Legislator Case Law & Legislation
1880/2007 AI generated

1880/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1880/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9248/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1880/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι το Εφετείο απέρριψε κατά παραδοχή βάσιμης ένστασης των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την ως άνω αγωγή ως προς όλα τα πιο πάνω αιτήματά της και συνεπώς δεν άφησε αίτηση, ήτοι εν προκειμένου την ένδικη αγωγή αδίκαστη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1880 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1880/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη - Αυγερινού Φαλίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9248/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η ύπαρξη παντελούς σιωπής του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό. Αν από την απόφαση αυτού προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας εξετάστηκε και απορρίφθηκε στο σύνολό της ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, μη ερευνωμένων κατά την εξέταση του λόγου αυτού των παραδοχών επί τη βάσει των οποίων προέβη στην απόρριψή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 12.6.2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, ως διαδικαστικού εγγράφου, ισχυρισθείσα ότι είναι κυρία οριζοντίων ιδιοκτησιών πρώτου και δεύτερου ορόφου της σ΄ αυτή οικοδομής και ότι οι αναιρεσίβλητοι, συγκύριοι έκαστος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου αυτής, κατά παράβαση του κανονισμού κατέλαβαν τον σ΄αυτή ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, στην αρχή του οποίου υπάρχει διαχωριστικός μανδρότοιχος με πόρτα, στον οποίο και τοποθέτησαν διάφορα αντικείμενα και απέκλεισαν την αναιρεσείουσα από τη χρήση αυτού και κυρίως από την πρόσβασή της στο λεβητοστάσιο, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να αφήσουν ελεύθερη την πρόσβασή της στον ακάλυπτο χώρο και από εκεί στο λεβητοστάσιο, να απομακρύνουν τα αντικείμενα από τον εν λόγω ακάλυπτο χώρο και να απαγορευθεί σ΄ αυτούς οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματός της στη χρήση αυτού.

Έτσι το Εφετείο απέρριψε κατά παραδοχή βάσιμης ένστασης των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την ως άνω αγωγή ως προς όλα τα πιο πάνω αιτήματά της και συνεπώς δεν άφησε αίτηση, ήτοι εν προκειμένου την ένδικη αγωγή αδίκαστη.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ εκ του ότι το Εφετείο άφησε αίτηση, ήτοι την αγωγή της αναιρεσείουσας, αδίκαστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΝοΒ 1998.23), όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως και στην προκείμενη περίπτωση ο ίδιος (πρώτης) λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, διότι, όπως επί λέξει αναφέρεται στο αναιρετήριο, δέχεται η προσβαλλομένη ότι "...περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της τοποθετήσεως της εν λόγω καγκελόπορτας η ενάγουσα στερήθηκε του δικαιώματος πρόσβασης στο λεβητοστάσιο, όπως διατείνεται.

Τούτο βρισκόταν στο πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής των διαδίκων και η διέλευση της ενάγουσας προς αυτό μπορούσε να γίνει από την εδαφική έκταση στην αριστερή πλευρά της οικοδομής", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί συμπερασμάτων του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία δεν θεωρούνται "πράγματα".

ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, αυτή εμπεριέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα και απέρριψε, κατά παραδοχή βάσιμης ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που προβλήθηκε παραδεκτά από τους αναιρεσίβλητους, ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την από 12.6.2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, ζητούσε την προστασία του δικαιώματός της στη σύγχρηση του σ΄ αυτή περιγραφόμενου ακάλυπτου χώρου, τον οποίο χαρακτήριζε στο δικόγραφό της ως κοινόχρηστο.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν εμπεριέχεται τάχα στην προσβαλλόμενη καμία αιτιολογία για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ΄ ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο αμέσως άνω λόγο (δεύτερο και τελευταίο) κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. , εκ του ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2, 3, και 14 Ν.3741/1929. Όμως δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως ο λόγος αυτός κατά το εν λόγω μέρος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.3.2006 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 9248/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποίαν ορίζει σε εφτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ