Legislator Case Law & Legislation
1880/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, upholding salary deduction method despite monthly payment cap.

Case Number 1880/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt collection fund against two borrowers regarding a final judgment from the Single Member Court of Amaliada. The borrowers argued that the court improperly altered the debt restructuring terms, but the court found the original contract's salary deduction method remained valid. The court ruled that the lower court only adjusted the monthly payment amount within legal limits without changing the fundamental deduction mechanism, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(2) and 9(2) of Law 3869/2010; The court may adjust the monthly installment amount based on the debtor's economic capacity without altering the statutory method of salary and pension deduction, provided the original assignment contract remains in force.

Keywords

AI generated
debt restructuring salary deduction Law 3869/2010 appeal dismissal payment cap assignment contract economic capacity

Cited Legislation

AI generated
Article 8(2) of Law 3869/2010
Article 9(2) of Law 3869/2010
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1880 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1880/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., 2) Δ. Β. του Η., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "... ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "... Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Ράμμο, ενώ η 3η και η 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2014 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 1119/6-12-2021 και 1124/6-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π.. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 30-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/1-10-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-3-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (17-3-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 58/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.

ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία (εφεσίβλητη) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν, κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα ή πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ή η αίτηση αναίρεσης πλήττει την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 927/2017, 741/2013, ΑΠ 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης, ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Εξάλλου, η παρέμβαση που ασκείται από τις εταιρίες διαχείρισης μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, έχει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας εταιρίας διαχείρισης να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021).

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά, κατ' άρθρο 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., απευθύνεται και κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία άσκησε ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια και αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." και αυτής ως ειδικής διαδόχου της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.".

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω και, εφόσον, περαιτέρω έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 5-12-2014 αίτηση των αιτούντων και ήδη πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαλιάδας στις 12-12-2014, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Εξάλλου, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 προβλέπεται η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη "εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Υπό τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις (ρευστοποιήσιμη περιουσία - απαραίτητη η εκποίηση) προφανές είναι ότι τα κριτήρια για να διαταχθεί η εκποίηση (και αυτεπαγγέλτως) από το Δικαστήριο είναι:

α) το αντικείμενο της εκποίησης να προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης ενδιαφέροντος από πιθανό αγοραστή και β) το προϊόν της εκποίησης να καλύπτει τα έξοδα της εκποίησης και να αφήνει ως υπόλοιπο ένα ουσιώδες ποσό για την αποπληρωμή των πιστωτών (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 778/2022). Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό.

Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 1543/2021, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 632/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (ΑΠ 1050/2021).

Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου, που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του, για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 ν. 2214/1994.

Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου), το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του.

Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του, και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και ειδικότερα αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη, μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη προς το Ταμείο.

Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ 1031/2015).

Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατό να αναπροσαρμόζεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του Ν. 3869/2010.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά το Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ.

και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερόμενων νόμιμων ορίων (ΑΠ 606/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (1.10.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (AΠ 1943/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 701/2020).

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 778/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 58/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες, (ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων), ηλικίας 51 ετών, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, είναι έγγαμοι μεταξύ τους και έχουν ένα ανήλικο τέκνο ηλικίας, σήμερα 11 ετών, περίπου.

Ο πρώτος των αιτούντων εργάζεται ως τραυματιοφορέας στο Νοσοκομείο Αμαλιάδας και από την εργασία του αυτή εισπράττει μηνιαίως το ποσό των 979,91 ευρώ (βλ. βεβαίωση αποδοχών του πρώτου αιτούντος για τον μήνα Μάιο του 2017). Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης έφεσης ανέρχονται στο ποσό των 828,34 ευρώ, μετά την παρακράτηση ποσού 200 ευρώ από το ΤΠΔ (βλ.

βεβαίωση αποδοχών μηνός Μαρτίου 2021). Η δεύτερη των αιτούντων είναι συνταξιούχος στρατιωτικός και λαμβάνει μηνιαίως σύνταξη ύψους 1.021,46 ευρώ (βλ. ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης της δεύτερης αιτούσας για το μήνα Μάιο του 2017). Όμως, μετά τον επανυπολογισμό της μηνιαίας σύνταξής της, η τελευταία ανέρχεται, μικτά, στο ποσό των 1.188,93 ευρώ, οι δε καθαρές μηνιαίες αποδοχές ανέρχονται στο ποσό των 826,94 ευρώ, μετά την παρακράτηση, πέραν των άλλων και ποσού 200 ευρώ, από το ΤΠΔ.

Επιπλέον, έχουν εισόδημα 220 ευρώ μηνιαίως από εκμίσθωση ακινήτου κυριότητάς τους. Περαιτέρω, οι αιτούντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός διαμερίσματος υπό στοιχεία "ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α1) του πρώτου ορόφου, επιφανείας 114,82 τ.μ., έτους κατασκευής 2007, που βρίσκεται σε μια διώροφη οικοδομή κτισμένη στη Δ.Κ.

Αμαλιάδας του Δήμου Ήλιδας Π.Ε Ηλείας, επί της οδού ..., το οποίο (διαμέρισμα) αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων, του οποίου ζητούν την εξαίρεση από την εκποίηση. Επίσης οι αιτούντες είναι συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος υπό στοιχεία "ΓΙΩΤΑ ΕΝΑ διαμέρισμα ισογείου", επιφανείας 49,82 τ.μ.

εντός της ίδιας ως άνω διώροφης οικοδομής στην οποία βρίσκεται η κύρια κατοικία τους, το οποίο εκμισθώνουν έναντι 220 ευρώ μηνιαίως, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, ο πρώτος των αιτούντων είναι ψιλός κύριος μιας οικίας έτους κατασκευής 1939, εμβαδού 93,85 τ.μ. μετά αποθήκης εμβαδού 30,06 τ.μ., η οποία βρίσκεται εντός οικοπέδου επιφανείας 185,45 τ.μ., κείμενου στην Τ.Κ.

Νυμφασίας του Δήμου Βυτί2νας Νομού Αρκαδίας. Περαιτέρω, η δεύτερη των αιτούντων έχει την κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 297,39 τ.μ. που βρίσκεται στη Δ.Κ. Τραγανού του Δήμου Πηνειού Π.Ε. Ηλείας, επί της επί της οδού .... Έχει επίσης ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου στα κάτωθι αγροτεμάχια, ήτοι σε α) αγροτεμάχιο εμβαδού 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δ.Κ.

Τραγανού του Δήμου Πηνειού Π.Ε. Ηλείας, β) αγροτεμάχιο εμβαδού 6.000 τ.μ., που βρίσκεται ομοίως στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δ.Κ. Τραγανού του Δήμου Πηνειού Π.Ε. Ηλείας, γ) αγροτεμάχιο - ελαιοστάσιο εμβαδού 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δ.Κ. Τραγανού του Δήμου Πηνειού Π.Ε.

Ηλείας και δ) αγροτεμάχιο εμβαδού 5.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας της Δ.Κ. Τραγανού του Δήμου Πηνειού Π.Ε. Ηλείας. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει έναντι των μετεχουσών πιστωτριών τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010).

Συγκεκριμένα, ο πρώτος των αιτούντων ανέλαβε: Α) Από την "... Α.Ε." (και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας χρέος, το οποίο ανερχόταν την 26η-9-2014 στο ποσό των 2.985,31 ευρώ. β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης δανείου χρέος, το οποίο ανερχόταν την 26η-9-2014 στο ποσό των 20.041,74 ευρώ, Β) Από την "...

Α.Ε.", ως οιονεί καθολική διάδοχο της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης δανείου χρέος το οποίο ανερχόταν την 26η-9-2014 στο ποσό των 4.866,33 ευρώ. Για αυτή τη σύμβαση έχει εγγραφεί υπέρ της ανωτέρω τράπεζας, προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο κυριότητας των αιτούντων και β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ...

σύμβασης καταναλωτικού δανείου χρέος, το οποίο ανερχόταν την 26η-9-2014 στο ποσό των 2.500,92 ευρώ, Γ) Από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (και ήδη αναιρεσείον) ανέλαβε δυνάμει του με αρ. λογ: ... στεγαστικού δανείου χρέος το οποίο ανερχόταν την 1η-10-2014 στο ποσό των 69.819,51 ευρώ. Για αυτή τη σύμβαση έχει εγγραφεί υπέρ του ανωτέρω πιστωτή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο κυριότητας των αιτούντων.

Συνεπώς, ο πρώτος των αιτούντων οφείλει συνολικά στους πιστωτές του το ποσό των 100.213,81 ευρώ. Η δεύτερη των αιτούντων ανέλαβε: Α) Από την "... Α.Ε." α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας χρέος, το οποίο ανερχόταν την 29η-9-2014 στο ποσό των 684,70 ευρώ και β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, με την ιδιότητα της εγγυήτριας, χρέος, το οποίο ανερχόταν την 29η-9-2014 στο ποσό των 20.041,74 ευρώ, Β) Από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ανέλαβε δυνάμει του με αρ.

λογ: ... στεγαστικού δανείου χρέος το οποίο ανερχόταν την 1η-10-2014 στο ποσό των 94.421,02 ευρώ. Για αυτή τη σύμβαση έχει εγγραφεί υπέρ του ανωτέρω πιστωτή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο κυριότητας των αιτούντων. Συνολικά λοιπόν οι οφειλές της δεύτερης των αιτούντων προς τους πιστωτές της ανέρχονται στο ποσό των 115.147,46 ευρώ, εκ των οποίων όμως, το ποσό των 20.041,74 ευρώ, το οφείλει ως εγγυήτρια.

Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά, ο πρώτος των αιτούντων κατά το οικονομικό έτος 2004 δήλωσε εισοδήματα ύψους 13.819,41 ευρώ, το οικ. έτος 2005 δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.209,03 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.657,24 ευρώ, το οικ. έτος 2007 δήλωσε εισοδήματα ύψους 16.393,51 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 δήλωσε εισοδήματα ύψους 18.370,15 ευρώ, το οικ.

έτος 2009 δήλωσε εισοδήματα ύψους 20.459,52 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 δήλωσε εισοδήματα ύψους 20.757,83 ευρώ, το οικ. έτος 2011 δήλωσε εισοδήματα ύψους 19.488,04 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 δήλωσε εισοδήματα ύψους 16.743,04 ευρώ, το οικ. έτος 2013 δήλωσε εισοδήματα ύψους 14.049,69 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 δήλωσε εισοδήματα ύψους 14.794,08 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 δήλωσε εισοδήματα ύψους 14.785,34 ευρώ και τέλος το φορολογικό έτος 2015 δήλωσε εισοδήματα ύψους 14.686,83 ευρώ.

Εξάλλου, η δεύτερη των αιτούντων το οικονομικό έτος 2004 δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.769,29 ευρώ, το οικ. έτος 2005 δήλωσε εισοδήματα ύψους 18.042,14 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 δήλωσε εισοδήματα ύψους 18.935,34 ευρώ, το οικ. έτος 2007 δήλωσε εισοδήματα ύψους 19.858,96 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 δήλωσε εισοδήματα ύψους 21.212,14 ευρώ, το οικ.

έτος 2009 δήλωσε εισοδήματα ύψους 24.989,65 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 δήλωσε εισοδήματα ύψους 25.688,28 ευρώ, το οικ. έτος 2011 δήλωσε εισοδήματα ύψους 24.104,05 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 δήλωσε εισοδήματα ύψους 46.295,83 ευρώ, το οικ. έτος 2013 δήλωσε εισοδήματα ύψους 23.082,17 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 δήλωσε εισοδήματα ύψους 19.115,11 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 δήλωσε εισοδήματα ύψους 16.740,35 ευρώ και τέλος το φορολογικό έτος 2015 δήλωσε εισοδήματα ύψους 18.308,79 ευρώ.

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις εισοδήματος για τα έτη 2018 και 2019, ο πρώτος των αιτούντων δήλωσε εισόδημα για το έτος 2018 το ποσό 14.659,18 ευρώ και για το έτος 2019 το ποσό των 15.106,84 ευρώ, ενώ η δεύτερη των αιτούντων δήλωσε εισόδημα για τα έτη 2018 και 2019 το ποσό 13.972,36 ευρώ+2.203,20 (μισθώματα)= 16.175,56 ευρώ, αντίστοιχα.

Εκ των ανωτέρω παρατηρείται μία σημαντική πτώση των εισοδημάτων των αιτούντων, τα οποία ενώ σταδιακά αυξάνοντο από το έτος 2004 έως και το έτος 2012, μετέπειτα άρχισαν να μειώνονται. Το γεγονός αυτό οφείλετο την οικονομική κρίση που εμφανίσθηκε στη χώρα από το 2011 και μετέπειτα, που είχε αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των μισθών και συντάξεων των Ελλήνων πολιτών, όπως εν προκειμένω και των εκκαλούντων.

Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι, παρά τη μείωση των εισοδημάτων των εκκαλούντων, οι τελευταίοι, μέχρι και το έτος 2014, ήταν συνεπείς στην πληρωμή των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών τους και συνεπώς, δεν περιήλθαν αυτοί σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών τους, καθόσον είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις ανειλημμένες από αυτούς υποχρεώσεις έναντι των πιστωτών τους.

Όμως, έτσι όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τις αποδείξεις, καθόσον, η μείωση των εισοδημάτων των εκκαλούντων αποτυπώνεται στην καθημερινότητά τους, καθώς, μετά την αφαίρεση των δαπανών για τις τρέχουσες οικογενειακές ανάγκες, δεν απομένει ποσό ακόμη ικανό και επαρκές για την πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών και την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.

Ειδικότερα, αναφορικά με τον πρώτο των εκκαλούντων, όπως προκύπτει από την ανωτέρω, χρονικά πρόσφατη, αναφερόμενη βεβαίωση αποδοχών μηνός Μαρτίου 2021, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 1.028,34 ευρώ, εκ του οποίου ποσού, παρακρατείται υπέρ του ΤΠΔ, το ποσό των 200 ευρώ, σύμφωνα με την από 14.3.2019 προσωρινή διαταγή, ενώ αναφορικά με τη δευτέρα των εκκαλούντων, όπως προκύπτει από το μηνιαίο ενημερωτικό σημείωμα πληρωμής σύνταξης Μαρτίου 2021, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1.026,94 ευρώ, εκ του οποίου ποσού, παρακρατείται υπέρ του ΤΠΔ, το ποσό των 200 ευρώ, σύμφωνα με την ιδία ως άνω προσωρινή διαταγή, επιπλέον δε, αυτή εισπράττει μηνιαίο μίσθωμα ύψους 220 ευρώ.

Πριν τη χορήγηση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, εγένετο παρακράτηση από το ΤΠΔ από τη μισθοδοσία του πρώτου των αιτούντων και από τη σύνταξη της δευτέρας των αιτούντων, ποσού 429,68 ευρώ, αντίστοιχα. Επιπλέον, για την κάλυψη των λοιπών δανειακών υποχρεώσεων του στην ..., ο πρώτος των εκκαλούντων οφείλει το ποσό των 30.394,3 ευρώ, η δε δευτέρα των εκκαλούντων οφείλει το ποσό των 20.726,44 ευρώ.

Συνεπώς, εκ του μηνιαίου εισοδήματος των αιτούντων ύψους 2.275,28 ευρώ, εφόσον αφαιρεθεί το ποσό των 1.150 ευρώ, με το οποίο θα πρέπει να καλυφθούν οι μηνιαίες δόσεις των δανειακών υποχρεώσεων των εκκαλούντων συνολικά, απομένει το ποσό των 1.125 ευρώ περίπου. Οι καθημερινές δαπάνες της οικογένειας των εκκαλούντων, συνυπολογιζομένων και των δαπανών που αφορούν το ανήλικο τέκνο τους, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ανέρχονται στο ποσό των 1.400 ευρώ περίπου και συνεπώς, οι εκκαλούντες βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία ικανοποίησης των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών τους, η οποία επήλθε χωρίς δόλο ή βαριά αμέλεια τους, αλλά εξαιτίας της σταδιακής μείωσης των εισοδημάτων τους και δη του μισθού του πρώτου αιτούντος και της σύνταξης της δευτέρας αιτούσας, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα, χωρίς να αναμένεται βελτίωση της οικονομικής κατάστασής τους στο εγγύς μέλλον.

Ο ισχυρισμός δε του δευτέρου των εφεσίβλητων ότι δηλαδή οι οφειλές προς το ΤΠΔ δεν πρέπει να υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3869/2010, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα και με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας, εάν ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει τις ανωτέρω οφειλές, θα είχε εκφρασθεί ρητώς και θα είχε προβεί στην εξαίρεση των οφειλών αυτών, με ρητή διατύπωση της νομοθετικής διάταξης. [...].

Στην προκειμένη δε περίπτωση αποδείχθηκε, κατά τα προλεχθέντα, ότι οι συνολικές οφειλές τους προς τους πιστωτές τους, έχουν διαμορφωθεί σε δυσανάλογα προς τα εισοδήματά τους επίπεδα, με συνέπεια την υπερχρέωσή τους, η οποία καθιστά αναγκαία τη μείωση τους, ώστε να εξασφαλιστεί σ' αυτόν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και να μπορέσει να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, που αποτελεί σκοπό του νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο συμφέρον, που υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών.

Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα, συντρέχουν στο πρόσωπο των εκκαλούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, η ρύθμιση των χρεών αμφοτέρων των εκκαλούντων θα γίνει με μηνιαίες καταβολές άτοκα, προς τους πιστωτές τους για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι σε εξήντα ισόποσες μηνιαίες δόσεις (άρθρο 8 παρ.2 ν. 3869/2010), που θα αρχίζουν το πρώτο πενθήμερο του επομένου της δημοσίευσης της απόφασης μήνα.

Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένων υπόψη, των βασικών βιοτικών αναγκών του, με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία του, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, το προς διάθεση ποσό πρέπει να οριστεί σε 240 ευρώ το μήνα, δι' έκαστον εξ αυτών, για χρονικό διάστημα 5 ετών, συμμέτρως στους πιστωτές.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για τον καθορισμό των ανωτέρω δόσεων θα πρέπει να συνυπολογισθεί το ποσό των 200 ευρώ, το οποίο παρακρατείται από τον κάθε εκκαλούντα, δυνάμει της χορηγηθείσας από 14.3.2019 προσωρινής διαταγής και πρέπει να αφαιρεθεί από τις δόσεις του άρθρου 8 παρ. 2. Επειδή με την ως άνω ρύθμιση δε δύνανται να εξοφληθούν οι απαιτήσεις των καθ' ων, πρέπει η ρύθμιση αυτή, για τους εκκαλούντες να συνδυαστεί με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/10, για καθορισμό μηνιαίων καταβολών προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, καθόσον, η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας.

Ειδικότερα λοιπόν, στα πλαίσια του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης για την διάσωση της κύριας κατοικίας του, ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, η δε αντικειμενική αξία αυτής, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) 2020 ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 30.564,84 ευρώ.

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο χρόνος δε τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, πρέπει να οριστεί σε 120 μήνες (10ετία), ενώ το ποσόν κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται στο ποσόν των (80% της αντικειμενικής αξίας = 24.451,87 ευρώ / 120 μήνες=) 203,76 ευρώ, με προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών.

Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνεται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και ορίζεται να ξεκινήσει τον πρώτο μήνα μετά την πάροδο της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2, 5 του ν. 3869/2010, καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί σ' αυτόν περίοδος χάριτος, ώστε να δύναται να είναι συνεπής με την άνω ρύθμιση.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατ' άρθρ. 9 παρ. 1 Ν.3869/2010, η εκποίηση των πρόσφορων περιουσιακών στοιχείων των εκκαλούντων, ήτοι α) ενός διαμερίσματος υπό στοιχεία "ΓΙΩΤΑ ΕΝΑ διαμέρισμα ισογείου", επιφανείας 49,82 τ.μ. εντός της ίδιας ως άνω διώροφης οικοδομής στην οποία βρίσκεται η κύρια κατοικία τους, το οποίο εκμισθώνουν έναντι 220 ευρώ μηνιαίως και β) ενός οικοπέδου εμβαδού 297,39 τ.μ.

που βρίσκεται στη Δ.Κ. Τραγανού του Δήμου Πηνειού Π.Ε. Ηλείας, επί της οδού .... Επομένως, θα πρέπει να οριστεί εκκαθαριστής για την εκποίηση των διαλαμβανόμενων στο διατακτικό της παρούσας απόφασης περιουσιακών στοιχείων τους, ενώ κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθούν της εκποίησης τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων, που αναφέρονται στην αίτηση, καθόσον, δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε και θα αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των καθ' ων πιστωτών τους, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.).

Οι δε κατά τα ανωτέρω εκποιήσεις κρίνονται απαραίτητες από το παρόν Δικαστήριο, αφού μπορεί να προσελκύσουν το ενδιαφέρον υποψήφιων αγοραστών, δύνανται δε να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την εν μέρει ικανοποίηση των καθ' ων πιστωτών και θα λειτουργήσουν αυτοτελώς. [...] κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές των εκκαλούντων, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 58/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 42/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας, [το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη από 9-12-2013 αίτηση των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κρίνοντας ότι αυτοί δεν περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων] και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αίτηση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη αυτών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές τους, εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του πρώτου αναιρεσίβλητου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, συγκυρίων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας αυτής, με την υποχρέωση να καταβάλουν για τη διάσωσή της, το ανωτέρω αναφερόμενο χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 80% της αντικειμενικής της αξίας και τέλος, διέταξε, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την εκποίηση των ειδικότερα αναφερόμενων σε αυτή ακινήτων τους, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τα λοιπά περιουσιακά τους στοιχεία.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την κρίση του περί περιέλευσης του αναιρεσίβλητου, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, για την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη: 1) η ηλικία και η οικογενειακή κατάσταση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, 2) η επαγγελματική ιδιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του από την εργασία του ως τραυματιοφορέα στο Νοσοκομείο Αμαλιάδας, 3) η ιδιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως συνταξιούχου στρατιωτικού και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της από τη σύνταξή της, 4) το επιπλέον εισόδημά τους εκ ποσού 220 ευρώ μηνιαίως, από εκμίσθωση ακινήτου συγκυριότητάς τους, 5) η περιουσιακή κατάσταση καθενός από αυτούς, 6) οι δανειακές τους υποχρεώσεις, που μνημονεύονται χωριστά για τον καθένα και ανά πιστώτρια τράπεζα και προσδιορίζεται ότι αναλήφθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησής τους (12-12-2014), 7) τα ετήσια εισοδήματά τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως και το έτος 2015, αναλυτικά για τον καθένα ανά έτος, από όπου εμφαίνεται η αυξητική τους πορεία από το έτος 2004 έως και το έτος 2012 και η μετέπειτα σημαντική σταδιακή μείωσή τους έως την άσκηση της ένδικης αίτησής τους, 8) τα ετήσια εισοδήματά τους κατά τα έτη 2018 και 2019 από όπου εμφαίνεται η διατήρηση της μείωσής τους για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και η συνέχιση της μείωσής τους για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και συνακόλουθα η μη αύξησή τους κατά το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της ένδικης αίτησης μέχρι και τη συζήτησή της στο ακροατήριο, 9) τα καθαρά μηνιαία εισοδήματά τους κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία προσδιορίζονται συνολικά στο ποσό των 2.275,28 ευρώ, 10) το ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους συμβάσεων, το οποίο προσδιορίζεται σε 1.150 ευρώ μηνιαίως, 11) οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης των άνω αναιρεσίβλητων και του ανήλικου τέκνου τους, που προσδιορίζονται, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο ποσό των 1.400 ευρώ, 12) η αδυναμία του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις λόγω της σημαντικής μείωσης των εισοδημάτων τους, τα οποία ενώ από το έτος 2004 έως και το έτος 2012 αυξάνονταν, μετέπειτα άρχισαν σταδιακά να μειώνονται σημαντικά, γεγονός που αποδίδεται στην οικονομική κρίση, που έπληξε τη χώρα, 13) η ανεπάρκεια, τελικά, του μηνιαίου εισοδήματός τους για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς τους, αφού, εάν από το ποσό του μηνιαίου εισοδήματός τους ύψους 2.275,28 ευρώ, αφαιρεθεί το ποσό των 1.150 ευρώ, το οποίο απαιτείται για να καλυφθούν οι μηνιαίες δόσεις των δανειακών τους υποχρεώσεων, το ποσό που απομένει (1.125 ευρώ), δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς τους, που προσδιορίζονται στο ποσό των 1.400 ευρώ μηνιαίως και 14) η έλλειψη προοπτικής βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης στο εγγύς μέλλον.

Με βάση όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι άνω αναιρεσίβλητοι έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τους πιστωτές τους και ότι συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Τα περιστατικά αυτά, τα οποία, το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης της περιέλευσης, άνευ δόλου, του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους και την εντεύθεν υπαγωγή τους στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, κρίνονται αβάσιμα.

Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνει σαφή και επαρκή αιτιολογία ως προς την κρίση του για την εξαίρεση από την εκποίηση των ειδικότερα σε αυτή αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, αναφέροντας με επάρκεια και σαφήνεια ότι "δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε και θα αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των καθ' ων πιστωτών τους, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.)".

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον πρώτο κρινόμενο αναιρετικό λόγο αναφορικά με την κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου περί περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

α) προσδιορίζονται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ετήσια εισοδήματα του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, με βάση τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματός τους, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως και το έτος 2015 και κατά τα έτη 2018 και 2019, αναλυτικά για τον καθένα ανά έτος, ενώ δεν απαιτούνταν άλλα στοιχεία για τον προσδιορισμό αυτών, β) δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναφορά του χρόνου συνταξιοδότησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ούτε εάν έλαβε εφάπαξ βοήθημα και το τυχόν ποσό αυτού, ενόψει και του ότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι προέβαλε ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας τέτοιο ισχυρισμό, ούτε ότι επικαλέστηκε απόκρυψη εισοδημάτων των αιτούντων, γ) από τις εν γένει παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται ως χρόνος περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, το έτος κατά το οποίο αυτοί άσκησαν την ένδικη αίτησή τους (2014), ενώ προσδιορίζεται και η αιτία της αδυναμίας πληρωμών τους, συνιστάμενη στη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, αναγόμενη στην οικονομική κρίση που εμφανίστηκε στη χώρα, που, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, "είχε αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των μισθών και συντάξεων των Ελλήνων πολιτών, όπως και των αιτούντων", δ) δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναφορά του κόστους διαβίωσής τους κατά το χρόνο λήψης των δανείων, αφού, τότε, όπως συνάγεται από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, δεν αντιμετώπιζαν αδυναμία πληρωμών, ε) δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναφορά της εμπορικής και αντικειμενικής αξία της ακίνητης περιουσίας των αιτούντων για να ελεγχθεί η κρίση ως προς την εξαίρεση από την εκποίηση των αναφερομένων ακινήτων τους, καθόσον αρκούν οι σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι αυτά δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε και θα αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση πιστωτών τους, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, ενώ, επίσης, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της εμπορικής και αντικειμενικής αξία της ακίνητης περιουσίας των αιτούντων, που εξαιρέθηκε από την εκποίηση, για να κριθεί εάν η ρευστότητά τους ήταν επαρκής για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, αφού η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως, η δε αναγκαιότητα ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για την ικανοποίηση των πιστωτών του, κρίνεται από το Δικαστήριο, κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως και πράγματι κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην ένδικη περίπτωση, το οποίο διέταξε την εκποίηση των, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα αναφερομένων ακινήτων των αιτούντων, ως προς τα οποία έκρινε ότι θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και θα αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση πιστωτών τους, ενώ αντιθέτως δεν διέταξε την εκποίηση των λοιπών περιουσιακών τους στοιχείων για τα οποία έκρινε ανελέγκτως ότι δεν θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε και θα αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση πιστωτών τους.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις του ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα περί περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και περί συνδρομής στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.

του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ.1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, διότι, όπως υποστηρίζει, μετέβαλε τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, επειδή δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης των ποσών, που ορίστηκαν ως καταβλητέα στο αναιρεσείον από το μισθό και τη σύνταξη του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, και δεν εξέφερε αιτιολογημένη κρίση για το θέμα αυτό.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, που δίκασε ως Εφετείο, μετά τις προεκτεθείσες παραδοχές του [με βάση τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε την ένδικη αίτηση], διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών των άνω αναιρεσίβλητων, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις ακόλουθες διατάξεις: "ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη των αιτούντων με άτοκες μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα πέντε ετών (60 μηνών).

Ειδικότερα θα καταβάλλουν, έκαστος εξ αυτών, στους πιστωτές τους συμμέτρως, ανάλογα με το ύψος των οφειλών τους, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, το ποσό των διακοσίων σαράντα (240) ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα" και "ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους εκκαλούντες την υποχρέωση να καταβάλουν προς των καθ ων πιστωτές, για τη διάσωση της ανωτέρω κατοικίας τους, το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (24.451,87) για χρονικό διάστημα 10 ετών (120 μηνών), όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας, ήτοι το ποσό των διακοσίων τριών ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (203,76) μηνιαίως".

Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τόσο στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα τη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των άνω αναιρεσίβλητων υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, [η οποία (καταβολή), συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους του μηνιαίου μισθού και της σύνταξης του πρώτου και της δεύτερης των άνω αναιρεσίβλητων - οφειλετών, αντίστοιχα ], αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους τους, κατά το Ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε μόνο και ειδικότερα περιόρισε, [κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες των άνω αναιρεσίβλητων - οφειλετών ], το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλουν να καταβάλουν οι τελευταίοι προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς όμως να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από το μηνιαίο μισθό και τη σύνταξη του πρώτου και της δεύτερης των άνω αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, μόνο το ύψος του ποσού μηνιαίως, που θα παρακρατεί το αναιρεσείον και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από το μισθό και τη σύνταξη, αντίστοιχα, τρόπο καταβολής του και συνεπώς δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να διαλάβει ειδική αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν έκανε δεκτό ότι επήλθε μεταβολή στον, με παρακράτηση από το μισθό και τη σύνταξη, αντίστοιχα, τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων του δανείου προς το αναιρεσείον.

Επομένως, ο κρινόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος από τους από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, κρίνεται αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/1-10-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ