Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing and incorrect legal grounds regarding procedural statutes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment, ruling it inadmissible for two primary reasons. The appellant argued the appeal was timely and based on substantive law errors, but the court found the appeal was filed outside the statutory ten-day limit after the judgment was served. Furthermore, the court held that the appeal's second ground, alleging misapplication of procedural articles, was invalid because the law permits appeals only on the misapplication of substantive criminal statutes, not procedural ones.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 476, 510 of the Code of Civil and Criminal Procedure; An appeal filed after the statutory deadline is inadmissible, and grounds citing the misapplication of procedural provisions are rejected as the law allows appeals only for the misapplication of substantive criminal statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1880 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1880/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου C. S. του N.-V., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φιλιππόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. Α581/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός εάν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Η απόφαση με την οποίαν απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης, με την έφεση, αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Α.Π. 500/2015).
Σε περίπτωση όμως που με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποίαν παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. άσκησή της, πρέπει η αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση να επεκτείνεται και στα πιο πάνω ζητήματα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ. β του Κ.Π.Δ. αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο ή τον σύνοικό του ή τον οικιακό βοηθό ή τον θυρωρό στην κατοικία του, επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας του, ενώ κατά τη διάταξη του ιδίου άρθρου (155) παρ. 3 εδ. α του αυτού Κώδικα, αν ο ενδιαφερόμενος κρατείται στην φυλακή ή σε άλλον καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται στον τόπο αυτόν με κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 154 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157, 159 και 165 του ιδίου Κώδικα (Α.Π. 487/2015). Στην περίπτωση συνδρομής λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποίαν ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, καθιστούν επιτρεπτή την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, αν ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως από τέτοιο λόγο, εφόσον αυτά τα γνώριζε όταν άσκησε την έφεση, εκτός από την αναφορά στην συντασσόμενη, για το ένδικο αυτό μέσο, έκθεση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, πρέπει να επικαλείται και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν.
Στην έννοια, όμως, της ανώτερης βίας, από την οποίαν παρακωλύθηκε (ο εκκαλών) στην εμπρόθεσμη άσκησή της, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως σε διεύθυνση στην οποίαν επικαλείται ο ασκών το ένδικο μέσο ότι δεν διέμενε κατά τον χρόνο που έγινε αυτή, γιατί στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την οποίαν όταν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα... ή των ανακριτικών υπαλλήλων, που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34 και (οι οποίοι) είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, συνοικία, οδό, αριθμό) που καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας του και ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο καθώς και άλλο ποινικό δικόγραφο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση, έπεται ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο τότε μόνον είναι εκπρόθεσμη, όταν επιδόθηκε σ’ αυτόν εγκύρως η απόφαση αυτή και παρήλθε η οριζομένη από το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
νόμιμη προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου και αν η επίδοση είναι άκυρη δεν αρχίζει η προθεσμία αυτή και η έφεση είναι εμπρόθεσμη. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη, ή αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί.
Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του εισαγγελέα. Αντίγραφο της δηλώσεως μαζί με την σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Στην προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 έφεση η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της είχε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της προσβαλλομένης αποφάσεως για να δικασθεί.
Δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής διαμονής. Κατά τον χρόνο της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της αποφάσεως διέμενε επί της οδού ... με τους γονείς του ήτοι με την μητέρα του L. και τον πατριό του Σ. Λ. και το πρώτον πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της αποφάσεως με την σύλληψή του στις 13-5-2015". Δηλαδή είχε προβάλλει, με την έφεση, την ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, δίχως όμως να επικαλεσθεί και να προσκομίσει και τα αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ο εκκαλών-κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, επικαλέσθηκε την από 19-11-2012 βεβαίωση του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Ε.
Β. που αναγνώσθηκε και στην οποίαν αναφέρεται, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της ότι "πήγα στην οδό ... και όπως διαπίστωσα στο ... υπάρχει νεοαναγειρόμενη οικοδομή και κατασκευάζεται και ο κατηγορούμενος C. S. δεν κατοικεί και συνεπώς μετώκησε σε άγνωστη διεύθυνση" και πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι "δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εκεί θυροκόλληση, όπως στην συνέχεια αναφέρει ότι έκανε".
Αντίθετα υποστήριξε ότι ο δικαστικός επιμελητής θα έπρεπε να ακολουθήσει τη διαδικασία της επιδόσεως στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 156 του Κ.Π.Δ., κάτι που όμως δεν έκανε. Παράλληλα ανέφερε, ότι όταν συνελήφθη εκ νέου ο κατηγορούμενος στις 29-10-2011 δήλωσε στην Εισαγγελία τη νέα του διεύθυνση, δηλαδή αυτή της οδού των ...
και άρα η Εισαγγελία ως ενιαία Αρχή είχε λάβει γνώση της νέας διευθύνσεως του κατηγορουμένου. Επειδή λοιπόν ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του αποκλειστικά και μόνον για λόγους ανώτερης βίας, ζήτησε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η έφεσή του και να γίνει τυπικά δεκτή". Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, μετά και την παράθεση του νομικού συλλογισμού, με το ακόλουθο αιτιολογικό: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και περιέχεται στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται επίσης στα πρακτικά, από τις εξηγήσεις του κατηγορουμένου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία και συζήτηση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 217/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου C.
S. του N. V., στις 21-2-2012, ο εν λόγω κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής και απόπειρας αποστολής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και του επιβλήθηκε η ποινή της καθείρξεως των δέκα (10) ετών και η χρηματική ποινή των 10.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στις 19-11-2012 με θυροκόλληση στο ..., επί της οδού ..., όπως τούτο προκύπτει από το με ιδία ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Ε.
Β., ήτοι στην διεύθυνση που ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει την 28-8-2010, κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του Β’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, επειδή δεν βρέθηκε από τον διενεργήσαντα την επίδοση ο ίδιος, ούτε άλλο πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Κατά την ως άνω απολογία του γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο και η υποχρέωσή του να δηλώσει κάθε μεταβολή του τόπου της κατοικίας του ή της διαμονής του εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε τη δίωξη, όπως και οι συνέπειες από την παράλειψή του αυτή.
Κατά της ως άνω αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε, στις 18-2-2015, τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 έφεση, που είναι εκπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως (ήτοι δύο έτη και δύο μήνες περίπου μετά την λήξη της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως).
Βέβαια, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο του ενδίκου μέσου που άσκησε, ισχυρίσθηκε, με την έκθεση της εφέσεως "ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι κατά τον χρόνο της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της αποφάσεως διέμενε επί της οδού ..., με τους γονείς του ήτοι με την μητέρα του L.
και τον πατριό του Σ. Λ. και ότι το πρώτο πληροφορήθηκε την ύπαρξη της αποφάσεως με την σύλληψή του στις 13-2-2015". Ο λόγος αυτός, όπως αναφέρεται, δεν αποτελεί για τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο ανώτερη βία ούτε ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού.
Άλλωστε η μεταβολή της διευθύνσεως κατοικίας γίνεται εγγράφως στον αρμόδιο Εισαγγελέα και όχι σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει την διεύθυνση της κατοικίας του και, επομένως, το οποιοδήποτε σφάλμα οφείλεται σε υπαιτιότητά του, παράλληλα τελούσε εν γνώσει της σε βάρος του κατηγορίας, την πορεία της οποίας είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει ευχερώς ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του.
Η εκκαλουμένη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, επιδόθηκε νόμιμα στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, στις 19-11-2012, με θυροκόλληση και όχι ως άγνωστης διαμονής, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει, αφού ο εκκαλών-κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην οδό ... στο ..., ήτοι στη διεύθυνση που είχε δηλώσει, την 28-8-2010, κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του Β’ Τμήματος Πρωτοδικών Πειραιώς και δεν είχε δηλώσει αλλαγή της διευθύνσεως της κατοικίας του, παρά το γεγονός ότι του είχε γνωστοποιηθεί η υποχρέωσή του αυτή.
Με τον ίδιο τρόπο νόμιμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και το κλητήριο θέσπισμα, για την δικάσιμο της 21-12-2012, κατά την οποίαν εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από το με ημερομηνία 21-12-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του ιδίου ως άνω Επιμελητή Δικαστηρίων, που αναγνώσθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά.
Μετά ταύτα και εφόσον, κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οδός ..., στο ... ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου, εγκύρως έλαβε χώρα η επίδοση της εκκαλουμένης στις 29-11-2012, οπότε και άρχισε η προθεσμία των δέκα (10) ημερών για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, η οποία ασκηθείσα μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, είναι εκπρόθεσμη.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής". Ακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως την από 18-2-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 έφεση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου κατά της υπ’ αριθμ. 217/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του και που μνημονεύονται κατ’ είδος, αποδείχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον κατηγορούμενο στις 19-11-2012 με θυροκόλληση, με την παρουσία μάρτυρα και όχι ως άγνωστης διαμονής, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο εκκαλών, αφού αναζητήθηκε στην οδό ...
στο ..., που είχε δηλώσει ως διεύθυνση της κατοικίας του στις 28-8-2010 κατά την απολογία του στον ανακριτή και δεν είχε δηλώσει αλλαγή της διευθύνσεως αυτής, ότι με τον ίδιο τρόπο νόμιμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και το κλητήριο θέσπισμα για τη δικάσιμο της 21-12-2012 κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με το από 21-12-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του ιδίου ως άνω επιμελητή που επίσης αναγνώσθηκε και ότι εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 19-11-2011, οπότε και άρχισε η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως, η οποία ασκήθηκε εκπρόθεσμα μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Τέλος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του Κ.Π.Δ.
είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και τούτο διότι σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως μόνον η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και όχι δικονομικής διατάξεως. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2016 και με αριθμό εκθέσεως ... Μαρτίου 2016 αίτηση (ορθώς δήλωση) του C. S. του N.-V. και της L., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που συντάχθηκε ενώπιον του Διευθυντή του άνω Καταστήματος, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 581/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ