη συνάντηση με την ενάγουσα, το σύζυγό της και τον Θ.
Κ., χωρίς να αναφέρει ποια ακριβώς λέξη χρησιμοποιήθηκε, η οποία να ανταποκρίνεται στη λέξη "αντιπρόσωπος" που κατανόησε η ενάγουσα με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια σχετικά με την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων στους κανόνες των άρθ. 147,197, 914 ΑΚ και 386 ΠΚ και κατ' επέκταση την ορθή εφαρμογή των τελευταίων, ισχυρισμό που είχε προτείνει στα δικαστήρια ουσίας (5ος λόγος).
Περαιτέρω αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ομοίως από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 914 και 926 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθ. 47 και 386 ΠΚ διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με το είδος της παράνομης συμπράξεώς του με τον πρώτο εναγόμενο Θ.
Κ. και ειδικότερα δεν αναφέρει ότι αυτός πέραν της συνδρομής στον δράστη της απάτης, γνώριζε για την τέλεση της κύριας πράξης και ότι είχε τη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει σ'αυτήν με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση του εγκλήματος που ο Κ. τέλεσε, ισχυρισμό που είχε προβάλει κατ' έφεση (6ος λόγος αναίρεσης).
Οι 4ος και 5ος λόγοι αναίρεσης καθό μέρος προσβάλλουν την εφετειακή απόφαση για παράβαση του άρθ. 197 ΑΚ, ερείδονται επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ευθύνη του 2ου εναγομένου δεν θεμελιώθηκε στην τέλεση απάτης κατά τις διαπραγματεύσεις υπό την εκδοχή του προσυμβατικού πταίσματος (άρθ. 197 σε συνδ.
με 147-149 ΑΚ), αλλά στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατά συνέργεια με τον 1ο εναγόμενο και επιπλέον στην υπαίτια παραβίαση των γενικών αρχών επιμέλειας και πρόνοιας κατ' άρθ. 200, 281 και 288 ΑΚ. Σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι η απάτη ως παραγωγική αιτία αποζημίωσης μπορεί να εμφανίζεται τόσο ως προσυμβατικό πταίσμα όσο και ως ιδιαίτερη αδικοπραξία, ανεξάρτητη από προσυμβατικό πταίσμα, όπως εν προκειμένω, κατά τον υπαγωγικό συλλογισμό θεμελιώνεται.
Με τον 2ο λόγο αναίρεσης η τραπεζική εταιρία "Bank Julius Baer & CO LTD" αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την παράβαση εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ σε συνδ. με αυτές των άρθ.386 ΠΚ, 147 ΑΚ, 197 ΑΚ περιλαμβάνουσα ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της παρανομίας του M.
S., αφού αυτός δεν είχε προσωπική βασική επιρροή στις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις μεταξύ του ζημιωθέντος και του Θ.Κ., την οποία αν και δέχθηκε, δεν αιτιολόγησε η προσβαλλομένη. Με τον 3ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ομοίως από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου παράβαση τις διατάξεις των άρθ. 386 ΠΚ, 147 ΑΚ και 197 ΑΚ γιατί δεν αποσαφήνισε ποιά λέξη χρησιμοποιήθηκε στην αγγλική γλώσσα κατά την κρίσιμη στιχομυθία στην συνάντηση του Μ.
Σ. με την ενάγουσα και τον Θ. Κ. και αν η λέξη αυτή πράγματι αποδίδει την έννοια του αντιπροσώπου όπως την αντιλήφθηκε η ενάγουσα, αρκεσθείσα στη διαβεβαίωση της ενάγουσας/αναιρεσιβλήτου Κ.Β. και του συζύγου της Π. Ν.-Ρ. ότι στη μεταξύ τους συνάντηση χρησιμοποιήθηκε η λέξη "αντιπρόσωπος" στην αγγλική γλώσσα.
Με τον 4ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθ. 926 εδ. α'περ. α'ΑΚ αφού από το σύνολο των παραδοχών δεν προκύπτει το είδος της παράνομης σύμπραξης του Θ.Κ. με τον M. S. ούτε αιτιολογείται ο δόλος του τελευταίου ως απλού συνεργού στην πράξη του πρώτου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος, Θ. Κ. είχε γνωριστεί με τον σύζυγο της ενάγουσας Π. Ν.-Ρ., ήδη από το έτος 1994, ενώ κατά το έτος 1995 τον είχε επισκεφθεί στο ιατρείο του μαζί με την δεύτερη σύζυγό του, όταν και ανέλαβε, με την ως άνω ιδιότητα του μαιευτήρα ιατρού, την παρακολούθηση αυτής κατά την διάρκεια των κυήσεών της, αλλά και τον τοκετό των τέκνων τους.
Κατά τα έτη 1996-1999 οι σχέσεις τους ετράπησαν σταδιακά από τυπικές σχέσεις αλληλεκτίμησης σε σχέσεις φιλίας και στην πορεία αναπτύχθηκαν στενές οικογενειακές σχέσεις, με παράλληλη συμμετοχή τους σε πολλές κοινές κοινωνικές δραστηριότητες. Κατά το έτος 1999, ο πρώτος εναγόμενος εργαζόταν στην εταιρία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ", ξεκίνησε δε, με την μεσολάβηση του ιδίου, μία επενδυτική δραστηριότητα του συζύγου της ενάγουσας με βραχυπρόθεσμα κέρδη και αποδόσεις.
Αρχικά η συνεργασία τους περιορίστηκε στις αγοραπωλησίες μετοχών ενώ στη συνέχεια ύστερα από συμβουλές και οδηγίες του πρώτου εναγόμενου, επεκτάθηκε με προσωπικό λογαριασμό που είχε ανοίξει ο τελευταίος στο όνομα τόσο της ενάγουσας όσο και του συζύγου της στη χρηματιστηριακή εταιρία STERLING FINANCIAL/BEAR STERNS.
Η διαχείριση των χρημάτων τόσο της ενάγουσας όσο και του συζύγου της, γινόταν με πρωτοβουλία, ευθύνη και επιλογές του πρώτου εναγόμενου και οι επενδυτικές προτάσεις και κινήσεις αυτού ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένες, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος διέθετε μεγάλη εμπειρία στην Αμερικανική χρηματοπιστωτική αγορά και ιδιαίτερα στην αμερικανική αγορά των ομολόγων, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να γίνει ο χρηματοοικονομικός τους σύμβουλος.
Το έτος 2002 ο πρώτος εναγόμενος αποχώρησε από την εταιρεία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" και δραστηριοποιήθηκε ως αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας STERLING FINANCIAL/BEAR STERNS στην Ελλάδα. Λόγω δε της σχέσης εμπιστοσύνης, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, η τελευταία από το έτος 2004 κατέβαλε σ'αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά σε δολάρια ΗΠΑ και ευρώ προς επένδυση και συγκεκριμένα όσον αφορά στα χρηματικά ποσά σε ευρώ από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό ταμιευτηρίου με δικαιούχους την ίδια και την κόρη της Φ. Β. του κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά: στις 31.1.2005 το ποσό των 25.000 ευρώ, στις 30.3.2005 το ποσό των 7.000 ευρώ, στις 4.4.2005 το ποσό των 3.000 ευρώ, στις 6.4.2005 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 19.5.2005 το ποσό των 8.000 ευρώ, στις 5.7.2005 το ποσό των 23.500 ευρώ, στις 31.8.2005 το ποσό των 15.000 ευρώ, στη 1.12.2005 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 27.2.2006 το ποσό των 10.000 ευρώ.
Επίσης τον Ιούνιο του έτους 2005 η ενάγουσα παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 202.000 ευρώ προκειμένου ο τελευταίος να τα επενδύσει σε μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου. Επομένως, το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας τη διαχείριση του οποίου είχε αναλάβει ο πρώτος εναγόμενος ανερχόταν στο ποσό των 315.000 ευρώ.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα παραστατικά της τράπεζας EFG EUROBANK, το από .../2009 έγγραφο αναγνωρίσεως της οφειλής του πρώτου εναγομένου, την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τις καταθέσεις των Μ. Ε. Κ., Φ. Β. και Π. Μ., οι οποίες περιέχονται αντίστοιχα στις υπ' αριθμ. ..., ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. και δεν αναιρούνται από οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η σχέση μεταξύ της οικογένειας της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου συνέχισε να είναι φιλική και να υφίσταται εμπιστοσύνη τόσο στις επενδυτικές γνώσεις και ικανότητες του τελευταίου, όσο και στην ηθική του υπόσταση και τη συμπεριφορά, ώστε τον είχαν διορίσει εκτελεστή διαθήκης και είχαν ζητήσει από τα τέκνα τους να απευθυνθούν στον ίδιο, σε περίπτωση που εκείνοι δεν θα βρίσκονταν πλέον στην ζωή.
Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος κατά το έτος 2005 κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Διευθυντή (Executive Director) της τρίτης εναγόμενης τράπεζας με δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης της τελευταίας. Μεταξύ της τρίτης εναγομένης και του πρώτου εναγόμενου, τον οποίο σύστησε στο δεύτερο εναγόμενο, ο M. G., Διευθυντής Χαρτοφυλακίου της τρίτης εναγομένης και ταυτόχρονα φίλος και κουμπάρος του πρώτου εναγόμενου, καταρτίστηκε η από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατών με την οποία ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο η εύρεση και μεσιτεία πελατών (ιδιώτες-επενδυτές) στην αντισυμβαλλόμενη τράπεζα επ' αμοιβή (προμήθεια) και υπό την προϋπόθεση της αποδοχής των πελατών από την τελευταία, σύμβαση την οποία υπέγραψαν για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης-τράπεζας ο δεύτερος εναγόμενος και η N. S. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούνταν να λαμβάνει υπόψη του θεμελιώδεις επαγγελματικούς στόχους της τρίτης εναγομένης στον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα.
Με ρητό όρο της εν λόγω σύμβασης, ο πρώτος εναγόμενος θα μπορούσε να συστήνει ιδιώτες επενδυτές στην τρίτη εναγομένη τράπεζα ως υποψήφιους πελάτες και η τελευταία (τράπεζα) θα αποφάσιζε κατά την την διακριτική της ευχέρεια κατά πόσο θα δημιουργείτο επαγγελματική σχέση με οποιαδήποτε φυσική ή νομική οντότητα θα σύστηνε.
Επιπροσθέτως, η τρίτη εναγόμενη θα του παρείχε υλικά προώθησης, στα οποία περιγράφονταν η εταιρεία και τα διαθέσιμα προϊόντα και οι προσφερόμενες υπηρεσίες. Με ρητούς, επίσης, όρους συμφωνήθηκε ότι α) ο πρώτος εναγόμενος δεν θα παρουσίαζε τον εαυτό του ως υπάλληλο ή εκπρόσωπο της τράπεζας, β) η τράπεζα ήταν διατεθειμένη να του πληρώσει προμήθεια και γ) η τράπεζα είχε το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση με άμεση ισχύ εάν ο πρώτος εναγόμενος παραβίαζε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την σύμβαση ή έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα της τράπεζας (έκτακτη καταγγελία της σύμβασης).
Επομένως, από τους προαναφερόμενους συμβατικούς όρους αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος παρείχε τις υπηρεσίες του προς την τρίτη εναγομένη με τη βούληση της και ειδικότερα προωθούσε κι εξυπηρετούσε τα επιχειρηματικά της συμφέροντα τελώντας πάντα υπό την εποπτεία, καθοδήγηση και επ' ωφελεία της τρίτης εναγόμενης τράπεζας κι επομένως τον πρώτο και την τρίτη των εναγόμενων συνέδεε σχέση πρόστησης κατά την έννοια του 922 ΑΚ, δεδομένου ότι για την ύπαρξη αυτής δεν απαιτείται υπαλληλική σχέση, αφού η σχέση πρόστησης μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών κι εν προκειμένω στη μεταξύ τους σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος εναγόμενος από την άνοιξη του έτους 2006 άρχισε να διαδίδει στον κοινωνικό του κύκλο, στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και ο ενάγων, ότι είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της τρίτης εναγόμενης ελβετικής τράπεζας, πράγμα που δεν ήταν αληθές και δεν θα μπορούσε να συμβεί, με βάση τους όρους της προαναφερθείσας σύμβασης μεταξύ αυτού και της τράπεζας, που είχε ο ίδιος συνομολογήσει και τελούσε εν γνώσει αυτών, προκειμένου δε να καταστήσει πλέον ισχυρές τις ψευδείς αυτές παραστάσεις προέβη στις ακόλουθες ενέργειες:
α) στην ιστοσελίδα που είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο από τον πρώτο εναγόμενο, ο τελευταίος παρουσιαζόταν ως εταίρος (partner) της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, β) στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook είχε καταχωρίσει-κατονομάσει ρητώς την τρίτη εναγόμενη ως εργοδότρια κι ότι αυτός κατείχε τη θέση του Managing Director γ) χρησιμοποιούσε αδιαλείπτως στην αλληλογραφία αλλά και στις λοιπές σημειώσεις του ενώπιον τρίτων έντυπα (επιστολόχαρτα) και γραφική ύλη με το λογότυπο "Julius Bar" ενώ μοίραζε στους πελάτες του εν είδη δώρου ακριβά στυλό που έφεραν το σήμα της "Julius Bar", δ) αρθρογραφούσε συστηματικά σε οικονομικά περιοδικά και εφημερίδες στον αθηναϊκό τύπο υπογράφοντας ως εταίρος (partner) της τρίτης εναγομένης και ε) από την 1/1/2017 είχε τοποθετήσει τόσο επί της εξώπορτας του γραφείου του στην Αθήνα όσο και στην κεντρική είσοδο του κτηρίου, επί της οδού Πανεπιστημίου αρ.15, πολυτελείς ευδιάκριτες πινακίδες με την επωνυμία της τρίτης εναγομένης τράπεζας.
Με βάση τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις πρότεινε στην ενάγουσα και στο σύζυγό της να ανοίξουν ο καθένας ξεχωριστά προσωπικό λογαριασμό στην τρίτη εναγομένη και να μεταφέρουν σε αυτόν το χαρτοφυλάκιό τους, που στην περίπτωση της ενάγουσας ανερχόταν κατά τα προαναφερόμενα, στο ποσό των 315.000 ευρώ. Η ενάγουσα και ο σύζυγός της πείσθηκαν και αποδέχθηκαν να επιλέξουν την ανωτέρω τράπεζα, λόγω της ιδιότητας του πρώτου εναγομένου ως αντιπροσώπου αυτής στην Ελλάδα υπό την επιφύλαξη να συμφωνήσουν με τους όρους συνεργασίας.
Για το λόγο αυτό προθυμοποιήθηκαν να μεταβούν για τη διαδικασία ανοίγματος των λογαριασμών στη Ζυρίχη, έδρα της τρίτης εναγομένης, προκειμένου να έχουν προσωπική επαφή με την τράπεζα όπου θα εμπιστεύονταν τα χαρτοφυλάκιά τους. Εξαιτίας δε της επιμονής τους και για να αποφευχθεί η μετάβασή τους στην Ελβετία, ο πρώτος εναγόμενος έσπευσε να τους ανακοινώσει την έλευση του δεύτερου εναγόμενου εντός του Απριλίου του έτους 2006 στην Αθήνα, με τον οποίο θα μπορούσαν να συζητήσουν τους όρους της συνεργασίας, αναφέροντας για τον τελευταίο ότι ήταν μεγαλοστέλεχος της τρίτης εναγομένης και γενικός επόπτης του γραφείου αντιπροσώπευσης της τράπεζας στην Ελλάδα-υπεύθυνος για τους Έλληνες πελάτες, ο οποίος επισκεπτόταν σε μηνιαία βάση το γραφείο αντιπροσώπευσης στην Αθήνα και συναντούσε εκεί τους Έλληνες πελάτες.
Η πραγματικότητα βέβαια ήταν ότι η παρουσία του δεύτερου εναγόμενου στην Ελλάδα ήταν αναγκαία για να ανοίξει λογαριασμό η ενάγουσα, αφού μόνο ο δεύτερος εναγόμενος ως ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένος από την τρίτη εναγόμενη τράπεζα μπορούσε να προβεί στην πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και σε καμία περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε μόνο την ιδιότητα του μεσάζοντος για την εύρεση πελατών, γεγονός που γνώριζε ο δεύτερος εναγόμενος αλλά αγνοούσε η ενάγουσα.
Στις 12/4/2006 ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε την ενάγουσα και το σύζυγό της στο ιατρείο του τελευταίου, προς υπογραφή των εγγράφων ανοίγματος λογαριασμών στην τρίτη εναγόμενη τράπεζα, συνοδευόμενος από το δεύτερο εναγόμενο, η παρουσία του οποίου ήταν κατά τα προαναφερόμενα απαραίτητη για το σκοπό αυτό.
Στη συνάντηση αυτή, κατά την οποία η συζήτηση έγινε εξ ολοκλήρου στην αγγλική γλώσσα, την οποία κατανοούσαν πλήρως όλοι οι παρευρισκόμενοι, ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις περί της ιδιότητας του αντιπροσώπου της τρίτης εναγόμενης τράπεζας ενώπιον και παρουσία της ενάγουσας και του συζύγου της Π.
Ν. αλλά και του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος δεν τον διέψευσε, αν και τελούσε εν γνώσει των όρων της σύμβασης την οποία είχε υπογράψει για λογαριασμό της τράπεζας και συγκεκριμένα ότι με ρητό συμβατικό όρο δεν μπορούσε ο πρώτος εναγόμενος να εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης τράπεζας, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγόμενου και ενισχύοντας την ως άνω πεπλανημένη εντύπωση της ενάγουσας περί της σχέσης του πρώτου εναγόμενου με την εναγόμενη τράπεζα, ενώ επιπροσθέτως μίλησε με ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια για τον πρώτο εναγόμενο και τις διαχειριστικές του ικανότητες στα χαρτοφυλάκια, παράλληλα δε τους ενημέρωσε ότι αυτός θα ήταν ο υπεύθυνος των λογαριασμών τους και ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχούν διότι τα χρήματά τους βρίσκονταν σε καλά χέρια και τέλος ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του για οποιοδήποτε σχετικό θέμα.
Με τη συμπεριφορά του αυτή ο δεύτερος εναγόμενος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της ενάγουσας και του συζύγου της να ανοίξουν λογαριασμούς στην τρίτη εναγόμενη τράπεζα και να μεταφέρουν τα κεφάλαια τους σε αυτή, πιστεύοντας ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν πράγματι αντιπρόσωπος της ελβετικής τράπεζας στην Ελλάδα.
Αυτή η συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων, η οποία ήταν άκρως επαγγελματική και πειστικότατη οδήγησε την ενάγουσα και το σύζυγό της στην απόφαση να προχωρήσουν αυθημερόν στην υπογραφή των συμβάσεων ανοίγματος λογαριασμών. Εξάλλου, η δήθεν ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης τράπεζας σε συνδυασμό με τη φιλία και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της ενάγουσας ενίσχυσε καθοριστικά την πεπλανημένη αντίληψη της ότι μπορούσε να εμπιστευτεί το χαρτοφυλάκιό της στην τρίτη εναγομένη ελβετική τράπεζα και μάλιστα να έχει διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της τον εκπρόσωπό της στην Ελλάδα.
Επιπροσθέτως συμφωνήθηκε ρητώς να λαμβάνουν η ενάγουσα και ο σύζυγός της ενημέρωση της κατάστασης των λογαριασμών τους με απευθείας αποστολή των σχετικών παραστατικών από την τράπεζα στη διεύθυνση της οικίας τους στη Φιλοθέη. Η ενάγουσα μετά τις παραπάνω συστάσεις αποχώρησε από τη συνάντηση και τα σχετικά έγγραφα για το άνοιγμα του λογαριασμού της, παραδόθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο στο σύζυγο της ενάγουσας, τα οποία η τελευταία υπέγραψε στην οικία της και συγκεκριμένα:
α) την από 12/4/2016 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού και λογαριασμού θεματοφυλακής για ιδιώτες, η οποία ήταν ήδη προτυπωμένη ως προς όλα τα στοιχεία και τον αριθμό του λογαριασμού με υπεύθυνο λογαριασμού το δεύτερο εναγόμενο και β) την άδεια διαχείρισης λογαριασμού από τρίτον, επίσης προτυπωμένη, με την οποία όρισε τον πρώτο εναγόμενο ως πληρεξούσιο να διαχειρίζεται στη θέση της τα περιουσιακά στοιχεία του λογαριασμού της.
Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται ότι αν ο δεύτερος εναγόμενος είχε διαψεύσει τις ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγόμενου περί αντιπροσώπευσης της τράπεζας στην Ελλάδα, ως όφειλε, έχοντας πλήρη γνώση, όπως προαναφέρθηκε της από 11.8.2005 σύμβασης του πρώτου με την τρίτη των εναγομένων, η ενάγουσα θα είχε ανακαλύψει εξ αρχής τα ψεύδη και την απάτη του πρώτου εναγόμενου θα είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του και κατά συνέπεια θα είχε αποτρέψει τη μεταφορά των περιουσιακών της στοιχείων στις 18.5.2006 στην τρίτη εναγομένη αλλά και τις μετέπειτα καταβολές στον πρώτο εναγόμενο προς επένδυση, ενώ θα είχε ζητήσει άμεσα την επιστροφή των τμηματικών καταβολών ποσού 105.140 ευρώ, που του είχε καταβάλει προς διαχείριση από τις 13.3.2006 έως την 11.4.2006.
Με αυτό τον τρόπο ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στη ενάγουσα ότι ο παραπάνω λογαριασμός με αριθμό ... είχε ανοίξει και ότι είχε μεταφέρει σε αυτόν το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας καθώς επίσης ότι είχε ανοιχθεί στο όνομα του συζύγου της ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος περιελάμβανε το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου σε ομόλογα Αμερικανικού Δημοσίου.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα αφενός έκανε αίτηση για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού αφετέρου έδωσε άδεια διαχείρισης λογαριασμού από τρίτο αποδεικνύεται, αν και δεν προσκομίζει τα σχετικά έγγραφα, τόσο από το από .../2009 έγγραφο αναγνώρισης οφειλής του πρώτου εναγομένου, το οποίο φέρει βέβαιη χρονολογία, στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό στην τρίτη εναγόμενη ελβετική τράπεζα, τον οποίο διαχειριζόταν η IPBC/Θ.
Κ. καθώς κι από την ένορκη κατάθεση του συζύγου της ενάγουσας Π. Ν.-Ρ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος ενεγχείρισε τα αντίστοιχα έγγραφα που υπέγραψε ο ίδιος την ανωτέρω ημέρα, και είναι οι γενικοί όροι συναλλαγών των επίδικων συμβάσεων φέρουν δε προτυπωμένο τον αριθμό λογαριασμού που θα άνοιγε ο σύζυγος της ενάγουσας στην τρίτη εναγομένη αλλά και από τα προσκομιζόμενα από 31/12/2007, 30/9/2008 και 31/9/2009 πλαστά παραστατικά κίνησης του λογαριασμού, με το λογότυπο της τρίτης εναγομένης, τα οποία παρέδιδε ο πρώτος εναγόμενος στην ενάγουσα συνολικής αξίας 217.425 ευρώ, 288.330,79 ευρώ και 356.860,65 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία δεν θα της προσκόμιζε αν δεν είχε συμφωνηθεί το άνοιγμα λογαριασμού στην ελβετική τράπεζα και η διαχείριση αυτού από τον πρώτο εναγόμενο.
Επίσης, τόσο η ενάγουσα όσο και ο σύζυγός της παρά τη ρητή συμφωνία που είχαν κάνει στις 12.4.2006 με την τρίτη εναγόμενη, δια του νόμιμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγόμενου, για απευθείας ενημέρωση για την κίνηση των λογαριασμών τους, ουδέποτε έλαβαν από την τράπεζα οποιαδήποτε ενημέρωση, ενώ όταν απευθύνθηκαν για αυτό στον πρώτο εναγόμενο τους ενημέρωσε ότι κατόπιν συνεννόησης με το δεύτερο εναγόμενο τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού τα έστελνε ταχυδρομικώς η τράπεζα σε αυτόν, ως αντιπρόσωπο της στην Ελλάδα.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το Φεβρουάριο του έτους 2007 ο πρώτος εναγόμενος επικαλούμενος αιφνίδια μεταβολή στην τραπεζική φορολογική νομοθεσία της Ελβετίας, σύμφωνα με την οποία οι εταιρικοί λογαριασμοί θα είχαν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση από τους ατομικούς, έπεισε την ενάγουσα και το σύζυγό της να προβούν σε σύσταση εταιρίας στον Παναμά, η οποία επίσης θα άνοιγε τραπεζικό λογαριασμό στην τρίτη εναγόμενη, προκειμένου να μεταφερθεί σε αυτόν το χαρτοφυλάκιο των αμερικάνικων ομολόγων του συζύγου της από τον προσωπικό του λογαριασμό (...).
Πράγματι κατόπιν των υποδείξεων του πρώτου εναγομένου, η ενάγουσα και ο σύζυγός της σύστησαν στον Παναμά την εταιρεία με την επωνυμία "ABERSON Inv.SA". Ωστόσο αυτή τη φορά η ενάγουσα και ο σύζυγός της επέμεναν να μεταβούν οι ίδιοι στην Ελβετία για το άνοιγα του λογαριασμού. Πράγματι στις 16/3/2007, συνοδευόμενοι από τον πρώτο εναγόμενο επισκέφθηκαν τα γραφεία της τρίτης εναγομένης ελβετικής τράπεζας, προκειμένου να ανοιχθεί ο λογαριασμός της εταιρείας "ABERSON Inv.SA"., ενώ ο πρώτος εναγόμενος κάλυψε τα έξοδα του ταξιδιού τους, παριστάνοντας ψευδώς στους ανωτέρω ότι ήταν δώρο από την τρίτη εναγόμενη.
Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε σε ιδιαίτερο γραφείο της τρίτης εναγομένης τράπεζας με την παρουσία του δεύτερου εναγόμενου και η οποία διήρκησε περίπου μία ώρα συζητήθηκε η μεταφορά του χαρτοφυλακίου του συζύγου της ενάγουσας στο νέο εταιρικό λογαριασμό, ενώ ζητήθηκε από την ενάγουσα να ανοιχθεί ένας νέος κοινός λογαριασμός με δικαιούχους την ίδια, σύζυγό της και τη θυγατέρα της από τον πρώτο της γάμο Φ.
Β. Καθ' όλη τη διάρκεια της συνάντησης ο δεύτερος εναγόμενος συμφώνησε κατ' επανάληψη με την πρόταση του πρώτου εναγόμενου να μεταφέρουν το σύνολο του χαρτοφυλακίου του συζύγου της από τον προσωπικό του λογαριασμό στον νέο εταιρικό λογαριασμό, αν και ο τελευταίος γνώριζε ότι ο προσωπικός λογαριασμός του συζύγου της ήταν αδιαλείπτως μηδενικός και συνεπώς δεν υπήρχαν κεφάλαια προς μεταφορά ενώ ο δήθεν υπ' αριθμ. ...
προσωπικός της λογαριασμός δεν είχε ανοιχθεί ποτέ με αποτέλεσμα με την εν λόγω συμπεριφορά του να διατηρήσει και να ενισχύσει την πλάνη τους αναφορικά με την ύπαρξη και το περιεχόμενο των ανωτέρω λογαριασμών, ούτε συνάδει με τη λογική ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο δεύτερος εξ αυτών δεν τους το ανέφερε από λόγους ευγένειας, καθώς αν τους είχε ενημερώσει ως όφειλε, λόγω της ιδιότητας του ως υπεύθυνος του λογαριασμών τους, για την ανωτέρω κατάσταση θα είχε αποτρέψει την εξαπάτησή τους και τόσον η ενάγουσα όσο και ο σύζυγός της δεν θα προέβαιναν στη μεταφορά επιπλέον κεφαλαίων.
Μετά από αυτά ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα και το σύζυγό της ότι είχε ανοιχθεί ο υπ' αριθμ. ... εταιρικός λογαριασμός, στον οποίο με τη χρήση πλαστών παραστατικών τους έπεισε ότι είχαν πιστωθεί τα ομόλογα του Αμερικανικού Δημοσίου του συζύγου της ενάγουσας, καθώς και ο υπ' αριθμ. ...
κοινός λογαριασμός με δικαιούχους τους ίδιους και την κόρη της ενάγουσας. Αναφορικά δε με το από 23/3/2007 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φέρεται να έστειλε ο δεύτερος εναγόμενος στον πρώτο εξ αυτών σχετικά με το άνοιγμα του εταιρικού λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρίας με την επωνυμία "ABERSON Inv.SA" από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι εστάλη κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία.
Με αυτό τον τρόπο ο πρώτος εναγόμενος Inv.SA" από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι εστάλη κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία. Με αυτό τον τρόπο ο πρώτος εναγόμενος από τον Απρίλιο του έτους 2006 και μέχρι τα τέλη του έτους 2009 εξακολουθούσε να συστήνεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης, εδραιώνοντας τη φήμη του ως εξαιρετικά επιτυχημένου χρηματιστή και παριστάνοντας ψευδώς στην ενάγουσα ότι οι επενδύσεις της ήταν κερδοφόρες, την έπεισε εκτός από τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου της, ύψους 315.000 ευρώ να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 14/6/2006 έως και τις 25/7/2008 τα ακόλουθα ποσά:
στις 14/6/2006 το ποσό των 1.000 ευρώ, στις 20/6/2006 το ποσό των 5.000 ευρώ, στις 8/9/2006 το ποσό των 8.000 ευρώ, στις 9/10/2006 το ποσό των 60.000 ευρώ, στις 20/10/2006 το ποσό των 5.290 ευρώ, στις 6/11/2006 το ποσό των 6.400 ευρώ, στις 11/12/2006 το ποσό των 21.800 ευρώ, την 1/3/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 28/3/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 18/4/2007 το ποσό των 9.000 ευρώ, στις 21/6/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 12/7/2007 το ποσό των 50.000 ευρώ, στις 12/7/2007 το ποσό των 50.000 ευρώ, στις 12/7/2007 το ποσό των 40.000 ευρώ, στις 25/7/2008 το ποσό των 2.688 ευρώ και τέλος στις αρχές Σεπτεμβρίου 2007 το ποσό των 42.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 331.178 ευρώ.
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος παριστάνοντας ψευδώς στην ενάγουσα ότι το χαρτοφυλάκιο που διαχειριζόταν παρουσίαζε κέρδη, τις επέστρεψε ως δήθεν αποδόσεις του χαρτοφυλακίου διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήλθαν μέχρι και τις 25/11/2009 στο συνολικό ποσό των 311.546,66 ευρώ. Το γεγονός ότι οι παραπάνω καταβολές γίνονταν σε προσωπικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου είτε μετρητοίς σε αυτόν δεν αναιρεί την πεπλανημένη αντίληψη της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, διότι αυτή διαμορφώθηκε ένεκα της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου και δεύτερου των εναγομένων και ειδικότερα ότι οι καταβολές γίνονταν στον πρώτο εναγόμενο υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου της τρίτης εναγόμενης τράπεζας προκειμένου να μεταφέρει τα ανωτέρω κεφάλαια στον προσωπικό λογαριασμό της ενάγουσας στην ανωτέρω τράπεζα.
Το Νοέμβριο του έτους 2009 η ενάγουσα ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να γίνει μεταφορά του χρηματικού ποσού των 230.000 ευρώ από το λογαριασμό της στην τρίτη εναγόμενη σε λογαριασμό της στην τράπεζα EFG Eurobank. Ο πρώτος εναγόμενος, αφού επιχείρησε με διάφορες προφάσεις να καθυστερήσει την εκτέλεση της εντολής υπέγραψε την από .../2009 αναγνώριση οφειλής ύψους 230.000 ευρώ ενώ με την υπ' αριθμ. ....2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ρ. δήλωσε ότι προς διευκόλυνση της πληρωμής του υφιστάμενου χρέους θα αποδεχθεί συναλλαγματικές. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το χρηματικό ποσό των 230.000 ευρώ δεν αντιστοιχεί στο σύνολο της οφειλής του πρώτου εναγόμενου προς την ενάγουσα, αλλά σε μέρος αυτής και συγκεκριμένα του κεφαλαίου, για το οποίο η ενάγουσα έδωσε κατά τα προαναφερόμενα εντολή να μεταφερθεί σε λογαριασμό της στην τράπεζα Eurobank.
Λόγω των ανωτέρω η εμπιστοσύνη της ενάγουσας στο πρόσωπο του πρώτου εναγόμενου κλονίσθηκε και η τελευταία έδωσε εντολή το Δεκέμβριο του έτους 2009 στον πληρεξούσιο δικηγόρο της να ερευνήσει την τύχη των λογαριασμών της στην τρίτη εναγόμενη και συγκεκριμένα α) εάν πράγματι ανοίχθηκαν και υφίστανται στην τρίτη εναγομένη τράπεζα ι.
ο προσωπικός λογαριασμός της με αριθμό ..., ιι. Ο προσωπικός λογαριασμός του συζύγου της Π. Ν.-Ρ. με αριθμό ..., ιιι. Ο κοινός λογαριασμός της ενάγουσας με το σύζυγό της και τη θυγατέρα της με αριθμό ... και ιν. ο εταιρικός λογαριασμός με αριθμό ... επ'ονόματι ABERSON INV.S.A. β) εάν ήταν γνήσια ή πλαστά τα παραστατικά κίνησης του λογαριασμού με αριθμό με αριθμό ...
καθώς και του εταιρικού λογαριασμού με αριθμό ..., τα οποία έφεραν ευκρινώς το λογότυπο και τα πλήρη στοιχεία της τρίτης εναγόμενης και τα οποία της παρέδιδε ο πρώτος εναγόμενος ως δήθεν απόδειξη για τις τραπεζικές της καταθέσεις και γ) εάν η τρίτη εναγομένη είχε πράγματι γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα με αντιπρόσωπο τον πρώτο εναγόμενο και σε αρνητική περίπτωση εάν υπήρχε οποιαδήποτε έννομη σχέση με αυτόν.
Στις 10/12/2009 έλαβε χώρα στα γραφεία της τρίτης εναγομένης στη Ζυρίχη συνάντηση μεταξύ του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας και του Διευθύνοντος Συμβούλου της τράπεζας E. E. στον οποίο κι επεδείχθησαν τα παραστατικά κίνησης του εταιρικού λογαριασμού επ ονόματι ABERSON INV.S.A. Ο τελευταίος μετά την επισκόπηση τους επιφυλάχθηκε να απαντήσει μεταγενέστερα κι εγγράφως για τη γνησιότητα τους, ενώ ρητώς διαβεβαίωσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ότι η τρίτη εναγομένη δεν είχε ποτέ γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα καθώς επίσης ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν σε καμία περίπτωση αντιπρόσωπός της.
Στα παραπάνω ερωτήματα κι ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας είχε αποστείλει αυθημερόν την από 10/12/2009 εξώδικη επιστολή προς την τρίτη εναγομένη και συγκεκριμένα υπ' όψη του ανωτέρω Διευθύνοντος Συμβούλου και του δεύτερου εναγομένου, η τελευταία με τις από 16/12/2009, 22/12/2009 και 26/1/2010 απαντητικές επιστολές, οι οποίες κοινοποιήθηκαν αντίστοιχα στις 18/12/2009, 24/12/2009 και 28/1/2010 προέβη στην ακόλουθη ενημέρωση:
α) ι. ότι ο προσωπικός λογαριασμός με αριθμό ... είναι ανύπαρκτος, ιι. ότι ο κοινός λογαριασμός της ενάγουσας με τη σύζυγό της και τη θυγατέρα της με αριθμό ... δεν άνοιξε ποτέ, καθότι δεν προσκομίσθηκαν στην τράπεζα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού, ιιι. ότι ο υπ' αριθμ.... επ' ονόματι του συζύγου της άνοιξε και υφίστατο μεν στην τράπεζα, δεν είχε όμως χρησιμοποιηθεί ποτέ, δηλαδή εμφάνιζε από την ημερομηνία ανοίγματος μηδενικό υπόλοιπο και ιν.
ο εταιρικός λογαριασμός με αριθμό ... επ ονόματι ABERSON INV.S.A ήταν ανύπαρκτος και ότι ουδέποτε ολοκληρώθηκε η νόμιμη διαδικασία ανοίγματος του λογαριασμού β) ότι το σύνολο των παραστατικών κίνησης των ανωτέρω προσωπικών λογαριασμών ήταν στο σύνολό τους πλαστά και γ) ότι η τράπεζα ουδέποτε είχε στην Ελλάδα γραφείο αντιπροσώπευσης, χωρίς ωστόσο να απαντήσει εάν διατηρούσε οποιαδήποτε έννομη σχέση με τον πρώτο εναγόμενο καθώς και τη φύση της σχέσης αυτής.
Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και με την κατάρτιση και χρήση των προαναφερόμενων πλαστών εγγράφων πέτυχε να λάβει από την ενάγουσα την εντολή μεταφοράς χρημάτων της στην τρίτη εναγομένη τράπεζα, συνολικού ποσού 315.000 ευρώ καθώς επίσης να του καταβάλει η τελευταία προς επένδυση επιπλέον κεφάλαια επίσης να του καταβάλει η τελευταία προς επένδυση επιπλέον κεφάλαια ποσού 331.178 ευρώ και συνολικά κεφάλαια με εντολή προς διαχείριση συνολικού ύψους 646.178 ευρώ με σκοπό να προσπορισθεί παράνομο όφελος με ζημία της ενάγουσας, όπως κι έπραξε ιδιοποιούμενος το συνολικό ποσό των 334.631,34 ευρώ [646.178-311.546,66], το οποίο ενσωμάτωσε οριστικά στην περιουσία του, χρησιμοποιώντας το κατά βούληση για τις δικές του ανάγκες, ζημιώνοντας ισόποσα την περιουσία της ενάγουσας, όπως με δύναμη δεδικασμένου έκρινε η υπ' αριθμ. 2/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση από τον πρώτο εναγόμενο.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ. 3185α/2017,928,1304α,1467,1989,2026/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. 1080/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ε σκοπό όφελος που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ αλλά και το ποσό των 120.000 ευρώ, της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ αλλά και το ποσό των 120.000 ευρώ, τις οποίες τέλεσε μεταξύ άλλων προσώπων και σε βάρος της ενάγουσας, όπως επίσης και για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα.
Περαιτέρω, όσον αφορά στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα της από 7/9/2020 έφεσης αποδείχθηκε ότι παρείχε με πρόθεση απλή συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο πριν και κατά την τέλεση της πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση με σκοπό οφέλους άνω των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος Εκτελεστικός Διευθυντής (Executive Director) της τρίτης εναγόμενης ελβετικής τράπεζας, η οποία ενδιαφερόταν να προσελκύσει πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο, παρά το γεγονός ότι γνώριζε, λόγω της στενής επαγγελματικής σχέσης και των προσωπικών επαφών που διατηρούσε με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε ήδη πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο, ότι ο τελευταίος προκειμένου να τελεσφορήσει με επιτυχία η προσέλευση πελατών-επενδυτών στην συγκεκριμένη τράπεζα, παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τρίτης εναγόμενης τράπεζας στην Ελλάδα, επιβεβαίωνε και επισφράγιζε τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις αυτού προς τον ενάγοντα και τη σύζυγό του, παριστάμενος μαζί του στις συναντήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί με τους ανωτέρω, κατά τις οποίες, παρότι γνώριζε το ψευδές των ισχυρισμών του πρώτου εναγόμενου περί της ιδιότητάς του ως αντιπροσώπου της πιο πάνω ελβετικής τράπεζας τους οποίους ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε ενώπιον του, δεν τον διέψευσε, διατηρώντας και επιτείνοντας την πλάνη της ενάγουσας και του συζύγου της, συντελώντας έτσι, με την συνολική συμπεριφορά του, στη δημιουργία πεπλανημένης αντίληψης στην ενάγουσα ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε συνεργασία με την ως άνω ελβετική τράπεζα σοβαρότερου και εκτενέστερου εύρους, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του να προβεί στην μεταφορά του χαρτοφυλακίου του στην εν λόγω ελβετική τράπεζα και την υπογραφή των απαιτουμένων εγγράφων για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών με υπεύθυνο λογαριασμού το δεύτερο εναγόμενο και διαχειριστή τον πρώτο, όπως προαναφέρθηκε.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος παρά το γεγονός ότι είχε σταλεί από την ελβετική τράπεζα στην Ελλάδα προκειμένου να προσελκύσει πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο κατά το έτος 2006 και είχε οριστεί υπεύθυνος των προαναφερθέντων λογαριασμών, από τους οποίους ο μεν υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός του συζύγου της ενάγουσας είχε ανοιχθεί αλλά παρέμενε ανενεργός ενώ οι λοιποί ουδέποτε ανοίχθηκαν, δεν ενημέρωσε την ενάγουσα και το σύζυγό της, όπως είχε υποχρέωση λόγω της θέσης του στην τράπεζα αλλά και της προηγηθείσας προσωπικής επικοινωνίας του με αυτούς, ούτε κατά την μετάβασή τους στην τράπεζα στην Ελβετία, όπου είχε με αυτούς προσωπική συνάντηση, την οποία είχε οργανώσει ο πρώτος εναγόμενος, αλλά ούτε και μεταγενέστερα ότι ουδείς λογαριασμός άνοιξε και λειτούργησε κατά τα ενώπιον του συμφωνηθέντα.
Να σημειωθεί δε ότι κύριο θέμα συζήτησης στην εν λόγω συνάντηση ήταν η μεταφορά των χρημάτων από τον προσωπικό λογαριασμό του συζύγου της ενάγουσας, στον εταιρικό λογαριασμό επ' ονόματι της ABERSON INV.S.A, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε μνεία από το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος του λογαριασμού, ότι ο εν λόγω προσωπικός λογαριασμός ήταν μηδενικός κι επομένως δεν υπήρχε κεφάλαιο για μεταφορά, ούτε φυσικά η παράλειψη του αυτή οφείλεται σε λόγους ευγένειας και διακριτικότητας όπως ισχυρίζονται ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων αλλά σε γνώση του σχεδίου εξαπάτησης του πρώτου εναγομένου, ο οποίος σε διαφορετική περίπτωση δεν θα οργάνωνε ποτέ την προαναφερόμενη συνάντηση της ενάγουσας με το δεύτερο εναγόμενο στα γραφεία της τρίτης εναγομένης στην Ελβετία, διότι θα αποκαλύπτονταν οι ψευδείς ισχυρισμοί του.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο δεύτερος εναγόμενος δέχθηκε να υπογράψει ο σύζυγος της ενάγουσας εντολή μεταφοράς των ομολόγων από τον προσωπικό του λογαριασμό στην τρίτη εναγόμενη στον εταιρικό λογαριασμό ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρχε αντικείμενο συναλλαγής αφού ο λογαριασμός ήταν μηδενικός, γεγονός που αποσιώπησε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η ως άνω εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου, με την οποία είχε εκτεθεί ο δεύτερος αλλά και η τρίτη των εναγομένων ελβετική ως άνω τράπεζα από τη διάδοση εκ μέρους αυτού της ψευδούς πληροφορίας ότι υπήρξε εκπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα, συμπεριφορά η οποία είχε περιέλθει σε γνώση της εν λόγω τράπεζας ήδη από 10.12.2009, οπότε ο προαναφερθείς συνήγορος της ενάγουσας είχε εγχειρίσει στον Γενικό Διευθυντή και Ανώτατο Σύμβουλο της τράπεζας E. E., κατά την συνάντησή τους στην Ζυρίχη, στο πλαίσιο του αιτήματός του προς την τράπεζα για παροχή πληροφοριών, αντίγραφα κίνησης 1) του λογαριασμού ...
στο όνομα της ενάγουσας με ημερομηνία έκδοσης 30.9.2008 και 31.12.2007, 2) του λογαριασμού ... στο όνομα Α. Β. εκδοθέντα 30.10.2009, 30.9.2009 και 31.8.2009 και 3) του λογαριασμού ... αναφορικά με την εταιρία Aberson Inv SA εκδοθέντα την 30.9.2008 και 31.12.2007, όπως τούτο αποδεικνύεται από την από 20.1.2010 συστημένη επιστολή του ιδίου ως άνω συνηγόρου, που ήταν πλαστά, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την τράπεζα με το από 26.1.2010 έγγραφο αυτής σε απάντηση της ως άνω επιστολής, στο οποίο αναφέρεται ότι τα αντίγραφα αναλυτικής κίνησης λογαριασμών που τους επιδείχθηκαν δεν ταυτίζονται με τα έγγραφα που εκδίδει η τράπεζα, την 17.12.2009, ήτοι επτά ημέρες μετά την ως άνω ενημέρωσή της για την ύπαρξη των ως άνω πλαστών αντιγράφων λογαριασμών και την αποστολή της ως άνω επιστολής και την επομένη της απαντητικής επιστολής αυτής καταγγέλθηκε από την ελβετική τράπεζα η ως άνω από 11.8.2005 σύμβαση μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου με το με ίδια ημερομηνία έγγραφο, που έφερε την υπογραφή του δεύτερου εναγομένου κάτω από την επωνυμία της τρίτης εξ αυτών τράπεζας αφού τον ευχαρίστησαν για την υποστήριξη και την συνεργασία του αν και υπήρχε στη σύμβαση ρητή συμβατική ρήτρα περί έκτακτης καταγγελίας στην περίπτωση που ο πρώτος εναγόμενος παραβίαζε οποιοδήποτε όρο της συμβάσεως ή έθετε με οποιονδήποτε τρόπο σε κίνδυνο τα συμφέροντα της τρίτης εναγομένης, όπως εν προκειμένω με την έκδοση πλαστών παραστατικών και την ψευδή διάδοση ότι ήταν αντιπρόσωπος αυτής, η τρίτη εναγομένη δια του δευτέρου εναγομένου ως αντιπροσώπου της επέλεξε κατά τα προαναφερόμενα την τακτική καταγγελία.
Και ενώ με το από 15.3.2010 έγγραφο της τρίτης εναγομένης τράπεζας προς τον πρώτο εναγόμενο εφιστάται η προσοχή προς αυτόν αναφορικά με την διάδοση από αυτόν αναληθών πληροφοριών όσον αφορά τη σχέση του με την τράπεζα με παράλληλη ενημέρωση αυτού ότι η εν λόγω απρεπής συμπεριφορά του μπορεί να αποτελέσει παράβαση του νόμου και απαιτήθηκε από αυτόν να απέχει χωρίς καθυστέρηση από την διάδοση των όποιων ψευδών και παραπλανητικών πληροφοριών, ουδεμία ευθύνη αποδόθηκε σ' αυτόν για την προαναφερθείσα συμπεριφορά του και την παράβαση της συμβατικά αναληφθείσας υποχρέωσής του, ουδέποτε κλήθηκαν τα θύματα της ανωτέρω απάτης και πλαστογραφίας.
Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ. 3185α/2017,928,1304α, 1467,1989,2026/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη ως προς την ενοχή του δυνάμει της υπ' αριθμ. 1080/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος της πράξης της απλής συνέργειας στην αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση με σκοπό οφέλους άνω των 120.000 ευρώ.
Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ο οποίος ήταν ανώτερο διευθυντικό στέλεχος της τρίτης εναγόμενης τράπεζας εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής να την εκπροσωπεί και να τη δεσμεύει δια της υπογραφής του εκπροσωπώντας την τρίτη εναγόμενη και κατά την εκτέλεσή των καθηκόντων του, προξένησε στην ενάγουσα περιουσιακή ζημία λόγω της τέλεσης του ποινικού αδικήματος, για το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάσθηκε επιπροσθέτως δε λόγω της υπαίτιας παραβίασης εκ μέρους του των γενικών αρχών επιμέλειας και πρόνοιας που προκύπτουν από τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζών και πελατών, δεδομένου ότι η υλοποίηση της απάτης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου δεν θα μπορούσε να συντελεστεί χωρίς τη συνδρομή του δεύτερου εναγομένου κατά τα προαναφερόμενα.
Είναι βέβαια, γεγονός ότι η ενάγουσα και ο σύζυγός της είχαν μακρά γνωριμία, φιλία, οικογενειακή σχέση και συνεργασία με τον πρώτο εναγόμενο, ωστόσο, στην απόφαση τους να προβούν στην μεταφορά των χρημάτων τους στην εν λόγω ελβετική τράπεζα και την υπογραφή των απαιτουμένων εγγράφων για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών με υπεύθυνο λογαριασμού το δεύτερο εναγόμενο και διαχειριστή τον πρώτο εξ αυτών, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, όπως προαναφέρθηκε, οι ως άνω ψευδείς παραστάσεις του πρώτου εναγομένου ότι ήταν αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης τράπεζας στην Ελλάδα και την επιβεβαίωση αυτών με την παρουσία και την προαναφερθείσα συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου κι επομένως υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας του ενάγοντος.
Με βάση τα ανωτέρω ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων ενεργώντας παράνομα και υπαίτια προκάλεσαν περιουσιακή ζημία στην ενάγουσα συνολικού ποσού 334.631,34 ευρώ.
Εξάλλου αντικειμενικά υπεύθυνη είναι και η τρίτη εναγόμενη τράπεζα ως προστήσασα τους δύο πρώτους των εναγομένων και συγκεκριμένα αναφορικά με το δεύτερο εναγόμενο πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά οργάνου υπαλλήλου της, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί ενώ αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η ως άνω αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την παραπάνω περιγραφόμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των εναγομένων, δηλαδή αυτή ακριβώς η μεταξύ τους σχέση υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος του ενάγοντος.
Ειδικότερα, εάν δεν υπήρχε η σχέση πρόστησης μεταξύ του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων, η οποία θεμελιώνεται στην από 11.8.2005 σύμβαση εύρεσης πελατείας, ο πρώτος εναγόμενος δεν θα μπορούσε να παρουσιάζεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, να προωθεί τα προγράμματα της, να χρησιμοποιεί διαφημιστικό υλικό και το λογότυπο αυτής, να έχει αναρτήσει ταμπέλα στην πόρτα του γραφείου του, να χρησιμοποιεί την επωνυμία της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε να πραγματοποιεί συναντήσεις μεταξύ της ενάγουσας και του δεύτερου εναγομένου (υψηλόβαθμου στελέχους της τρίτης εναγόμενης) τόσο στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο στα γραφεία της τρίτης εναγομένης στην Ελβετία, τα οποία προσέδωσαν αληθοφάνεια κι αξιοπιστία στο περιεχόμενο των ψευδών ισχυρισμών του με αποδέκτη την ενάγουσα.
Σημειωτέο ότι η γνήσια αντικειμενική ευθύνη της τρίτης εναγόμενης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο προστηθείς πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του είχαν δοθεί και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του (...).
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπήρξε συνυπαίτια στην έκταση της ζημίας της, δεδομένου ότι αν επιδείκνυε την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, θα μπορούσε να έχει περιορίσει το εύρος της ζημίας της.
Ειδικότερα, λόγω του μορφωτικού της επιπέδου και κυρίως της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας της θα μπορούσε να διαπιστώσει, εάν επεδείκνυε τη δέουσα προσοχή κι επιμέλεια, ότι η τρίτη εναγόμενη δεν είχε γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα. Επίσης θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτική και να ασκεί έλεγχο στον τρόπο που ο πρώτος εναγόμενος διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο της, δεδομένου ότι ήδη από το έτος 2002-2003 η Μ.-Ε.
Κ., Διευθύντρια του καταστήματος της Eurobank στο Μαρούσι είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις της σχετικά με τον πρώτο εναγόμενο αναφορικά με τις υψηλές και μη ρεαλιστικές αποδόσεις των επενδύσεων του σε σύγκριση με τα ισχύοντα (βλ. την από 14/4/2010 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής).
Επιπλέον ενώ η ενάγουσα δεν έλαβε ποτέ την αλληλογραφία σχετικά με την κίνηση του λογαριασμού της απευθείας στην οικία της στη Φιλοθέη, όπως είχε αιτηθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, δεν όχλησε ποτέ την τρίτη εναγομένη αλλά ενέκρινε την ενέργεια του πρώτου εναγομένου να της αποστέλλει ο ίδιος την αλληλογραφία ώστε να μην βλέπουν οι γείτονες ότι είχε καταθέσεις στην Ελβετία.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αφού γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην έκταση της ζημίας της, την οποία προέβαλαν ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων, αυτή η συνυπαιτιότητά της πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 30%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 70% βαρύνονται οι εναγόμενοι, (δεύτερος και τρίτη) οι οποίοι και υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την ανάλογη με το ανωτέρω ποσοστό περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 234.241,94 ευρώ [334.631,34-30%] ενώ πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εφόσον διαπράχθηκε σε βάρος της κακουργηματική απάτη αποκλείεται η ύπαρξη συνυπαιτιότητας του ως ζημιωθέντος κι αυτό διότι και σε αυτή την περίπτωση ο καταλογισμός συντρέχοντας πταίσματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κι εν προκειμένω σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι κατά τις αρχές της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, η αμελής συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν ικανή κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων να ευνοήσει την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος και να επαυξήσει τη ζημία όπως και εγένετο (...).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση ότι η ζημία του προήλθε από προστηθέντες της τρίτης εναγομένης το Σεπτέμβριο του έτους 2013, όταν ο δεύτερος εναγόμενος κλήθηκε σε απολογία ενώπιον της 20ης τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών κι εγχείρισε τόσο το έγγραφο της από 11/8/2005 σύμβασης εύρεσης πελατείας όσο και το έγγραφο της τακτικής καταγγελίας αυτής, τα οποία αμφότερα είχαν υπογραφεί από τον ίδιο ως εκπρόσωπο της τρίτης εναγομένης κι έτσι η ενάγουσα για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το είδος της συμμετοχής του δεύτερου εναγομένου και τη σχέση που συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο με τους λοιπούς καθώς και τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης στο διαπραχθέν σε βάρος της αδίκημα της απάτης, όπως προαναφέρθηκαν.
Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση της παράνομης συμπεριφοράς του δεύτερου των εναγόμενων στις .../2009 οπότε ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε μέρος της οφειλής του, άλλως στις 10/12/2009 οπότε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πληροφορήθηκε ότι η τρίτη εναγόμενη δεν έχει γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων ισχυρισμούς που επανέφεραν με τον έκτο και δεύτερο αντίστοιχα λόγο των εφέσεων τους καθώς η τρίτη εναγομένη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες απέκρυψε την από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατείας που είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο δια του δευτέρου εναγομένου ως εκπροσώπου της.
Επομένως από τότε που η ενάγουσα έλαβε γνώση ότι η ζημία της προήλθε από τους προστηθέντες της τρίτης εναγόμενης, ήτοι το Σεπτέμβριο του έτους 2013 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 22/12/2014 δεν παρήλθε πενταετία, με τη σημείωση ότι ως προς το δεύτερο εναγόμενο, λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης του ισχύει δεκαπενταετής παραγραφή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 2 ΑΚ.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η προταθείσα εκ μέρους του δεύτερου των εναγομένων ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας κατ' άρθρο 281 ΑΚ, η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του συνίσταται στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν στράφηκε εξαρχής εναντίον του με την υποβολή έγκλησης κι έτσι του δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το αγωγικό της δικαίωμα, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της έφεσης του, διότι κατά τα προαναφερόμενα η ενάγουσα πληροφορήθηκε μόλις το Σεπτέμβριο του έτους 2013 τα ακριβή πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αδικοπρακτική ευθύνη του δεύτερου εκκαλούντος, ήτοι την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων, το συγκεκριμένο ρόλο που διαδραμάτισε ο δεύτερος εναγόμενος στην υπογραφή και την καταγγελία της εν λόγω σύμβασης και την πλήρη συγκάλυψη του πρώτου εναγομένου από το δεύτερο και την τρίτη των εναγομένων...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, προκάλεσαν περιουσιακή ζημία στην ενάγουσα συνολικού ποσού 334.631,34 ευρώ για την οποία αντικειμενικά υπεύθυνη ήταν η τρίτη εναγομένη τράπεζα λόγω της σχέσεως προστήσεως που τη συνέδεε με τους δύο πρώτους εναγομένους.
Περαιτέρω έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπήρξε συνυπαίτια στην έκταση της ζημίας της κατά ποσοστό 30% με τις ειδικότερες αιτιολογίες που αναφέρει, μειώνοντας την αποζημίωση κατά το αντίστοιχο ποσό. Μετά δε ταύτα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως, απορρίψαν κατ' ουσίαν και τις τρείς συνεκδικασθείσες εφέσεις.
Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι: α) μεταξύ του Θ. Κ. και της τράπεζας "Julius Baer & co Ltd" συνήφθη η από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατών με την οποία ανατέθηκε στον πρώτο η εύρεση και μεσιτεία πελατών (ιδιώτες-επενδυτές) στην τράπεζα επ' αμοιβή (προμήθεια) και υπό την προϋπόθεση της αποδοχής των πελατών από την τελευταία, σύμβαση την οποία υπέγραψαν για λογαριασμό της τράπεζας ο δεύτερος εναγόμενος Μ.
Σ. και η N. S., με βάση την οποία ο Θ. Κ. υποχρεούνταν να λαμβάνει υπόψη τους θεμελιώδεις επαγγελματικούς στόχους της τρίτης εναγομένης στον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, ότι μπορούσε να συστήνει ιδιώτες επενδυτές στην τράπεζα ως υποψήφιους πελάτες και η τελευταία (τράπεζα) θα αποφάσιζε κατά την διακριτική της ευχέρεια κατά πόσο θα δημιουργείτο επαγγελματική σχέση με οποιαδήποτε φυσική ή νομική οντότητα θα σύστηνε, ενώ, επιπρόσθετα αυτή θα του παρείχε υλικά προώθησης, στα οποία περιγράφονταν η εταιρεία και τα διαθέσιμα προϊόντα και οι προσφερόμενες υπηρεσίες και ότι έτσι προωθούσε και εξυπηρετούσε τα επιχειρηματικά της συμφέροντα τελώντας υπό την εποπτεία, καθοδήγηση και επ' ωφελεία αυτής, με συνέπεια μεταξύ της τράπεζας και του Θ.Κ.
να υπάρχει σχέση πρόστησης κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ, β) ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) Μ. Σ. ενώ γνώριζε το ψευδές των ισχυρισμών του πρώτου εναγόμενου Θ.Κ. περί της ιδιότητάς του ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης ελβετικής τράπεζας, τους οποίους ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε ενώπιον του, δεν τον διέψευσε, διατηρώντας και επιτείνοντας την πλάνη της ενάγουσας και του συζύγου της, συντελώντας έτσι, με την συνολική συμπεριφορά του, στη δημιουργία πεπλανημένης αντίληψης στην ενάγουσα ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε συνεργασία με την ως άνω ελβετική τράπεζα σοβαρότερου και εκτενέστερου εύρους, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφασή της να προβεί στην μεταφορά του χαρτοφυλακίου της στην εν λόγω ελβετική τράπεζα και την υπογραφή των απαιτουμένων εγγράφων για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών με υπεύθυνο λογαριασμού, παρά δε το γεγονός ότι είχε σταλεί από την ελβετική τράπεζα στην Ελλάδα προκειμένου να προσελκύσει πελάτες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο κατά το έτος 2006 και είχε οριστεί υπεύθυνος των προαναφερθέντων λογαριασμών, από τους οποίους ο μεν υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός του συζύγου της ενάγουσας είχε ανοιχθεί αλλά παρέμενε ανενεργός ενώ οι λοιποί ουδέποτε ανοίχθηκαν, ο δε δήθεν υπ' αριθμ. ... προσωπικός της λογαριασμός δεν είχε ανοιχθεί ποτέ με αποτέλεσμα με την εν λόγω συμπεριφορά του να διατηρήσει και να ενισχύσει την πλάνη τους αναφορικά με την ύπαρξη και το περιεχόμενο των ανωτέρω λογαριασμών, δεν ενημέρωσε την ενάγουσα και τον σύζυγό της, όπως είχε υποχρέωση λόγω της θέσης του στην τράπεζα αλλά και της προηγηθείσας προσωπικής επικοινωνίας του με αυτούς, ούτε κατά την μετάβασή τους στην τράπεζα στην Ελβετία, όπου είχε με αυτούς προσωπική συνάντηση, την οποία είχε οργανώσει ο πρώτος εναγόμενος, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, ότι ουδείς λογαριασμός άνοιξε και λειτούργησε κατά τα ενώπιον του συμφωνηθέντα, η δε παράλειψή του αυτή οφείλεται σε γνώση του σχεδίου που είχε εκπονήσει ο Θ.Κ.
για την εξαπάτηση του ενάγοντος, κρίση που επιρρωνύεται και από το ότι ο Μ.Σ. δέχθηκε να υπογράψει η ενάγουσα εντολή μεταφοράς των ομολόγων από τον προσωπικό της λογαριασμό στην τρίτη εναγόμενη στον εταιρικό λογαριασμό, ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρχε αντικείμενο συναλλαγής αφού ο λογαριασμός ήταν μηδενικός, γεγονός που αποσιώπησε διατηρώντας την πλάνη της ενάγουσας, γ) ο Μ.Σ., ο οποίος ήταν ανώτερο διευθυντικό στέλεχος της τρίτης εναγόμενης τράπεζας εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής να την εκπροσωπεί και να τη δεσμεύει δια της υπογραφής του εκπροσωπώντας την τρίτη εναγόμενη και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, προξένησε στην ενάγουσα περιουσιακή ζημία λόγω της τέλεσης του ποινικού αδικήματος, για το οποίο αυτός καταδικάσθηκε επιπροσθέτως δε λόγω της υπαίτιας παραβίασης εκ μέρους του των γενικών αρχών επιμέλειας και πρόνοιας που προκύπτουν από τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζών και πελατών, δεδομένου ότι η υλοποίηση της απάτης εκ μέρους του Θ.Κ.
δεν θα μπορούσε να συντελεστεί χωρίς τη συνδρομή του Μ.Σ., αφού στην απόφαση της ενάγουσας να προβεί στην μεταφορά των χρημάτων αυτής και του συζύγου της στην εν λόγω ελβετική τράπεζα και την υπογραφή των απαιτουμένων εγγράφων για το άνοιγμα των λογαριασμών αυτών με υπεύθυνο λογαριασμού τον Μ.Σ. και διαχειριστή τον Θ.Κ., έπαιξαν καθοριστικό ρόλο οι αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ψευδείς παραστάσεις του Κ.
ότι ήταν αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης τράπεζας στην Ελλάδα και η επιβεβαίωση αυτών με την παρουσία και την συμπεριφορά του Μ.Σ., στοιχειοθετώντας την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας της ενάγουσας. δ) αντικειμενικά υπεύθυνη είναι και η τρίτη εναγόμενη τράπεζα ως προστήσασα τους δύο πρώτους των εναγομένων και συγκεκριμένα αναφορικά με το δεύτερο εναγόμενο (Μ.Σ.) καθόσον πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά οργάνου υπαλλήλου της, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, ενώ αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο (Θ.Κ.) καθόσον πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η ως άνω αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την παραπάνω περιγραφόμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των εναγομένων, δηλαδή αυτή ακριβώς η μεταξύ τους σχέση υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος της ενάγουσας και ότι εάν δεν υπήρχε η σχέση πρόστησης μεταξύ του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων, ο πρώτος εναγόμενος δεν θα μπορούσε να παρουσιάζεται ως αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, να προωθεί τα προγράμματα της, να χρησιμοποιεί διαφημιστικό υλικό και το λογότυπο αυτής, να έχει αναρτήσει ταμπέλα στην πόρτα του γραφείου του, να χρησιμοποιεί την επωνυμία της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε να πραγματοποιεί συναντήσεις μεταξύ της ενάγουσας, του συζύγου της και του δεύτερου εναγομένου (υψηλόβαθμου στελέχους της τρίτης εναγόμενης) τόσο στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο στα γραφεία της τρίτης εναγομένης στην Ελβετία, τα οποία προσέδωσαν αληθοφάνεια κι αξιοπιστία στο περιεχόμενο των ψευδών ισχυρισμών του με αποδέκτες την ενάγουσας και το σύζυγό της, αντικειμενική ευθύνη που δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο προστηθείς Θ.Κ.
ενήργησε κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του είχαν δοθεί και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, ε) η ενάγουσα έλαβε γνώση ότι η ζημία της προήλθε από τους προστηθέντες της τρίτης εναγομένης το Σεπτέμβριο του έτους 2013, όταν ο δεύτερος εναγόμενος (Μ.Σ.) κλήθηκε σε απολογία ενώπιον της 20ης τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών και εγχείρισε τόσο το έγγραφο της από 11/8/2005 σύμβασης εύρεσης πελατείας όσο και το έγγραφο της τακτικής καταγγελίας αυτής, τα οποία αμφότερα είχαν υπογραφεί από τον ίδιο ως εκπρόσωπο της τρίτης εναγομένης και έτσι η ενάγουσα και ο σύζυγός της για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν το είδος της συμμετοχής του δεύτερου εναγομένου και τη σχέση που συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο Θ.Κ.
με τους λοιπούς καθώς και τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης στο διαπραχθέν σε βάρος τους αδίκημα της απάτης, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση της παράνομης συμπεριφοράς του δεύτερου των εναγόμενων Μ.Σ. στις .../2009 οπότε ο πρώτος εναγόμενος Θ.Κ. αναγνώρισε μέρος της οφειλής του, άλλως στις 10/12/2009 οπότε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας και του συζύγου της πληροφορήθηκε ότι η τρίτη εναγόμενη δεν έχει γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, καθώς η τρίτη εναγομένη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες απέκρυψε την από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατείας, που είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο δια του δευτέρου εναγομένου ως εκπροσώπου της, στοιχείο καθοριστικό της γνώσης της ενάγουσας, με συνέπεια η αξίωση της ενάγουσας κατά της τρίτης εναγομένης τράπεζας να μην έχει υποπέσει στην 5ετή παραγραφή.
Όσον αφορά την στοιχειοθέτηση της ευθύνης της αναιρεσείουσας τράπεζας από τις πράξεις του Θ.Κ. ως προστηθέντος από αυτήν, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της πλήρεις και σαφείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ζήτημα της σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτής και του Θ.Κ. με το να δεχθεί ότι με την από 11/8/2005 σύμβαση εύρεσης πελατών όχι μόνον ανατέθηκε στον Θ.Κ.
η εύρεση και μεσιτεία πελατών (ιδιώτες-επενδυτές) στην τράπεζα επ' αμοιβή (προμήθεια) υπό την προϋπόθεση της αποδοχής των πελατών από την τελευταία, ότι με βάση αυτήν ο Θ.Κ. υποχρεούνταν να λαμβάνει υπόψη τους θεμελιώδεις επαγγελματικούς στόχους της τρίτης εναγομένης στον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, ότι μπορούσε να συστήνει ιδιώτες επενδυτές στην τράπεζα ως υποψήφιους πελάτες και η τελευταία (τράπεζα) θα αποφάσιζε κατά την διακριτική της ευχέρεια κατά πόσο θα δημιουργείτο επαγγελματική σχέση με οποιαδήποτε φυσική ή νομική οντότητα θα σύστηνε, αλλά και επιπρόσθετα ότι αυτή θα του παρείχε υλικά προώθησης, στα οποία περιγράφονταν η εταιρεία και τα διαθέσιμα προϊόντα και οι προσφερόμενες υπηρεσίες και ότι έτσι προωθούσε και εξυπηρετούσε τα επιχειρηματικά της συμφέροντα τελώντας υπό την εποπτεία, καθοδήγηση και επ' ωφελεία αυτής.
Περαιτέρω, δεχόμενο το Εφετείο ότι ο δεύτερος εναγόμενος-αναιρεσείων Μ.Σ. ζημίωσε παράνομα και υπαίτια την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, παρέχοντας με πρόθεση απλή συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο κατά την τέλεση εκ μέρους του της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση και παραβαίνοντας το γενικό καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας, και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος έγκειται στο ότι αυτός, ενεργώντας με πρόθεση υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστικού διευθυντή της τρίτης εναγόμενης τράπεζας, παρόλο που γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών στην τράπεζα, παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος αυτής στην ημεδαπή, επιβεβαίωσε τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του προς την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη και το σύζυγό της, παριστάμενος στη συνάντηση αυτών με τον πρώτο εναγόμενο και μη διαψεύδοντας τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας, ότι ήταν σε γνώση του σχεδίου που είχε εκπονήσει ο Θ.Κ.
για την εξαπάτηση του ενάγοντος, με τα επιχειρήματα ότι ο Μ.Σ. δέχθηκε να υπογράψει η ενάγουσα εντολή μεταφοράς των ομολόγων από τον προσωπικό της λογαριασμό στην τρίτη εναγόμενη στον εταιρικό λογαριασμό, ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρχε αντικείμενο συναλλαγής αφού ο λογαριασμός ήταν μηδενικός, γεγονός που ο Μ.Σ.
αποσιώπησε διατηρώντας την πλάνη της ενάγουσας, η οποία κατά το χρονικό διάστημα από 14/6/2006 έως και 25/7/2008 του κατέβαλε το ποσό των 331.178 ευρώ, καταβολές στις οποίες δεν θα προέβαινε εάν είχε γνώση της διαπραχθείσας σε βάρος της απάτης, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπείς ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του Μ.Σ.
και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος του και της ζημίας της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα: 1) Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο αναιρεσείων Μ. Σ. γνώριζε την τέλεση εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου της πράξης της απάτης καθ' όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής της υπόστασης, δηλαδή την εν γνώσει παράσταση εκ μέρους του στην ενάγουσα (και το σύζυγό της) ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό βλάβης της περιουσίας τους και αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους και ότι επιθυμούσε ή αποδεχόταν να συμβάλει στην τέλεση της πράξης αυτής, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης υπαιτιότητας για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος λόγω εκ δόλου παροχής συνδρομής στον πρώτο εναγόμενο κατά την τέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της απάτης. 2) Το Εφετείο αντιφατικά δέχεται ταυτόχρονα ότι ο Μ.
Σ. ενήργησε από δόλο ως απλός συνεργός στην πράξη της απάτης, που τέλεσε ο Θ. Κ., αλλά και από αμέλεια δεχόμενο ότι "προξένησε στην ενάγουτα περιουσιακή ζημία λόγω της τέλεσης του ποινικού αδικήματος, για το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάσθηκε επιπροσθέτως δε λόγω της υπαίτιας παραβίασης εκ μέρους του των γενικών αρχών επιμέλειας και πρόνοιας που προκύπτουν από τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζών και πελατών". 3) Η παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών σε αυτήν, δεν βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση ζημίας στην αναιρεσίβλητη από την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη, επειδή το ανωτέρω περιστατικό δεν μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, επιπλέον δε το ότι γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων ήταν σε γνώση του σχεδίου που είχε εκπονήσει ο Θ.Κ.
για την εξαπάτηση της ενάγουσας, δεν καλύπτει όλες τις ενέργειες του Θ. Κ., 4) Η παραδοχή του Εφετείου ότι "αναφορικά δε με το από 23/3/2007 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φέρεται να έστειλε ο δεύτερος εναγόμενος στον πρώτο εξ αυτών σχετικά με το άνοιγμα του εταιρικού λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρίας με την επωνυμία "ABERSON Inv.SA" από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι εστάλη κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία" είναι ανεπαρκής, γιατί δεν παραθέτει το περιεχόμενό του μηνύματος, ούτε την ακριβή ημερομηνία αποστολής του και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί η αλήθεια η μη του αρνητικού ισχυρισμού του Μ.
Σ. και της τράπεζας ότι με αυτό ο Μ. Σ. ζητούσε πρόσθετα στοιχεία από την ενάγουσα και το σύζυγό της, ώστε να ολοκληρωθεί το άνοιγμα του εταιρικού λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρίας με την επωνυμία "ABERSON Inv.SA", πριν από την αποκάλυψη της απάτης του Θ. Κ. και ότι συνεπώς ο Μ. Σ. δεν ήταν συμμέτοχος στην απάτη της. 5) Η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη τόσον υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, όσο και του ανωτέρω πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου, επιτείνεται από τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, μαζί με τον σύζυγό της Π.
Ν.-Ρ. ήδη από το 1999 είχε αναπτύξει στενές διαπροσωπικές σχέσεις με τον Θ.Κ., βάσει των οποίων τον είχαν ορίσει εκτελεστή της διαθήκης τους, λόγω δε της σχέσης εμπιστοσύνης, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της ενάγουσας, αυτή είχε ήδη πεισθεί και είχε αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της, από το έτος δε 2004 κατέβαλε σ' αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά σε δολάρια ΗΠΑ και ευρώ προς επένδυση και συγκεκριμένα όσον αφορά στα χρηματικά ποσά σε ευρώ από τον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό ταμιευτηρίου με δικαιούχους την ίδια και την κόρη της Φ. Β., του κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2005 έως 27-2-2006 το συνολικό ποσό των 111.500 ευρώ ενώ τον Ιούνιο του έτους 2005 η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 202.000 ευρώ προκειμένου ο τελευταίος να τα επενδύσει σε μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου και επομένως, το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης τη διαχείριση του οποίου είχε αναλάβει ο πρώτος εναγόμενος ανερχόταν στο ποσό των 315.000 ευρώ, δηλαδή γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι η ενάγουσα είχε προβεί σε σειρά επενδυτικών κινήσεων έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του Θ.Κ.
χωρίς τη χρεία επιβεβαίωσης αυτών από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος εμφανίστηκε στις οικονομικές της συναλλαγές πολύ αργότερα και ενώ γίνεται επιπλέον δεκτό ότι η πεπλανημένη πεποίθηση της ενάγουσας ότι ο Θ.Κ. ήταν αντιπρόσωπος της τράπεζας οφειλόταν στα πλαστά παραστατικά που κατήρτιζε και της έδινε ο τελευταίος και στην τυφλή εμπιστοσύνη που η ζημιωθείσα επεδείκνυε προς το πρόσωπό του, η δε έλευση του αναιρεσείοντος στην Ελλάδα έγινε, στα πλαίσια ακριβώς των ανατεθειμένων από την εργοδότριά του τρίτη εναγομένη τράπεζα καθηκόντων του, ακριβώς για να υλοποιηθεί η ειλημμένη ήδη απόφαση της ενάγουσας ώστε η επένδυση αυτή να γίνει με άνοιγμα λογαριασμού στην τράπεζα αυτή και ότι η υπεξαίρεση των χρημάτων της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης κατέστη δυνατή όχι γιατί τελικά δεν ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός, για τον οποίο είχε έλθει στην Ελλάδα στις 12-4-2006 ο αναιρεσείων, αλλά γιατί η ενάγουσα είχε ορίσει διαχειριστή της τον πρώτο εναγόμενο Θ.
Κ., τον οποίο όμως και πριν την συνάντηση με τον αναιρεσείοντα εμπιστευόταν. Επομένως, οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως του Μ.Σ. και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της τράπεζας, εκτιμώμενοι ως σύνολο, κατά το μη απορριφθέν, κατά τα ανωτέρω τμήμα τους, με τους οποίους προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγω εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 914, 298 και 926 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 47 και 386 ΠΚ, είναι βάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. α` ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρχει αρχή εγγράφου αποδείξεως, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Για την ύπαρξη αρχής εγγράφου αποδείξεως από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός.
Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σ` αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό.
Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός, δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. Όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη ούτε και από άλλη διάταξη.
Ειδικά το έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους αποτελεί δικαιοπρακτικό έγγραφο που εμπεριέχει αφενός διαπιστωτική δικαιοπρακτική βούληση, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα και εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1507/2014, ΑΠ 230/2014, ΑΠ 1666/2003 ΕλλΔνη 2005.1716). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. β'του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο: α) που δεν υπήρξε ή είχε πάψει να υπάρχει και άρα δεν ήταν δυνατόν να προσκομιστεί, έστω και αν το επικαλέστηκε ο διάδικος, β) που δεν προσκομίστηκε ή που προσκομίστηκε απαράδεκτα με την προσθήκη των προτάσεων (ΑΠ 740/1996 ΕλλΔνη 1997.74), εκτός αν προσκομίστηκε σε αντίκρουση ισχυρισμού που προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του αντιδίκου (ΑΠ 1646/2002, ΑΠ 1668/201).
Σημειώνεται ότι η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι προσκομίστηκε κάθε αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση (που προκύπτει από μόνο το γεγονός ότι στην απόφαση δεν αναφέρεται το αντίθετο ΟλΑΠ 2/2008) ή ότι δε προσκομίστηκε, ανάγεται σε πράγματα και συνεπώς είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (561 παρ. 1 ΚΠολΔ ΟλΑΠ 30/2002, ΑΠ 374/2019), γ) του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (ΑΠ 374/2019) από κανένα διάδικο (ΑΠ 879/2019).
Η επίκληση δεν χρειάζεται να γίνει με πανηγυρικές φράσεις, αρκεί το αποδεικτικό μέσο να αναφέρεται στο κείμενο των προτάσεων, έστω και αν δεν αναγράφεται στον παρατιθέμενο στο τέλος κατάλογο (ΑΠ 1909/2006 ΧρΙΔ 2007.530). Τέλος, κατά τον αριθ.11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019).
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τους 2ο και 3ο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων M. S. και τους 7ο και 8ο λόγους αναίρεσης η τράπεζα "Bank Julius Baer & CO Ltd" αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 11 γ' και 11α του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης: α) δεν έλαβε υπόψη του το από 23-3-2007 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φέρεται να έστειλε ο αναιρεσείων Μ.
Σ. στον πρώτο εναγόμενο Θ.Κ. σχετικά με το άνοιγμα του εταιρικού λογαριασμού επ'ονόματι της εταιρίας "ABERSON Inv.SA" με το σκεπτικό ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτό πράγματι εστάλη κατά την αναγραφόμενη σ'αυτό ημερομηνία. Ότι από το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα αποδεικνύεται ότι δεν συνήργησε αυτός με τον πρώτο εναγόμενο Θ.Κ.
ούτε είχε καμία απολύτως πρόθεση να πράξει τούτο, ισχυρισμός που νόμιμα προτάθηκε στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα M. S., καθόσον δεν μνημονεύει το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αυτού εγγράφου. Σε κάθε περίπτωση αμφότεροι οι λόγοι είναι αβάσιμοι διότι από την παράθεση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτό ελήφθη υπόψη κατά περιεχόμενο, ενώ το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ημερομηνία αποστολής του ήταν η σ'αυτό αναγραφόμενη δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι ότι δεν εκτίμησε το αληθές της ημερομηνίας αποστολής του μηνύματος, με την οποία όμως πλήττει ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, β) Ελαβε υπόψη του ως έγγραφα που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή της αρχής της έγγραφης απόδειξης έγγραφα μαρτυρίας και όχι δικαιοπρακτικά και συγκεκριμένα το από 26-11-2009 έγγραφο αναγνώρισης οφειλής του Θ.
Κ., την υπ' αριθ. 7483/2-12-2009 ένορκη βεβαίωση του ιδίου και τα από 15-12-2004 έως 21-6-2007, από 31-1-2005 έως 25-7-2008, από 10-2-2005 έως 23-7-2008, από 12-7-2005 έως 25-11-2009 και από 31-1-2005 έως 25-7-2008 προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη παραστατικά της τράπεζας EFG Eurobank. Ειδικότερα, αναφορικά με τα παραστατικά της τελευταίας τράπεζας, αναφέρει ότι αυτά δεν αναφέρουν τίποτα σχετικά με την εντολή μεταφοράς χρημάτων της αναιρεσίβλητης σε λογαριασμό της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον το από .../2009 έγγραφο αναγνωρίσεως της οφειλής του πρώτου εναγομένου, το οποίο έχει βέβαιη χρονολογία και η υπ' αριθμ. ....2009 ένορκη βεβαίωση του ιδίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ρ. ότι προς διευκόλυνση της πληρωμής του υφιστάμενου χρέους θα αποδεχθεί συναλλαγματικές, αποτελούν αμφότερα έγγραφα δικαιοπρακτικά που εμπεριέχουν αφενός διαπιστωτική δικαιοπρακτική βούληση και συγκροτούν ταυτοχρόνως και εξώδικη ομολογία και όχι μόνον έγγραφα μαρτυρίας.
Επιπλέον δε, όπως προεκτέθηκε, και τα ιδιόγραφα σημειώματα αποτελούν έγγραφα από τα οποία μπορεί να συναχθεί αρχή έγγραφης απόδειξης. Αναφορικά, τέλος, με την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του 1ου εναγομένου Θ.Κ., αυτή δεν εκτιμήθηκε και δεν αξιολογήθηκε ως ένορκη βεβαίωση, δεν την ανάφερε ως τέτοια η προσβαλλόμενη απόφαση,, αλλά ως απλή δήλωση αυτού, με την οποία αναγνώρισε το χρέος του και προσδιόρισε τον τρόπο αποπληρωμής αυτού.
Β) Λοιποί λόγοι αναίρεσης της "BANK JULIUS BAER & CO LTD" Από τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ που ορίζει ότι: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει:
α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας αναθέτει σε ένα τρίτο (προστηθείς) ορισμένη υπηρεσία που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των (επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων) συμφερόντων του πρώτου. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.
Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΑΠ 433/2024, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 866/2017), β) σχέση εξάρτησης ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας, κατά την κρατούσα ιδίως στη νομολογία γνώμη, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, με βάση την οποία ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές, έστω και γενικού περιεχομένου, στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, γ) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του ΑΚ και δ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 1621/2018, ΑΠ 1440/2014).
Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα, με τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει.
Κατά συνέπεια, αίρεται η ευθύνη του προστήσαντος, εάν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση, περιστατικά που πρέπει να προτείνει κατ' ενσταση και να αποδείξει ο εναγόμενος προστήσας (ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 686/2008, ΑΠ 995/2008, ΑΠ 191/2008, ΑΠ 941/2006, ΑΠ 924/2007, ΑΠ 272/2008). Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους ή ξένους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ`αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας.
Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου. Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του απ`αυτόν προστηθέντος.
Εκείνος που ζημιώθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση έναντι του προστήσαντος, φέρει το βάρος να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης αυτού από το άρθρο 922, δηλαδή: α) την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ του ζημιώσαντος αυτόν και του εναγόμενου προσώπου τον οποίο φέρει ως προστήσαντα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) ότι η ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 1/2022).
Η επίκληση της νομικής έννοιας της πρόστησης εμπεριέχει και πρόταση γεγονότων που τη συγκροτούν, όπως η διαφύλαξη του δικαιώματος παροχής οδηγιών κ.λ.π., η δε συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας της πρόστησης μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω κι αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 219/2020, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1966/2008).
Με τον 5ο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 και επικουρικά από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου και επικουρικά ευθέως τη διάταξη του άρθ. 922 ΑΚ, διότι ενώ δέχθηκε ότι η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση που μετήλθε ο Θ.Κ., καταλόγισε εντούτοις ευθύνη της προστήσασας αναιρεσείουσας δεχόμενο συγχρόνως και τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αλλά και της έφεσής της, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει και στον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτή δεν δέχεται την σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής και του Θ.Κ. και δεν προβάλλει την ένσταση της κατά κατάχρηση της σχέσης αυτής ενέργειας του τελευταίου εν γνώσει ή υπαιτίω αγνοία της ζημιωθείσης/αναιρεσίβλητης/ενάγουσα, αλλά αμφισβήτησε εξ αρχής την σχέση πρόστησης του Θ.
Κ. με αυτήν, με συνέπεια αυτή απαραδέκτως κατά το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ να προβάλλει με τον ανωτέρω λόγο πλημμέλεια της απόφασης για ισχυρισμό, που δεν είχε προβάλει νόμιμα στο Εφετείο.
Κατά το άρθρο 937 ΑΚ "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης, που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται ειδικότερα η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 1158/2017).
Επιπλέον δε, προκειμένου να αρχίσει η διαδρομή της ανωτέρω προθεσμίας παραγραφής απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου, κατά του οποίου ο παθών, βάσει γνωστών συγκεκριμένων σε αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια.
Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1787/2014). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 41/2023).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξίωσης ενεργεί έναντι καθενός υποκειμενικά. Η εκ μέρους του παθόντος γνώση του υπόχρεου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, υπάρχει ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι από τον προστήσαντα, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίσταται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένα από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία.
Και σε αυτή την περίπτωση όμως αυτονόητο είναι για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως κατά του προστήσαντος ότι στον δικαιούχο της αποζημίωσης είναι γνωστά τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία και δη η συγκεκριμένη ζημιογόνος παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με ορισμένη πράξη ή παράλειψη, κάποιου από τους προστηθέντες του, ο οποίος διέπραξε την αδικοπραξία, έστω κι αν δεν προσδιορίζεται ή δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το πρόσωπό του, διότι αυτά τα περιστατικά αποτελούν τον νόμιμο δικαιολογητικό λόγο ευθύνης όχι μόνο του οποιουδήποτε προστηθέντος, αλλά και του προστήσαντος, αποτελώντας τη βάση της αγωγής, και πρέπει να παρατίθενται σε αυτήν ώστε να είναι ορισμένη.
Εάν ο ενάγων δεν τα γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να τα προσδιορίσει, γνωρίζοντας απλώς την επέλευση της ζημίας, δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία και κατά του προστήσαντος, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος προς αποζημίωση ακριβώς διότι ευθύνεται αντικειμενικώς για συγκεκριμένες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων του (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ 659/2018).
Περαιτέρω η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για το λόγο, ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην, βαρύτερα πλήττουσα αυτόν, ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.
Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει ν' αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως, και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμωρία της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί κακουργημάτων, όπως της επίδικης απάτης σε βαθμό κακουργήματος ανέρχεται σε δέκα πέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ (ΟλΑΠ 21/2003, ΑΠ 981/2019).
Στην ίδια δε δεκαπενταετή παραγραφή υπόκειται και η απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αξιόποινη πράξη που συνιστά κακούργημα, με αφετηρία τον ίδιο πιο πάνω χρόνο (ΑΠ 981/2019, ΑΠ 901/2014). Τα ανωτέρω ισχύουν, για τον υπαίτιο της πράξεως, ήτοι τότε μόνον, όταν ο δράστης της αξιόποινης πράξεως είναι ταυτόχρονα και ο υπόχρεος σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) και όχι όταν ο αστικός υπεύθυνος είναι διαφορετικό πρόσωπο.
Στην τελευταία περίπτωση, η παραγραφή της αξιώσεως από την αδικοπραξία εξακολουθεί να είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, άσχετα αν ο δράστης της αξιόποινης πράξης ενήργησε, ως προστηθείς ή όργανο του εναγομένου σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) φυσικού ή νομικού προσώπου (άρθρα 922, 923,71 ΑΚ) και ανεξάρτητα από τον τρόπο συμμετοχής του δράστη στην αξιόποινη πράξη, ως αυτουργού ή συνεργού ή ηθικού αυτουργού, αρκεί ότι το εναγόμενο, ως υπόχρεο σε αποζημίωση πρόσωπο, δεν υπέχει κατά νόμο ποινική ευθύνη, αλλά ενάγεται, ως αστικώς υπεύθυνο, όπως πρωτίστως συμβαίνει επί των νομικών προσώπων, των οποίων όργανα ή προστηθέντες τέλεσαν, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι, την αξιόποινη πράξη (ΑΠ 981/2019).
Ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει τα περιστατικά που την συγκροτούν και συγκεκριμένα, πότε ο ενάγων-παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση (ΑΠ 1296/2022), ο δε ενάγων ανταποδεικτικά μπορεί να αποδείξει άλλο χρόνο έναρξης αυτής μεταγενέστερο (ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 1439/1990).
Με τον 6ο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθ. 937 εδ. α' ΑΚ ως προς τη συνδρομή της προϋποθέσεως της γνώσης του υποχρέου προς αποζημίωση, και επικουρικά από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση του άρθ. 937 εδ.
α' ΑΚ. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι κρίνοντας το Εφετείο ότι η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη Κ. Β. έλαβε γνώση ότι η ζημία της προήλθε από τους προστηθέντες της αναιρεσείουσας το μήνα Σεπτέμβριο 2013, οπότε ο δεύτερος εναγόμενος κλήθηκε σε απολογία ενώπιον ανακριτή και κατέθεσε το έγγραφο της από 11-8-2005 σύμβασης εύρεσης πελατείας μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της τράπεζας και το έγγραφο της καταγγελίας αυτής, διότι τότε η ενάγουσα (αλλά και ο σύζυγός της) πληροφορήθηκε για πρώτη φορά α) τη συμμετοχή του δεύτερου εναγόμενου στην πράξη του πρώτου και β) την ύπαρξη και το είδος της συμβατικής σχέσης, που συνέδεε τον πρώτο με την αναιρεσείουσα, και συνεπώς τη σχέση πρόστησης που υπήρχε μεταξύ τους, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής την 22-12-2014 δεν παρήλθε πενταετία, και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση πενταετούς παραγραφής, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και ακολούθως επανέφερε με την έφεσή της στο Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου έναρξης της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι το Εφετείο, παρόλο που δέχτηκε ανέλεγκτα ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται αδικοπρακτικά ως προστήσασα τόσο τον πρώτο, όσο και τον δεύτερο εναγόμενο, όμως για τον υπολογισμό της έναρξης της πενταετούς, όπως προαναφέρθηκε, προθεσμίας παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφασή του περιστατικά, που αποτελούν επίσης ουσιαστικές παραδοχές του, σχετίζονται με τη γνώση ή μη της ενάγουσας για το πρόσωπο τόσον του πρώτου όσο και του δεύτερου εναγόμενου ως υπαίτιων και την ύπαρξη της ζημίας, και ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο αυτού της απολογίας του, και συγκεκριμένα τα περιστατικά:
α) της συνάντησης του δικηγόρου της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης με το διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσείουσας, που έγινε στις 10-12-2009 και κατά την οποία η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της τρίτης στη χώρα, και συνεπώς ότι ο δεύτερος εναγόμενος, για τον οποίο η ενάγουσα ήδη γνώριζε ότι ήταν υπάλληλος της τράπεζας και προστηθείς από αυτήν, επιβεβαίωσε ψευδώς την ανωτέρω ιδιότητα του πρώτου, και β) της αποστολής των από 16-12-2009, 22-12-2009 και 26-1-2010 επιστολών της τράπεζας στην ενάγουσα, οι οποίες του κοινοποιήθηκαν αντίστοιχα στις 18/12/2009, 24/12/2009 και 28/1/2010 από τις οποίες προέκυπτε ότι δεν υπήρχαν κεφάλαια στους λογαριασμούς της και ότι οι ενημερώσεις του πρώτου εναγόμενου ήταν πλαστές και να αιτιολογήσει την κρίση του περί μη παρέλευσης πενταετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής και ενόψει των περιστατικών αυτών, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, επί ευθύνης του προστήσαντος για ζημία που προκλήθηκε από περισσότερους προστηθέντες, είναι αδιάφορο για την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, αφού η ευθύνη του προστήσαντος υπάρχει ανεξάρτητα από το ποιος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία, χωρίς να αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας η παραδοχή ότι η ενάγου σα πληροφορήθηκε τα πρόσωπα των υπαιτίων το πρώτον το Σεπτέμβριο 2013, επειδή τότε πληροφορήθηκε την ύπαρξη της σύμβασης εύρεσης πελατείας μεταξύ της τράπεζας και του πρώτου εναγόμενου, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ενάγουσα γνώριζε ήδη από 10-12-2009 ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της τράπεζας και, συνεπώς, ότι η σχετική διαβεβαίωση του δεύτερου εναγόμενου ήταν ψευδής.
Επομένως είναι βάσιμος ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης συνισταμένης στην παραβίαση των διατάξεων του άρθ. 937 ΑΚ ελεγχόμενης αναιρετικά με τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Γ) Λοιποί λόγοι αναιρέσεως του Μ.Σ. Ο αναιρεσείων Μ. Σ. με τον 2ο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 11α και 11β του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο χαρακτήρισε ως ανυπόγραφο απόσπασμα της σύμβασης ανοίγματος του κοινού λογαριασμού ένα έγγραφο Γενικών Ορων Συναλλαγών, το οποίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν αποδεικνύει τίποτε σε σχέση με τον ατομικό λογαριασμό που η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ζήτησε να ανοίξει στις 12-4-2006 στην Αθήνα, ούτε σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, ότι υπερέβη την εκτίμηση των αποδείξεων εξάγοντας ασφαλή συμπεράσματα από έγγραφα που ούτε η ενάγουσα δεν αναφέρει στην αγωγή της, χαρακτήρισε ως έγγραφο ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού κάτι που δεν είναι, ενώ έλαβε υπόψη της πλαστά έγγραφα για να καταδειχθούν τα μέσα που χρησιμοποίησε ο πρώτος εναγόμενος, τα οποία όμως ουδέν αποδεικνύουν σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Ακόμη, ότι δέχθηκε ως έγγραφα που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή της αρχής της έγγραφης απόδειξης έγγραφα μαρτυρίας και όχι δικαιοπρακτικά και συγκεκριμένα το από 26-11-2009 έγγραφο αναγνώρισης οφειλής του Θ. Κ. καθώς και την υπ' αριθ. 7483/2-12-2009 ένορκη βεβαίωση του ιδίου. Ο λόγος κατά το πρώτο αυτού σκέλος εκ του αριθ.11α του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος καθόσον πλήττει τις αναιρετικά ανέλεγκτες περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίσεις του δικαστηρίου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον σχετικό λόγο αναίρεσης μέρος της, τα εξής: "Ο εκκαλών της από 7/9/2020 εφέσεως με το δεύτερο λόγο της εφέσεως του, ισχυρίζεται πως εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα:
α) χειρόγραφες σημειώσεις του πρώτου εναγομένου, β) ανυπόγραφο απόσπασμα της υποτιθέμενης κατά τους ισχυρισμούς των ως άνω εκκαλούντων σύμβασης ανοίγματος του υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού, που είναι μόνο οι γενικοί όροι συναλλαγών, γ) αντίγραφα πλαστών παραστατικών κίνησης του ανωτέρω λογαριασμού, τα οποία κατήρτισε ο πρώτος εναγόμενος.
Ότι οι υπ' αριθμ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των σε αυτές αναφερόμενων προσώπων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. στερούνται οποιοσδήποτε αποδεικτικής αξίας, διότι οι μάρτυρες καταθέτουν για περιστατικά, τα οποία δεν έχουν ιδία γνώση και τέλος ότι η εκκαλουμένη παρέκαμψε τους περιορισμούς των άρθρων 339 και 340 ΚΠολΔ περί εμμάρτυρης απόδειξης διότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν είναι γνήσια και υποστατά ώστε να υπάρχει η δυνατότητα απόδειξης της επίδικης σύμβασης, ποσού μεγαλύτερου των 30.000 ευρώ, με μάρτυρες.
Επί του λόγου αυτού-λεκτέα τα ακόλουθα: Αναφορικά με τις χειρόγραφες σημειώσεις και το ανυπόγραφο απόσπασμα της σύμβασης ανοίγματος του προαναφερόμενου κοινού λογαριασμού, είναι υποστατά αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα από το Δικαστήριο.
Όσον αφορά τα πλαστά παραστατικά κίνησης του λογαριασμού, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων διότι τα ανωτέρω δεν προσκομίσθηκαν για να αποδειχθεί ότι η δήλωση που περιέχεται σε αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου αλλά για να καταδειχθούν τα μέσα τα οποία μετήλθε ο πρώτος εναγόμενος για να την εξαπατήσει.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις έχουν αποδεικτική αξία, καθόσον οι μάρτυρες, οι οποίοι δεν είναι αυτόπτες ή αυτήκοοι κατονομάζουν πως έμαθαν αυτά που καταθέτουν (άρθρο 409 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος από τα με επίκληση προσκομιζόμενα παραστατικά της τράπεζας EFG EUROBANK από 15/12/2004 έως 21/6/2007, από 31/1/2005 έως 25/7/2008, από 10/2/2005 έως 23/7/2008, από 12/7/2005 έως 25/11/2009, από 31/1/2005 έως 25/7/2008, από το από .../2009 έγγραφο αναγνωρίσεως της οφειλής του πρώτου εναγομένου, το οποίο έχει βέβαιη χρονολογία και από την υπ' αριθμ.....2009 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ρ. ότι προς διευκόλυνση της πληρωμής του υφιστάμενου χρέους θα αποδεχθεί συναλλαγματικές κρίνεται ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός και συνεπώς, υφίσταται αρχή έγγραφης απόδειξης, χωρίς να απαιτείται προς τούτο πρόταση από τον διάδικο και επιτρέπεται βάσει αυτής την δια μαρτύρων απόδειξη, καθόσον τα εν λόγω έγγραφα έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατά ως τέτοια έγγραφα και ως αποδεικτικά μέσα, που πληρούν οπωσδήποτε τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠολΔ...".
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο για την αρχή της έγγραφης απόδειξης και εντεύθεν το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, στηρίχθηκε όχι μόνον στα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλείται ο αναιρεσείων (ήτοι το από .../2009 έγγραφο αναγνωρίσεως της οφειλής του πρώτου εναγομένου, το οποίο, όπως αναφέρεται, έχει βέβαιη χρονολογία και από την υπ' αριθμ.....2009 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ρ. ότι προς διευκόλυνση της πληρωμής του υφιστάμενου χρέους θα αποδεχθεί συναλλαγματικές), αλλά και από τα παραστατικά της τράπεζας EFG Eurobank από 15/12/2004 έως 21/6/2007, από 31/1/2005 έως 25/7/2008. από 10/2/2005 έως 23/7/2008, από 12/7/2005 έως 25/11/2009, από 31/1/2005 έως 25/7/2008, για τα οποία ωστόσο ο αναιρεσείων ουδέν παράπονο εκφέρει. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, τόσο το από .../2009 έγγραφο αναγνωρίσεως της οφειλής του πρώτου εναγομένου, το οποίο έχει βέβαιη χρονολογία όσο και η υπ' αριθμ.....2009 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ρ. ότι προς διευκόλυνση της πληρωμής του υφιστάμενου χρέους θα αποδεχθεί συναλλαγματικές, αποτελούν αμφότερα έγγραφα δικαιοπρακτικά που εμπεριέχουν αφενός διαπιστωτική δικαιοπρακτική βούληση και συγκροτούν ταυτοχρόνως και εξώδικη ομολογία και όχι μόνον μαρτυρίας. Αλλωστε, τα ιδιόγραφα σημειώματα αποτελούν έγγραφα από τα οποία μπορεί να συναχθεί αρχή έγγραφης απόδειξης.
Δ) Επί της αίτησης αναίρεσης της Κ. Β. Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.
Με τη διάταξη αυτή, χωρίς να εξαιρείται η περίπτωση της ζημίας, που προκλήθηκε από δόλο, επαφίεται στο δικαστή να κρίνει ελεύθερα κατά τις περιστάσεις, αν θα συμψηφισθεί ενόλω ή εν μέρει το πταίσμα του ζημιωθέντος και θα απορριφθεί εντελώς ή θα μειωθεί η αξίωση αποζημιώσεως αυτού ή αν, μολονότι συνετέλεσε στη ζημία του και αυτός, θα επιδικασθεί σ` αυτόν ολόκληρη η αξίωση αποζημιώσεως.
Το πταίσμα του ζημιωθέντος μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια και πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο, αφενός προς τη ζημία και αφετέρου προς το γεγονός, που παρήγαγε τη ζημία. Η συμπεριφορά δε του ζημιωθέντος, που συνετέλεσε στη ζημία, μπορεί να είναι θετική ή αποθετική και να έλαβε χώρα είτε πριν από το ζημιογόνο γεγονός, είτε συγχρόνως με αυτό, είτε και μετά από αυτό.
Το Δικαστήριο για να κρίνει περί της βαρύτητας των πταισμάτων ζημιώσαντος και ζημιωθέντος θα λάβει υπόψη τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε καθένα από αυτά. Ετσι αν η πράξη του ζημιώσαντος τελέστηκε από δόλο, η συντρέχουσα τυχόν αμέλεια του παθόντος δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και συνεπώς θα επιδικαστεί πλήρης αποζημίωση.
Κατά συνέπεια αν η κατάρτιση συμβάσεως επιτεύχθηκε π.χ. με απάτη, έστω και αν ο εξαπατηθείς επέδειξε ασυγχώρητη επιπολαιότητα, η συντρέχουσα αμέλεια αυτού δεν θα ληφθεί υπόψη και θα επιδικαστεί πλήρης αποζημίωση. Βέβαια αυτό δεν είναι κανόνας που δεν επιδέχεται εξαίρεση. Eτσι, επιβάλλεται ο καταλογισμός μέρους της ζημίας στην αμέλεια του παθόντος, όταν αυτή υπήρξε η κυρία αιτία της επαύξησης της ζημίας, θα εξεταστεί, δηλαδή, κατά τις αρχές της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, ποίου εκ των ενδιαφερομένων η συμπεριφορά και κατά ποιό βαθμό ήταν, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, περισσότερο ικανή να ευνοήσει την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος.
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019).
Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006).
Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 3/2019).
Με τον 1ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 300 παρ. 1 εδ. α'ΑΚ αναγνωρίζοντας σ'αυτήν ποσοστό συνυπαιτιότητος 30% στην επαύξηση της ζημίας της, η οποία προκλήθηκε από τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων με τις εκ δόλου τελεσθείσες πράξεις τους, λόγω της συντρέχουσας αμέλειας της ιδίας, που δέχθηκε, ενώ η τυχόν συντρέχουσα αμέλειά της δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ότι ως εκ τούτου θα πρέπει να της επιδικασθεί πλήρης αποζημίωση, ισχυρισμό που είχε προτείνει στα δικαστήρια ουσίας και ότι κατ' επέκταση παραβίασε και το άρθ. 932 ΑΚ επιδικάζοντας σ'αυτήν μειωμένη αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεκτιμώντας και το ανύπαρκτο συντρέχον πταίσμα της (4ος λόγος αναίρεσης).
Επίσης, με τον 2ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στην εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθ. 297,298, 300,330 και 914 ΑΚ με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις κρίσεις του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ενεργώντας αμελώς υπήρξε συνυπαίτια κατά το ως άνω ποσοστό στην έκταση της περιουσιακής της ζημίας καθόσον:
α) Λόγω του μορφωτικού της επιπέδου και κυρίως της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας της, θα μπορούσε να διαπιστώσει, εάν επεδείκνυε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, ότι η τρίτη εναγόμενη δεν είχε γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, χωρίς να αναφέρει το μορφωτικό επίπεδο και την συναλλακτική της εμπειρία σε επίπεδο διαχείρισης χαρτοφυλακίου, β) θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτική και να ασκεί έλεγχο στον τρόπο που ο πρώτος εναγόμενος διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο της, δεδομένου ότι ήδη από το έτος 2002-2003 η Μ.-Ε.
Κ., Διευθύντρια του καταστήματος της Eurobank στο Μαρούσι είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις της σχετικά με τον πρώτο εναγόμενο αναφορικά με τις υψηλές και μη ρεαλιστικές αποδόσεις των επενδύσεων του σε σύγκριση με τα ισχύοντα, χωρίς να αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο πρώτος των εναγομένων υποσχέθηκε υψηλές αποδόσεις ή ότι θα ελάμβανε δυσανάλογες αποδόσεις σε σχέση με τις τότε ισχύουσες και γ) δεν έλαβε ποτέ την αλληλογραφία σχετικά με την κίνηση του λογαριασμού της απευθείας στην οικία της στη Φιλοθέη, όπως είχε αιτηθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, δεν όχλησε ποτέ την τρίτη εναγόμενη αλλά ενέκρινε την ενέργεια του πρώτου εναγομένου να της αποστέλλει ο ίδιος την αλληλογραφία ώστε να μην βλέπουν οι γείτονες ότι είχε καταθέσεις στην Ελβετία, ενώ δέχεται ότι ο πρώτος εναγόμενος την ενημέρωσε ότι κατόπιν συνεννόησης με τον δεύτερο εναγόμενο, τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού τα έστελνε ταχυδρομικώς η τράπεζα σ'αυτόν ως αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα και ότι το σύνολο των λογαριασμών που έλαβε η ενάγουσα ήταν πλαστά.
Ότι με βάση τα παραπάνω, η προσβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκείς και υποθετικές αιτιολογίες ως προς τα γεγονότα στη βάση των οποίων δέχθηκε ότι η ενάγουσα βαρυνόταν με οικείο πταίσμα (αμέλεια) κατά ποσοστό 30%, το οποίο τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την έκταση της ζημίας που αυτή υπέστη.
Περαιτέρω, δεχόμενο το Εφετείο ότι η ενάγουσα/αναιρεσείουσα Κ. Β. υπήρξε συνυπαίτια στην έκταση της ζημίας της, καθόσον αν επεδείκνυε την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, θα μπορούσε να είχε περιορίσει το εύρος της ζημίας της με όσα ειδικότερα αναφέρει στο σκεπτικό της και συγκεκριμένα ότι:α) λόγω του μορφωτικού της επιπέδου και κυρίως της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας της θα μπορούσε να διαπιστώσει, εάν επεδείκνυε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, ότι η τρίτη εναγόμενη δεν είχε γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, β) θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτική και να ασκεί έλεγχο στον τρόπο που ο πρώτος εναγόμενος (Θ.Κ.) διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιό της, δεδομένου ότι ήδη από το έτος 2002-2003 η Μ.-Ε.
Κ., Διευθύντρια του καταστήματος της Eurobank στο Μαρούσι είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις της σχετικά με τον πρώτο εναγόμενο αναφορικά με τις υψηλές και μη ρεαλιστικές αποδόσεις των επενδύσεων του σε σύγκριση με τα ισχύοντα, γ) ενώ η ενάγουσα δεν έλαβε ποτέ την αλληλογραφία σχετικά με την κίνηση του λογαριασμού της απευθείας στην οικία της στη Φιλοθέη, όπως είχε αιτηθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, δεν όχλησε ποτέ την τρίτη εναγομένη, αλλά ενέκρινε την ενέργεια του πρώτου εναγομένου να της αποστέλλει ο ίδιος την αλληλογραφία ώστε να μην βλέπουν οι γείτονες ότι είχε καταθέσεις στην Ελβετία και ότι, με βάση τις παραδοχές αυτές η ενάγουσα/αναιρεσείουσα είναι συνυπαίτια της εις αυτή επελθούσης ζημίας κατά ποσοστό 30%, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβανόμενα ως σύνολο και καθένα χωριστά, στηρίζουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας/αναιρεσείουσας λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς της, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την έκταση της επελθούσας σε αυτήν ζημίας, αφού η συμπεριφορά αυτή ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την επαύξηση της ζημίας της, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ώστε να στοιχειοθετείται συνυπαιτιότητά της και να δικαιολογείται η παραδοχή της σχετικής ένστασης της τρίτης εναγόμενης-δεύτερης αναιρεσίβλητης τράπεζας.
Ειδικότερα: α) δεν συνιστά παράβαση της ανωτέρω διάταξης το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή συνυπαιτιότητα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας από αμέλεια έναντι υπαιτιότητας των δύο πρώτων εναγόμενων από δόλο, και μάλιστα σε συνδυασμό με την τέλεση εκ μέρους τους κακουργηματικών πράξεων, αφού είναι νοητή η συνυπαιτιότητα από αμέλεια του ζημιωθέντος έναντι δόλιας παράνομης πράξης του υπαιτίου, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, β) δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι τα περιστατικά, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου θεμελιώνουν τη συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν παράβαση εκ μέρους του επιτακτικών κανόνων δικαίου, αφού αρκεί σχετικώς οποιαδήποτε συμπεριφορά της ικανή να συντελέσει στην έκταση της ζημίας, γ) οι παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα i) ενόψει του μορφωτικού επιπέδου και της κοινωνικής και συναλλακτικής εμπειρίας του, σε συνδυασμό με τη σημαντική αξία των περιουσιακών στοιχείων (313.500 ευρώ, που παρέδωσε το έτος 2005 και 331.178 ευρώ που παρέδωσε από 2006-2008) και στον πρώτο εναγόμενο προς επένδυση, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει αυξημένη προσοχή και επιμέλεια, προκειμένου να εξακριβώσει αν η αλλοδαπή τράπεζα είχε πράγματι αντιπρόσωπο στην ημεδαπή, εφόσον άλλωστε η εμπιστοσύνη της στον πρώτο εναγόμενο είχε την αιτία της στο ότι αυτός εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος της συγκεκριμένης τράπεζας, ii) όφειλε να είναι επιμελής και να ασκεί έλεγχο στον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δήθεν αποδόσεις των επενδύσεών της ύψους 644.678 ευρώ, που εμφανίζονταν να ανέρχονται σε 311.546,66 ευρώ το 2009, ήταν ιδιαίτερα υψηλές και εξωπραγματικές ενόψει της κρίσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά το έτος 2007, iii) είχε δεχτεί να λαμβάνει τις ενημερώσεις για την κίνηση του λογαριασμού της από τον πρώτο εναγόμενο και όχι απευθείας από την τράπεζα, συνιστούν πράγματι, λαμβανόμενες συνολικά και κάθε μία χωριστά, πταίσμα της αναιρεσείουσας, που μπορεί να συντελέσει, και συντέλεσε εν προκειμένω, στην έκταση της ζημίας της (η πρώτη παραδοχή μόνο καθόσον αφορά την ευθύνη του δεύτερου εναγόμενου-πρώτου αναιρεσίβλητου, αφού ως προς την τρίτη εναγόμενη-δεύτερη αναιρεσίβλητη συνιστά λόγο απαλλαγής από την ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε), χωρίς να είναι απαραίτητη επιπλέον η αναφορά κάποιου γεγονότος ικανού να δημιουργήσει αμφιβολίες στην αναιρεσείουσα σχετικά με την ιδιότητα του πρώτου εναγόμενου ως αντιπροσώπου της τρίτης, ούτε η παράθεση του είδους των επενδύσεων των κεφαλαίων της αναιρεσείουσας και του μέσου όρου των αποδόσεων, που αυτές είχαν διεθνώς κατά τον ανωτέρω χρόνο, ώστε να προκύπτει ότι το εμφανιζόμενο από τον πρώτο εναγόμενο ύψος των αποδόσεων ήταν εξωπραγματικό, αφού αρκεί η παράθεση του ποσού των δήθεν αποδόσεων, που είναι πράγματι ιδιαίτερα μεγάλο σε σχέση με την αξία των περιουσιακών στοιχείων, που διατέθηκαν προς επένδυση, σε συνδυασμό με τη διάρκεια της επένδυσης, και η μνεία ότι οι αποδόσεις αυτές φέρονταν ότι πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2006 έως 2009 παρά τη διεθνή οικονομική κρίση, που επικρατούσε μετά το έτος 2007, γεγονότα που αιτιολογούν επαρκώς την κρίση του Εφετείου περί αμέλειας της αναιρεσείουσας να ασκεί ενεργητικό έλεγχο στη διαχείριση των κεφαλαίων της, αντί να αρκείται στα πλαστά παραστατικά κίνησης λογαριασμών, που της παρείχε ο πρώτος εναγόμενος, αντικαθιστώντας η ίδια με τη θέλησή της τη συνήθη διαδικασία ενημέρωσης, που τηρούσε η τράπεζα, δηλαδή την αποστολή απευθείας σε αυτήν της κίνησης του λογαριασμού της, με την ενημέρωση από τον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να απαιτείται η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποιου ιδιαίτερου λόγου, για τον οποίο η αναιρεσείουσα έπρεπε να εμμείνει στη συνήθη διαδικασία ενημέρωσης, προκύπτει δε σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο χρόνος, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα όφειλε να προβεί στον έλεγχο της διαχείρισης των περιουσιακών της στοιχείων, προκειμένου να μην συντελέσει με την παράλειψή της στην επαύξηση της ζημίας, είναι ολόκληρο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα η διαχείριση αυτή.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα του 4ου λόγου, η οποία προϋποθέτει την παραδοχή των ανωτέρω δύο πρώτων λόγων.
Με τον 3ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την υπ' αριθ. ....2018 ένορκη βεβαίωση της επιμελεία αυτής εξετασθείσης μάρτυρος Μ.-Ε.
Κ. Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο μάλιστα η ως άνω ένορκη βεβαίωση αναλύεται και σχολιάζεται εκτενώς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το ανωτέρω αναφερόμενο ως αγνοηθέν από την αναιρεσείουσα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε αυτό καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.
Επομένως ο ερευνώμενος 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Πρέπει, μετά ταύτα, να γίνει δεκτή:α) η από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του M. (Μ.) S. (Σ.) κατά της Κ. Β. και β) η από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" κατά της Κ. Β., κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην κάθε αίτηση αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη του αντιστοίχου αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 παρ1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της Κ. Β., να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των 2ης και 3ης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αιτήματός τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του M. (Μ.) S. (Σ.) κατά της Κ. Β., β) την επίσης από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του εδρεύοντος στη ... χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" ωσαύτως κατά της Κ. Β., και γ) την από 16-12-2022 αίτηση αναίρεσης της Κ. Β. κατά των: Θ. Κ., Μ. Σ. (M. S.) και του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1840/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος την από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του M. (Μ.) S. (Σ.).
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1840/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Δέχεται κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος την από 24-11-2022 αίτηση αναίρεσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Bank Julius Baer & CO LTD".
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1840/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Παραπέμπει τις αναιρεθείσες υποθέσεις, κατά το μέρος που αναιρέθηκαν, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Απορρίπτει την από 16-12-2022 αίτηση αναίρεσης της Κ. Β.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ