Legislator Case Law & Legislation
1880/2017 AI generated

1880/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1880/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1880/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2014 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1880 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1880/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον δ.τ. ...., όπως μετονομάσθηκε η ... (πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5132/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3301/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου, ανέγνωσε την από 30-11-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ(α) του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Εξ άλλου η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του αρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ’ αρχάς δίκαιου υπό την έννοια ότι αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νομό αυτό, δεν δύνανται να περιορισθούν με την "ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι για λόγους γενικότερου συμφέροντος η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, εφ’ όσον στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσεως, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρεμβάσεως υπέρ του ασφαλισμένου, εν όψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευθή στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).

Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής καλύψεως επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφαλίσεως, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και δύνανται κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελευθέρως οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών δύναται να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής συμβάσεως σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις ειδικώς αναφέρονται στον ν. 2496/1997 και στις οποίες γίνεται ακριβώς παραπομπή με τη διάταξη του αρθρ. 33§1 του νόμου αυτού, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητώς στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφαλίσεως, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιορισθούν συμβατικώς, εκτός αν κάτι άλλο ειδικώς ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του αρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και βασίμως δύναται να υποστηριχθή ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διευρύνσεως με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν προς κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ" αρχάς απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.

Συνεπώς ως ασφαλιστική ρήτρα δυνατόν να συμφωνηθή και στην επαγγελματική ασφάλιση κατά του κινδύνου κλοπής, και ειδικότερα η λήψη ορισμένων προστατευτικών μέτρων ασφαλείας κατά του κινδύνου αυτού, προς αποτροπή της επελεύσεως του ή τουλάχιστον μειώσεως της ζημίας από τον κίνδυνο αυτό, η μη λήψη των οποίων στην περίπτωση επελεύσεως της ασφαλιζόμενης περιπτώσεως της κλοπής να απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος.

Τα προστατευτικά αυτά μέτρα ασφαλείας, τα οποία περιέχονται στους γενικούς ή ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου πρέπει, συμφώνως προς το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2496/1997, να εξατομικεύονται και να προσδιορίζονται με ακρίβεια το ίδιο δε πρέπει να γίνεται και με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δέχεται στην περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου της κλοπής, ότι δεν τηρήθηκε από τον ασφαλισμένο το συγκεκριμένο μέτρο προστασίας, που απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην δύναται να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ’ όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακολούθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (και με τις προηγούμενες επωνυμίες της και με αυτή που ήδη παρίσταται) ασχολείται αποκλειστικά με τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικών μισθώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1665/1986...

Η εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" διατηρούσε στο ... Εθνικής οδού Αθηνών- Λαμίας στην ... επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων ..., συνεργείου επισκευής αυτοκινήτων και αποθήκης ανταλλακτικών... Η επιχείρηση στεγαζόταν σε οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο ως έκθεση και πρώτο όροφο που χρησιμοποιείτο ως γραφεία και αποθήκη ανταλλακτικών.

Μεταξύ των άνω εταιρειών συνήφθη στις 22-08-2005 η υπ’ αριθ. ...22-08-2005 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και με το υπ’ αριθ. ...-08- 2005 παράρτημα ειδικών όρων αυτής, συμφωνηθείσης χρονικής διάρκειας τριών ετών, η ενάγουσα εκμίσθωσε και παρέδωσε στην άνω εταιρεία ("... ΑΕ") τον εξής ηλεκτρονικό κινητό εξοπλισμό (περιγράφεται αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και αξία αυτού) της ιδιοκτησίας της....

Η συνολική αξία του εκμισθωθέντος εξοπλισμού ανήλθε στο ποσό των 164.582,95 ευρώ. Στο άρθρο 16 της ως άνω σύμβασης ορίσθηκε ότι ο μισθωτής υποχρεούται να ασφαλίσει για λογαριασμό της εκμισθώτριας, τον εξοπλισμό μεταξύ άλλων και για κινδύνους διάρρηξης και κλοπής και για ποσό ίσο προς την πλήρη αξία αντικατάστασης του, υποχρεούμενος σε κανονική και εμπρόθεσμη πληρωμή των ασφαλίστρων.

Σε εκτέλεση του ως άνω όρου, η εταιρεία "... ΑΕ" συνήψε με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το υπ’ αριθ. .../2006 ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας με την υπ’ αριθ. ... πρόσθετη πράξη του, δυνάμει του οποίου ασφαλίσθηκε, για τις αναλυτικά αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις ασφαλιστικών κινδύνων. Ειδικότερα ασφαλίσθηκε με συνολικό ασφαλιζόμενο κεφάλαιο ποσού 200.000 ευρώ για το κτίριο, 106.000 ευρώ για επεκτάσεις, 300.000 ευρώ για μηχανήματα συνεργείου, 60.000 ευρώ για ηλεκτρονικό εξοπλισμό ιδιοκτησίας της, 455.000 ευρώ για αυτοκίνητα και 138.305 ευρώ για τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό ιδιοκτησίας της ενάγουσας.

Η διάρκεια ισχύος της σύμβασης ορίσθηκε εξάμηνη, με ημεροχρονολογία έναρξης την 23-05-2006 και λήξης την 23-11-2006, έναντι συνολικού ασφαλίστρου ύψους 1.938,90 ευρώ. Ως ασφαλισμένη και δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίστηκε η ... ΑΕ, πλην του ηλεκτρονικού εξοπλισμού συνολικής αξίας 138.305 ευρώ, για τον oποίο δικαιούχος είναι η εκμισθώτρια εταιρεία- ενάγουσα-εφεσίβλητη.

Μεταξύ των καλυπτομένων ασφαλιστικών κινδύνων περιελήφθη και η περίπτωση της κλοπής υπό την ρητή προϋπόθεση ύπαρξης κλειδαριάς ασφαλείας και συστήματος συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρεία προστασίας ή και αστυνομικό τμήμα. Ορίσθηκε δε ότι όλα τα μέτρα προστασίας θα πρέπει να βρίσκονται σε κατάσταση καλής και αμέσου λειτουργίας, προκειμένου να εξασφαλίζεται επαρκής προστασία των ασφαλισμένων περιουσιακών στοιχείων.

Το ασφαλιστήριο αυτό με όλους τους γενικούς και ειδικούς όρους καθώς και το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης παραδόθηκαν κατά τη σύναψη της σύμβασης στην εταιρεία ... A.E., οπότε αυτή έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Σε εκτέλεση της σύμβασης η ασφαλισμένη εταιρεία είχε τοποθετήσει μέσα στην επιχείρηση της σύστημα συναγερμού, που είχε συνδεθεί με το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας "...", στην οποία διαβιβάζονταν όλα τα σήματα του συναγερμού μέσω τηλεφωνικής γραμμής, ώστε αυτή να ειδοποιήσει, σε περίπτωση παραβίασης, το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα και τη νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας ...

ΑΕ. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι εντός του χρόνου ισχύος της προαναφερόμενης σύμβασης ασφάλισης και συγκεκριμένα την 21.09.2006, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, άγνωστος ή άγνωστοι δράστες, αφού παραβίασαν με σιδηρολοστό την κλειδαριά της σιδερένιας εισόδου του υπογείου, όπου στεγαζόταν το συνεργείο της επιχείρησης και αφού έσπασαν το σιδερένιο μάνταλο-εσωτερικό σύρτη, που προστάτευε βοηθητικά την πόρτα εισόδου του υπογείου., πέρασαν στο εσωτερικό του χώρου του συνεργείου, απ’ όπου αφαίρεσαν ένα όχημα τύπου τζιπ.

Στη συνέχεια, μέσω του εσωτερικού κλιμακοστασίου ανέβηκαν στον πρώτο όροφο, απ’ όπου αφαίρεσαν μεγάλη ποσότητα εξοπλισμού και εμπορευμάτων, μεταξύ των οποίων και το μεγαλύτερο μέρος του ηλεκτρονικού εξοπλισμού ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Οι δράστες διέφυγαν από το σημείο εισόδου, αφού αφαίρεσαν από τον προαύλιο χώρο άλλα δύο οχήματα τύπου MERCEDES τζίπ.

Οι άγνωστοι δράστες τοποθέτησαν μονωτική ταινία στα ραντάρ του συστήματος συναγερμού, ώστε να μη γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις τους από αυτά. Το υπάρχον σύστημα συναγερμού, το οποίο λειτουργούσε κανονικά, είχε οπλιστεί την 23.38 μ.μ. της 20-09-2006 από τους υπαλλήλους της εταιρείας ... ΑΕ κατά το κλείσιμο της επιχείρησης.

Στη συνέχεια την 01.03 ώρα της 21-09-2006 ενεργοποιήθηκε το σύστημα στη ζώνη 2, η οποία αντιστοιχεί στο ραντάρ της πόρτας εισόδου του υπογείου. Από το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας ... ειδοποιήθηκε η άμεση δράση και η νόμιμη εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας Ζ. Π. στο κινητό της τηλέφωνο....Στη συνέχεια, την 02.46 π.μ.

και 02.47 π.μ. της 21.09.2006 το σύστημα συναγερμού ενεργοποιήθηκε ξανά στις ζώνες "ραντάρ υπογείου αριστερά", "ραντάρ υπογείου δεξιά", "ραντάρ σκάλας", "ραντάρ πρώτου ορόφου" και "ραντάρ γραφείων 2ου ορόφου". Από το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρείας ... ειδοποιήθηκε η αστυνομία, ενώ το τηλέφωνο της νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας δεν απαντούσε...

Τελικά την 07.17 π.μ. της 21-09-2006 η νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας ... ΑΕ, ενημερώθηκε για τα λοιπά σήματα και μετέβη στο χώρο, αφοπλίζοντας το σύστημα συναγερμού και διαπίστωσε τη διάρρηξη... Η νόμιμη εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρίας, μόλις αντιλήφθηκε τη διάρρηξη στην επιχείρηση της, ανέφερε το εν λόγω συμβάν, την 21-09-2006, αφενός στην εναγομένη εταιρεία, αφετέρου στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή.

Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρει νομίμως με τον πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσης τον ισχυρισμό, ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του αιτουμένου ασφαλίσματος στην προκειμένη ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικού κινδύνου, εφόσον δεν τηρήθηκε από την ασφαλισμένη ο προαναφερόμενος όρος του ασφαλιστηρίου, δηλαδή η ύπαρξη κλειδαριάς ασφαλείας στην πόρτα του υπογείου, αλλά κλειδαριά απλού τύπου.

Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προτείνεται κατά της ενάγουσας εταιρείας, εφόσον πρόκειται στην ένδικη περίπτωση για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, είναι νόμιμος (άρθρ. 7 παρ. 6α ν. 2496/1997, 361, 414 ΑΚ) και αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα, περί αυτού κατέθεσε σαφώς και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης Κ.

Σ., ο οποίος διενήργησε, με εντολή της εναγομένης και αμέσως μετά τη γενόμενη κλοπή, αυτοψία στην οικοδομή της ασφαλισμένης επιχείρησης, συντάσσοντας την προαναφερόμενη ...-12-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από τα λοιπά προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ και η εξετασθείσα στο ακροατήριο νόμιμη εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας Ζ.

Π., ερωτηθείσα για το θέμα αυτό, δεν απάντησε με σαφήνεια για την ύπαρξη τέτοιας κλειδαριάς ασφαλείας. Δεν καλύπτει, εξάλλου, την παράλειψη του όρου αυτού της σύμβασης ο εσωτερικός σύρτης που είχε τοποθετηθεί από την ασφαλισμένη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την άνω ένσταση της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσης.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της έφεσης και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί εκ νέου η από 14-9-2010 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, κατά παραδοχή της νομίμως προβληθείσας ως άνω ένστασης της εναγομένης".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 5α και 6α, 11, 13 παρ. 3, 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 και 361 του ΑΚ, αναφορικώς προς την παραδοχή της ενστάσεως περί απαλλαγής τής αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας προς αποζημίωση της ως τρίτης ασφαλιζομένης στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση αναιρεσείουσας, λόγω μη τηρήσεως των συμφωνηθέντων μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή του ασφαλιζομένου κινδύνου της κλοπής.

Ειδικότερα, δεν αποσαφηνίζονται με πληρότητα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα ειδικά εκείνα στοιχεία που έπρεπε να έχει η κλειδαριά που έφερε η μεταλλική θύρα (πόρτα) του υπογείου της επίδικης οικοδομής που έγινε η διάρρηξη, ώστε να συνιστά αυτή "κλειδαριά ασφαλείας", ενώ συνιστούν αντίφαση προς το τελικό πόρισμα της, ως προς το ότι δεν είχαν ληφθεί τα συμφωνηθέντα μέτρα ασφαλείας προς αποφυγή της διάρρηξης, εφ’ όσον, κατά τις παραδοχές της, και κλειδαριά έφερε η μεταλλική θύρα του υπογείου, και σύστημα συναγερμού είχε εγκατασταθεί με τρία ραντάρ στην είσοδο του υπογείου και με σύνδεση του συναγερμού με εταιρεία προστασίας, ο οποίος είχε τεθεί σε λειτουργία κατά το χρόνο της κλοπής και έδωσε σήματα στην εν λόγω εταιρεία προστασίας για να προβεί αυτή στις δέουσες ενέργειες και επί πλέον, για πρόσθετη ασφάλεια, χωρίς μάλιστα να έχει συμφωνηθεί, είχε τοποθετηθεί μεταλλικός μάνταλος.

Επί πλέον, ενώ δέχεται ότι δεν έγινε η διάρρηξη με παραβίαση της κλειδαριάς της μεταλλικής πόρτας του υπογείου, αλλά με την χρησιμοποίηση σιδηρολοστού από τους άγνωστους δράστες, προκειμένου να ανοίξουν την σιδερένια θύρα - εις τρόπον ώστε οποιοσδήποτε τύπος κλειδαριάς κι αν είχε τοποθετηθεί έστω κι αν αυτή είχε τα χαρακτηριστικά (που δεν διευκρινίζονται) της κλειδαριάς ασφαλείας, να μην δύναται να αποτραπεί η διάρρηξη και συνακόλουθα να μην τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παραβίαση της κλειδαριάς, αλλά αυτό να είναι απότοκο των μέσων που χρησιμοποίησαν οι άγνωστοι δράστες για τη διάρρηξη της θύρας του υπογείου (μεταλλικός λοστός), που ούτε ο σιδερένιος μάνταλος που ασφάλιζε αυτή εσωτερικά στάθηκε εμπόδιο στην προσπάθειά τους - εν τούτοις δέχεται τελείως αντιφατικώς, και χωρίς να διευκρινίζεται επαρκώς αν είχε τοποθετηθεί κλειδαριά τύπου ασφαλείας, ότι η παράλειψη τοποθετήσεως τέτοιας κλειδαριάς, στάθηκε η αιτία της διαρρήξεως, ενώ αυτή θα συνέβαινε και με οποιουδήποτε τύπου κλειδαριά κι αν υπήρχε και θα δινόταν η δυνατότητα στους άγνωστους δράστες στην εν συνεχεία πραγματοποίηση της κλοπής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ όπως εκτιμάται, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου και παρελκούσης της ερεύνης του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ’ αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176. 183. 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 3301/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του υπ’ αυτής κατατεθέντος παραβόλου.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ