1880/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1880/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι η σύμβαση λύθηκε κατόπιν άκαιρης και παράνομης καταγγελίας της εναγομένης στις 12-1-2009. Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ της προμήθειας 10,53% που είχε συμφωνηθεί, ακύρως, και της οφειλόμενης εύλογης κατά το άρθρο 288 Α.Κ. από 18%, άλλως 16,5% προμήθειας. Η αγωγή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 7089/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1880 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1880/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ν –Ν. Π ΟΕ", η οποία εδρεύει στην …, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΧΥΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΥΜΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΧΥΜ ΑΕ", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηϊωάννου, που δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή της επωνυμίας στην νέα "COCA COLA 3Ε Ελλάδος ΑΒΕΕ" .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7089/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2028/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 15-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: H εδώ αναιρεσείουσα με την από 27-4-2009 αγωγή της, επικαλέστηκε: Ότι μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτίστηκε σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με αντικείμενο τη διανομή από την ενάγουσα των προϊόντων της εναγομένης στην περιοχή του Περιστερίου Αττικής, έναντι προμήθειας 10,53%, η οποία επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη και κατ' εκμετάλλευση απ' αυτήν της μεταξύ τους σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς είναι άκυρη και καταχρηστική.
Ότι η σύμβαση λύθηκε κατόπιν άκαιρης και παράνομης καταγγελίας της εναγομένης στις 12-1-2009. Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ της προμήθειας 10,53% που είχε συμφωνηθεί, ακύρως, και της οφειλόμενης εύλογης κατά το άρθρο 288 Α.Κ. από 18%, άλλως 16,5% προμήθειας. Η αγωγή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 7089/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά της τελευταίας αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "...Αποδείχτηκε επίσης ότι η λαμβανόμενη από την ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της επιδίκου συμβάσεως αμοιβή, ανερχόμενη κατά μέσο όρο σε ποσοστό 10% επί του τζίρου των πωλήσεών της με δυνατότητα παροχής επιπλέον ποσοστού 5% ως πριμ σε περίπτωση αύξησης των πωλήσεων, δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης του διαχειριστή της ενάγουσας για απασχόληση, αλλά υπήρξε αποτέλεσμα συμφωνίας.
Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο Ν. Τ., ο οποίος ως διαχειριστής της ενάγουσας, ήλθε σε συνεννόηση με την εναγομένη για τη σύναψη της επιδίκου συμβάσεως, εργαζόταν στην τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πάνω στο ίδιο αντικείμενο, ήτοι την διανομή των ιδίων προϊόντων της εναγομένης, για χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους και γνώριζε καλά τους όρους της επιδίκου συνεργασίας πριν λάβει την απόφασή του να ενταχθεί στο σύστημα της αποκλειστικής διανομής ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας, έκρινε δε, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει και ο εξετασθείς μάρτυρας της απόδειξης στο ακροατήριο, περισσότερο προσοδοφόρα την επίδικη σύμβαση από αυτή της εξαρτημένης εργασίας.
Άλλωστε λόγω των γνώσεών του (απόφοιτος κολεγίου στη διοίκηση επιχειρήσεων) και της εμπειρίας του (απασχόληση ως στέλεχος σε διάφορες επιχειρήσεις) είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τα συμφωνηθέντα. Έτσι το άνω ποσοστό αμοιβής που χορηγούσε η εναγομένη στην ενάγουσα το αποδέχθηκε η τελευταία, αφού συνυπολόγισε, τους συνηθισμένους τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά έξοδά της, ώστε να απομένει σ' αυτή εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.
Ειδικότερα, ο τζίρος που πραγματοποίησε η ενάγουσα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό της δικόγραφο ανερχόταν για το έτος 2006, σε 167.533,68 ευρώ, για το έτος 2007 σε 290.960,11 ευρώ και για το 2008 σε 374.701 ευρώ, αντίστοιχα δε οι προμήθειές της ανήλθαν σε 13.089,92 ευρώ για το έτος 2006, 35.544,17 ευρώ για το έτος 2007 και 43.732 ευρώ για το έτος 2008.
Με βάση τις ανωτέρω προμήθειες και αφού αφαιρεθούν τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης της ενάγουσας, όπως αυτά επίσης προσδιορίζονται στην αγωγή, με την σημείωση ότι σ' αυτά δε μπορούν να συνυπολογιστούν τα ποσά που αναφέρονται με την αιτιολογία δανεισμός από τράπεζες μέσω πιστωτικών καρτών, τα καθαρά κέρδη της ενάγουσας από την άσκηση της άνω δραστηριότητάς της, ανήλθαν για το πρώτο έτος 2006 στο ποσό των 11.144,72 ευρώ, για το έτος 2007 στο ποσό των 17.510,55 ευρώ και για το έτος 2008 στο ποσό των 20.887 ευρώ.
Έτσι, η ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή, κρίνεται εύλογη, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα, αποκέρδαινε μετ' αφαίρεση των λειτουργικών της εξόδων, ποσά που της εξασφάλιζαν ένα μέσο συνηθισμένο για τις περιστάσεις εισόδημα, το οποίο μάλιστα αυξανόταν με την πάροδο του χρόνου. Έτσι ο σχετικός όρος της ενδίκου συμβάσεως που καθόριζε την αμοιβή της ενάγουσας και κατέλειπε σ' αυτή ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, δεν είναι, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δυσανάλογο με τις παρεχόμενες εκ μέρους της υπηρεσίες.
Περαιτέρω, ο άνω όρος δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε είναι καταχρηστικός, αλλά ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς στην ενάγουσα από την εναγομένη, συνεπεία της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από αυτή. Επομένως, δεν θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας για διαφορά καταβληθείσης με εύλογη αμοιβή από τις πωλήσεις που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της ενδίκου συμβάσεως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 281, 288 και το 919 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του π.δ. 219/1991 ΑΚ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο: α) με το να δεχθεί ότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές του δεν συντρέχει περίπτωση αναπροσαρμογής (αυξήσεως) του ύψους της συμφωνηθείσης προμήθειας κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 288 Α.Κ. (η αγωγή δεν είχε βάση από το άρθρο 388 Α.Κ.) και β) διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της συνομολόγησης από την ενάγουσα, ελευθέρως και χωρίς μονομερή και συνεπεία της σχέσης εξάρτησης επιβολή της από την εναγομένη, προμήθειας ύψους 10,5% επί του τζίρου των πωλήσεων, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., την παραβίαση των οποίων, κατ' εκτίμηση της αίτησης αναίρεσης, επικαλείται η αναιρεσείουσα. Οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι, κατόπιν αυτών, αβάσιμοι.
Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του και ειδικότερα με το να κρίνει ότι ο όρος της σύμβασης που καθόριζε την αμοιβή της ενάγουσας σε ποσοστό 10,5% και κατέλειπε σ' αυτήν ένα εύλογο ποσοστό κέρδους, δεν είναι, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δυσανάλογος σε σχέση με τις παρεχόμενες εκ μέρους της υπηρεσίες, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής ο παραγωγός ή χονδρέμπορος λειτουργεί de facto από θέση οικονομικής ισχύος και επιβάλλει το περιεχόμενο των συμφωνιών που συνάπτει με τους διανομείς, σε τέτοια έκταση και βαθμό, ώστε κατ' ουσίαν οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμβάσεις προσχώρησης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκετος, διότι τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-4-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Ν. – Ν. Π. Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2028/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ