Legislator Case Law & Legislation
1880/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on tort damages and unjust enrichment claims.

Case Number 1880/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment awarding €21,000 in damages. The appellant argued for a reversal based on procedural defects and substantive law violations, but the court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal when the lower court correctly applies substantive law regarding tort liability and unjust enrichment, provided the reasoning is clear, consistent, and covers all essential elements of the legal case.

Keywords

AI generated
tort liability unjust enrichment appeal dismissal legal costs substantive law violation civil procedure damages award

Cited Legislation

AI generated
Article 568 paragraphs 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 298 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 27 and 28/1998
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 282/2010
Supreme Court 1756/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1880 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1880/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Ζ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θωμά Μήνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5039/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 604/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αργύριου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις υπ' αριθμ. ... και .../7-2-2013 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς …, που προσκομίζονται από την επισπεύδουσα την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη, προκύπτει η προς την απολειπομένη αναιρεσείουσα νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της κρινομένης αιτήσεως, καθώς και της από 20-8-2012 κλήσεως της αναιρεσιβλήτου με την συνημμένη σ' αυτή πράξη περί ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (22-4-2013) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, ο από την διάταξη άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου θεωρείται ότι παραβιάσθηκε, αν δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., που ορίζει ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως, η υπαιτιότητα και ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου. 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του Α. Κ. και 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, που υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, συνεπεία της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξεως, συνεπαγόμενης ζημία για τον ίδιο, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη.

Δεν αποκλείεται δε η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρισίμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικώς με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτον.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανόμου συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ήταν ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και το επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π.359/2012, 481/2012, 895/2011, 1516/1999, 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Αρχές Μαΐου του 2005 η εναγομένη (σημ. ήδη αναιρεσείουσα) αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, ζήτησε από την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), πρώτη εξαδέλφη της, να της δώσει λόγω.

δανείου το ποσό των 21.000 Ευρώ. Προκειμένου δε να επιτύχει την αποδοχή της πρότασης της αυτής από την ενάγουσα και να λάβει το ποσό αυτό, της παρέστησε, εν γνώσει της ψευδώς, ότι θα το χρησιμοποιούσε για να εκδοθεί στο όνομα της άδεια εκμεταλλεύσεως πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, και ειδικότερα, ότι θα τα κατέβαλε σε κάποιον Θ.

Μ., για τον οποίο, επίσης ψευδώς, της δήλωσε ότι ήταν εργαζόμενος στα γραφεία του ΟΠΑΠ, υπεύθυνος για την έκδοση των εν λόγω αδειών. Την διαβεβαίωσε επίσης ότι θα της επέστρεφε το παραπάνω ποσό, σταδιακά από τα κέρδη του πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, το οποίο σύντομα θα άνοιγε. Πεισθείσα η ενάγουσα από τα ως άνω ψευδή γεγονότα και διαβεβαιώσεις της εναγομένης, προέβη στη μεταβίβαση του ως άνω ποσού, με τον τρόπο που η εναγομένη της είχε υποδείξει. ...

Η εναγομένη ... συνομολογεί την λήψη των παραπάνω ποσών... Ουδέποτε προέβη σε κάποια ενέργεια για την έκδοση στο όνομα της αδείας εκμετάλλευσης του πρακτορείου που ψευδώς δήλωσε ότι θα άνοιγε στο σύντομο μέλλον, ούτε το παραπάνω πρόσωπο ήταν υπάλληλος του ΟΠΑΠ, αλλά δανειστής της εναγομένης, στον οποίο αυτή χρωστούσε από καιρό 4.000 Ευρώ, και τον οποίο εξόφλησε ..:Ουδέποτε η εναγομένη επέστρεψε στην ενάγουσα το παραπάνω συνολικό ποσό των 21.000 Ευρώ, το οποίο έλαβε μεν λόγω δανείου, με τον απατηλό τρόπο όμως που προαναφέρθηκε, που ήταν αποφασιστικός για την εξαπατηθείσα ενάγουσα, για να προβεί στην μεταβίβαση του ποσού αυτού προς αυτήν, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ποσό αυτό, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή...

Η εναγομένη δεν ανταπέδειξε ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία και ειδικότερα ότι αυτή της επέστρεψε το δανεισθέν ως άνω ποσό, όπως αβάσιμα και όλως αορίστως ισχυρίζεται με τον σχετικό λόγο της εφέσεως, χωρίς δηλαδή να επικαλείται συγκεκριμένη ημερομηνία επιστροφής ούτε να προσκομίζει κάποια εξοφλητική απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εξαφανίζοντας την ερήμην της αναιρεσειούσης-εναγομένης εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για την εις βάρος της αδικοπραξία το ειρημένο ποσό των 21.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε, δια της εφαρμογής των, τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 298 του Α.Κ. και δη ως προς τα στοιχεία της θεμελιωτικής της ενδίκου αγωγής αδικοπραξίας, δηλαδή της παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς της εναγομένης, της ζημίας της εναγούσης και της μεταξύ των αιτιώδους συνδέσμου, οι οποίες (διατάξεις) ήταν πράγματι εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση. Τούτο δε διότι, υπό τις προειρημένες παραδοχές του Εφετείου, στοιχειοθετείται τόσον η αδικοπραξία που τελέσθηκε με απάτη όσον και η επελθούσα ζημία, η οποία προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη με την καταβολή προς την αναιρεσείουσα του ανωτέρω ποσού ως συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσειούσης. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ίδιες, ως άνω, παραδοχές του, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της συνδρομής της αδικοπραξίας και της εντεύθεν ζημίας της αναιρεσιβλήτου αφού οι συγκεκριμένες παραδοχές καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 914 και 298 Α.Κ.) για την επέλευση της απαγγελθείσης εννόμου συνεπείας (υποχρέωση της αναιρεσειούσης προς αποζημίωση της αναιρεσιβλήτου). Επομένως και οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αποστέρηση της εντεύθεν νομίμου βάσεως, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2009 αίτηση της Ι. Μ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ.604/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ