Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding lower court's finding of independent contractor status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by both the hospital and the doctors regarding the classification of their employment relationship. The lower court had determined that the doctors acted independently in setting fees, schedules, and methods of treatment, receiving payment only for facility usage rather than a salary. The court found no error in this reasoning, noting that the doctors' autonomy and the hospital's limited role excluded the existence of an employment contract under Article 559 of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Civil Procedure Code; The court established that a relationship is an employment contract only if the worker is subject to the employer's directives regarding time, place, and manner of work, and that autonomy in setting fees and schedules precludes such a classification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 187 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 187/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Μ. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι.-Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ.", με το διακριτικό τίτλο "Η. Μ..Α..Ε.." και έδρα την…., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις Των αναιρεσίβλητων: 1) ... 5)..,.. και 10)….., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργιετίνας Στεφανάτου, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
B)Των αναιρεσειόντων: 1) ... 5) ..., 10)…., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη και της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργιετίνας Στεφανάτου, που ανακάλεσαν την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή τους και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ……", με το διακριτικό τίτλο "Η. Μ..Α..Ε.." και έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αγωγή των ήδη A) αναιρεσίβλητων-B) αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 921/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4851/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν: η Α) αναιρεσείουσα με την από 10-12-2019 αίτησή της και οι Β) αναιρεσείοντες με την από 12-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Οι πληρεξούσιοι της Α) αναιρεσείουσας και η πληρεξούσια των Β) αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των Α) αναιρεσίβλητων και οι πληρεξούσιου της Β) αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις από 10.12.2019 και αριθ. εκθ. κατάθεσης 11766/1164/10-12-2019 και 12.12.2019 αριθ. εκθ. κατάθεσης 11959/1186/13-12-2019 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4851/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 921/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων και το ως άνω Δικαστήριο επιδίκασε στον καθένα εξ αυτών τα εις αυτή αναφερόμενα ποσά. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την έφεση της εναγομένης τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τους τρίτο και δέκατο των εναγόντων και δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς. Οι ως άνω αιτήσεις ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1] και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους [άρθρ. 577 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ], συνεκδικαζόμενες λόγω της συναφείας τους [άρθρ. 246 ΚΠολΔ].
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 του Προεδρικού Διατάγματος 178/2002, το οποίο έχει ως σκοπό την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29.6.1998 σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων [δημοσίων ή ιδιωτικών που ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες], εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη.
Ως μεταβίβαση θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Μεταβιβάζων νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο λόγω μεταβίβασης χάνει την ιδιότητα του εργοδότη, διάδοχος κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο λόγω μεταβίβασης αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη και εργαζόμενος κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος.
Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο, ο δε μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για της υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της εκάστοτε περίπτωσης.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής.
Η εφαρμογή της ως άνω παραγράφου 1 [του άρθρου 6] αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης. Κατά το άρθρο 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 "Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου.
Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦEK 107 A`), 46 του ν. 1892/1990 (ΦEK 101 A`), και 14 του ν. 2000/1991 (ΦEK 206 A`), όπως ισχύουν, γ) ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦEK 10 A`) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρηση του τέθηκε, ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού (ΑΠ 837/2018).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, είναι στενά ερμηνευτέες και ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων εξαίρεσης λόγω διαδικασιών πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική.
Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως" ή άλλη παρεμφερής λέξη ή φράση που να υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας. Εξάλλου ο νομοθετικός λόγος που υπαγορεύει τις ως άνω εξαιρέσεις είναι η διευκόλυνση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων με τις προβλεπόμενες από το νόμο συλλογικές διαδικασίες με ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν συνεχίζεται η λειτουργία της επιχείρησης, όπως ορίζεται ρητά άλλωστε στην περίπτωση της πτώχευσης με συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης.
Προς το σκοπό, δε, να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ, με τις προεκτεθείσες διατάξεις αυτών (Οδηγιών) δόθηκε κατεύθυνση στα κράτη-μέλη για τη λήψη σχετικών προς τούτο μέτρων.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζεται ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων".
Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσης δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις.
Συνεπώς και το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα.
Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων (ΑΠολ 7/2009).
Συνακόλουθα η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που κινείται ατομικά από το δανειστή του καθού η εκτέλεση και οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης ως συνόλου από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρηση ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε, και που σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη, ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, περιπτώσεων αφερεγγυότητας, ούτε γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της και υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ούτε, τέλος, αποτελεί οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας που συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Μόνο δε το γεγονός ότι καθ' όν χρόνο έλαβε χώρα η διαδικασία της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού επιχείρησης ως συνόλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1022 επ. του ΚΠολΔ, η ως άνω επιχείρηση είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών που καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία της, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, εφόσον δεν κινήθηκαν συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σκοπούσες στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής και αυτή εξακολούθησε τη λειτουργία της.
Ως εκ τούτου η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, που κατασχέθηκε και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, από τον υπερθεματιστή, στον οποίο κατακυρώθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ (καθώς και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) με συνέπεια οι εργαζόμενοι της επιχείρησης να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Π.Δ/τος και των αντιστοίχων άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, καθότι στην ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 και μάλιστα ούτε ευθέως, ούτε αναλόγως, καθότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ΟλΑΠ 7/2017), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Εξ άλλου το <<... αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται σε κρατικό έλεγχο, λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τις διατάξεις του καταστατικού του [ΑΠ 317/2022, 322, 323/2022].
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα [ΑΠ 109/2020, 1388/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι <<... ...Από τον Αύγουστο του έτους 2012 ...άρχισε να παρουσιάζει σοβαρή κρίση ρευστότητας. Ειδικότερα τα ίδια κεφάλαιά του κατέστησαν αρνητικά κατά 125 εκατομ. ευρώ και οι διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις προς τρίτους ανήλθαν σε 270 εκατομ. Ευρώ. Η αδυναμία εξεύρεσης κεφαλαίων από άλλες πηγές οδήγησε το νοσοκομείο σε γενικευμένη αδυναμία πληρωμής των δανειστών του.
Η κρίση αυτή οδήγησε περαιτέρω σε αδυναμία εξόφλησης τρεχουσών υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οφειλές στη μισθοδοσία των εργαζομένων σ' αυτό αλλά και αδυναμία έκδοσης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας. Προκειμένου να διασφαλισθεί η συνέχιση παροχής ιατροφαρμακευτικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών, με την από 30.10.2012 πράξη νομοθετικού περιεχομένου ...διατάχθηκε η αναστολή των πάσης φύσεως πράξεων διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης ή οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου υπέρ των πιστωτών.
Συγχρόνως επετράπη η χορήγηση ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας. Η προσωρινή αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης παρατάθηκε με διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις...Σκοπός ήταν η διευκόλυνση εξεύρεσης λύσης για την διάσωση του νοσοκομείου μέσω άλλου φορέα που θα αναλάμβανε τη λειτουργία του...η διοίκηση ...με την υποστήριξη του Ελληνικού Δημοσίου διενήργησε ανοικτό διεθνή διαγωνισμό για την εξεύρεση στρατηγικού επενδυτή, ο οποίος, όμως, κηρύχθηκε άγονος, διότι ουδέν επενδυτικό σχήμα επέλεξε να συμμετάσχει στο τελικό στάδιο της διαδικασίας.
Περαιτέρω, η Τράπεζα Πειραιώς διατηρούσε σε βάρος του ανωτέρω Νοσοκομείου ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, το συνολικό ύψος των οποίων ανήρχετο την 24.4.2014 στο ποσό των 96.345.085 ευρώ. ...Μετά την άρση της νομοθετικής αναστολής των αναγκαστικής είσπραξης, η Τράπεζα Πειραιώς την 2.5.2014 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε όσα περιουσιακά στοιχεία του ανωτέρω νοσοκομείου είχαν συσταθεί εμπράγματα βάρη [υποθήκη, προσημείωση υποθήκης και ενέχυρο], ήτοι σε όλα τα ακίνητα και τον εξοπλισμό του Νοσοκομείου.
Στη συνέχεια η Τράπεζα Πειραιώς υπέβαλε ...αίτημα τη χορήγηση δικαστικής άδειας για την επιβολή κατάσχεσης επί της νοσηλευτικής μονάδας <<...>>, ως σύνολο στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ...Η άδεια κατασχέσεως χορηγήθηκε με την υπ' αριθ. 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και με την υπ' αριθ. 15276/2014 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικώς την 24.9.2014...το οικονομικό σύνολο δικαιωμάτων ενεργητικού που απαρτίζει τη νοσηλευτική μονάδα <<...>>.
Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού κατακυρώθηκε στην εναγομένη εταιρεία <<...>> ως τελευταίας και μοναδικής υπερθεματίστριας...Η τελευταία, ως νέα ιδιοκτήτρια, συνέχισε τη λειτουργία του Νοσοκομείου χωρίς διακοπή. ...στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις ...παρέχοντας ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες ...με το ίδιο προσωπικό ...με την ίδια άδεια λειτουργίας και με τον ίδιο διακριτικό τίτλο.'Ετσι η επιχείρηση...
διατήρησε την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα ...και έτσι επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002, καθώς και διαδοχή μεταξύ της προηγούμενης εργοδότριας των εναγόντων ...και της νυν εναγομένης. Η τελευταία [εναγομένη] ως νέος φορέας της νοσηλευτικής μονάδας, είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος του παραπάνω Νοσοκομείου και για το λόγο αυτό ανέλαβε την οργάνωση τη εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνο και συνέχισε τη λειτουργία ως οικονομικής μονάδος, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά του, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του Νοσοκομείου ως οργανωμένου συνόλου υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν το σκοπό αυτό, καθώς, καθόσον τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού το κύριο αντικείμενο τόσο του προαναφερθέντος κοινωφελούς ιδρύματος όσο και της εναγομένης ήταν η λειτουργία του Νοσοκομείου <<….. >>.
Μετά την ως άνω μεταβίβαση η εναγομένη...υποκατέστησε τον αρχικό εργοδότη - νοσοκομείο με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και οι αξιώσεις τους, που πηγάζουν από τις εργασιακές τους συμβάσεις με τον αρχικό εργοδότη και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν εξ αιτίας της μεταβίβασης την εναγομένη εταιρεία.
Η τελευταία, δε, [εναγομένη] ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή...η διαδικασία του πλειστηριασμού της επιχείρησης του κοινωφελούς ιδρύματος "..." δεν απέβλεψε στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων αυτού, αλλά στη συνέχιση της λειτουργίας του Νοσοκομείου υπό νέο φορέα, την εναγομένη εταιρεία>>.
Περαιτέρω, δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 5 στ. α'εδ. β' Ν. 2648/1998, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002, ως προσδιορίζουσα την αφερεγγυότητα, προβλέπει ότι <<αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος>>, η διάταξη δε αυτή εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο αρχικός εργοδότης δεν κηρύχθηκε σε πτώχευση αλλά η επιχείρησή του εκποιήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού.
Συνεπώς, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης κατ' άρθρο 6 ΠΔ 178/2002, γιατί κατά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η διαδικασία που εφαρμόσθηκε δεν απέβλεψε στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος αλλά αντίθετα στη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης υπό νέο φορέα και ζήτημα αφερεγγυότητας δεν τίθεται όταν η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί. Επί πλέον στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχουν οι όροι που επιβάλλονται από τις στενά ερμηνευτέες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του ΠΔ 178/2002 για τη στοιχειοθέτηση της εξαίρεσης [διαδικασία αφερεγγυότητας υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής και από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση, (τελεσίδικης) δικαστικής απόφασης].
Επί της από 10.12.2019 αιτήσεως αναιρέσεως: H εκκαλούσα εναγομένη με τον πρώτο λόγο επικαλούμενη πλημμέλεια εκ των αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του ΠΔ 178/2002, υποστηρίζει ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας εργοδότη είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική. 'Ότι η μεταβίβαση της νοσηλευτικής μονάδας του Νοσοκομείου, έγινε με αναγκαστική κατάσχεση κατόπιν αδείας του Ειρηνοδικείου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ.
ΚΠολΔ, γιατί το τελευταίο είχε περιέλθει σε μόνιμη και καθολική αδυναμία πληρωμών. Ακόμη ότι δεν έλαβε χώρα εκούσια μεταβίβαση αλλά αναγκαστική εκποίηση, η δε διαδικασία των ως άνω άρθρων 1022 επ. καταλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης κατ' αντιστοιχία με την καθολικότητα των διαδικασιών αφερεγγυότητας και δεδομένου ότι το ΚΙΕΝ αποτελεί κοινωφελές ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατ' άρθρ. 48 του Ν. 2082/1992, και δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς πτώχευσης ή εμπορικής αφερεγγυότητας, η επίμαχη διαδικασία επιτελεί το ρόλο μιας ανάλογης διαδικασίας [αφερεγγυότητας], εμπίπτοντας κατ' ουσίαν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 του π.δ. 178/2002.
Ότι, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος και πρέπει ν' αναιρεθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης της επιχείρησης ως συνόλου κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης από τον υπερθεματιστή με τη διατήρησή της ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας και επομένως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002, με το οποίο εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό πεδίο, για τους εργαζομένους, των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 αυτού.
Ούτε η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης επιχείρησης μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας, γιατί δεν είναι συλλογική διαδικασία που συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη και το διορισμό συνδίκου, οδηγώντας στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Τα υποστηριζόμενα περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 6 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος λόγω ενδεικτικής και όχι περιοριστικής απαρίθμησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, υπό του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998, με την αιτιολογία ότι το τελευταίο αναφέρεται σε διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν καταργηθεί όπως το άρθρο 9 του Ν. 1386/1983 ή το άρθρο 46 του Ν. 1892/1990, ενώ δεν μνημονεύονται άλλες διαδικασίες που προβλέπονται από νεώτερα νομοθετήματα και εμπίπτουν αναμφίβολα στην κατηγορία αυτή, όπως λ.χ.
η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ. του νέου Πτωχευτικού Κώδικα ή η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 106Θ του Πτωχευτικού Κώδικα, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η διάταξη του άρθρου 1022 επ. ΚΠολΔ προϋπήρχε του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν.2648/1998 [ΑΠ 323, 322, 317/2022].
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο, που δέχθηκε ότι η διαδικασία πλειστηριασμού της επιχείρησης που ακολουθήθηκε απέβλεπε στη συνέχιση αυτής υπό νέο φορέα, [την εναγομένη] και κατά τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 5 στοιχ.α'εδ. β' κατά την οποία <<αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος>>, αφού ο αρχικός εργοδότης δεν κηρύχθηκε σε πτώχευση αλλά η επιχείρησή του εκποιήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας, διότι δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του άρθρου 44 παρ. 5 Ν. 2648/1998, είναι αβάσιμος, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, δεχόμενο ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 4 του ΠΔ 178/2002 στην αναιρεσείουσα, η οποία υπεισήλθε ως διάδοχος εργοδότης στην εργασιακή σχέση που συνέδεε του ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλητους με το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα, συνεχίζοντας τη λειτουργία του νοσοκομείου στο ίδιο κτίριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας και ότι οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού [και των αναιρεσιβλήτων] μεταβιβάσθηκαν σε αυτήν χωρίς αλλαγή στο εργασιακό τους καθεστώς.
Ως εκ τούτου δεν συντρέχει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η από 10.12.2019 αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ οι ένορκες βεβαιώσεις πρέπει να προσάγονται προαποδεικτικά εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το άρθρο 422 ΚΠολΔ, ενώ είναι δυνατή η προσκομιδή τους και στην προθεσμία της αντίκρουσης του άρθρου 237 παρ. 2 ΚΠοΛΔ υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζονται προς αντίκρουση ισχυρισμού, που προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις.Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, διάταξη που εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες [άρθρ. 529, 591 ΚΠολΔ].
Για να ληφθούν δε υπόψη νέα αποδεικτικά μέσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η επίκλησή τους πρέπει να γίνει με τις προτάσεις και όχι με την προσθήκη των προτάσεων, εκτός εάν προσκομίζονται προς απόδειξη ισχυρισμού που προτείνεται προς εξουδετέρωση ισχυρισμού του αντιδίκου, που προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις εκείνου.
Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη η επίκληση πρόσθετων ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες προσκομίσθηκαν ενώπιον του εφετείου στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ.524 παρ.1ΚΠολΔ) μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων, πρέπει, στην προσθήκη των προτάσεων του διαδίκου που τις προσκόμισε, να αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι αυτές προσκομίζονται για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων του αντιδίκου, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αυτές παραδεκτές και στη συνέχεια να ελέγξει, αν πράγματι προσκομίσθηκαν για τον σκοπό αυτό [ΑΠ 667/2020, ΑΠ 613/2018].
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Επί της από 12.12.2019 αιτήσεως αναιρέσεως: Οι εφεσίβλητοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον με αριθ. 4β λόγο της αιτήσεώς τους εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 3213, 3215 και 3216/29.3.2019 ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε η αντίδικός τους, οι οποίες ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις από τα μεριδολόγια, και συντάχθηκαν μετά τη συζήτηση της εφέσεως [29.3.2019] μέσα στην τριήμερη προθεσμία αντίκρουσης, κατά την οποία και προσκομίσθηκαν χωρίς να αναφέρεται στην προσθήκη των προτάσεων της αντιδίκου της, στα πρακτικά συζητήσεως της εφέσεως και στην απόφαση ότι αυτές προσκομίζονται προς ανταπόδειξη ισχυρισμού τους που προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις τους στο Εφετείο.
Από την επισκόπηση των από 26.3.2019 προτάσεων της αναιρεσίβλητης εταιρείας συνάγεται ότι στην πρώτη σελίδα της από 29.3.2019 προσθήκης συνάγεται ότι οι υπ' αριθ. 3216, 3215 και 3213/29.2.2019 ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν ανταποδεικτικά προς αντίκρουση ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, που περιέχονται στις υπ' αριθ. 3593/22.3.2019 και 3672/26.3.2019 ένορκες βεβαιώσεις <<των μαρτύρων απόδειξης κ.κ.
Μ. και Κ.>> αντίστοιχα, [εκ των οποίων η τελευταία στη συνέχεια κρίθηκε ανυπόστατη από το Δικαστήριο και δεν λήφθηκε υπόψη], στη δε προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται σχετικά ότι λήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων [εναγόντων - εφεσιβλήτων] κατά σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αυτές παραδεκτές και ο ως άνω λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠοΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον λόγο εκ του αριθ. 4α της αιτήσεως υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αλλά εξέλαβε ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο την ένορκη βεβαίωση της Α.
Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, γιατί η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν προσκομίσθηκε από την τελευταία αλλά από τους ενάγοντες εργαζομένους της, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του λόγου εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί κατά το άρθρο 415 παρ. 3 <<αν ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να εξετασθεί όποιος το εκπροσωπεί στο δικαστήριο ή κάποιο άλλο μέλος της διοίκησής του>>.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μέλος της διοίκησης νομικού προσώπου μπορεί να εξετασθεί ως διάδικος και όχι ως μάρτυρας, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη [ΑΠ 2076/2017].
Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή του μέλους της διοίκησής του είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Κατ' ακολουθίαν παραδεκτά στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη έκρινε ανυπόστατη την ένορκη βεβαίωση της Α. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, αφού κατά τον χρόνο της κατάθεσης είχε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και η διάταξη του άρθρου 415 παρ. 3 αναφέρεται σε κάθε περίπτωση εξέτασης ανεξάρτητα από τον διάδικο που την επικαλείται.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος. Αβάσιμος είναι και ο έτερος, πέμπτος λόγος εκ του ιδίου ως άνω άρθρου 559 αριθ. 11γ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που κατονομάζουν [σημείωμα του Ν. προς τον Πρόεδρο του ΔΣ, απόσπασμα πρακτικού της συνεδρίασης της 9.1.2013, το σύνολο των συμβάσεών τους, την υπ' αριθ. 3593/2019 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Μ.], αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης συνάγεται αναμφίβολα ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση καθενός εξ αυτών, κατονομάζοντας και την υπ' αριθ. 3593/2019 ένορκη βεβαίωση.
Γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Εξ άλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού [ΑΠ 113/2019]. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 324, 325 αριθ. 1 ΚΠολΔ και 486 ΑΚ προκύπτει ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων, όπως είναι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη μεταξύ του δανειστή και ενός από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες (ΑΠ 22/2004).
Συνεπώς, επί οφειλής εις ολόκληρον υπάρχει παθητική ομοδικία μεταξύ των συνεναγομένων συνοφειλετών και το δεδικασμένο που δημιουργείται για τον ένα από αυτούς δεν ισχύει, κατ' αρχήν, και για τους άλλους (ΑΠ 740/2000). Από το συνδυασμό, όμως, των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ειδικός διάδοχος του διαδίκου, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 714/2013).
Αντιθέτως, το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων πριν την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκειά της (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 2009/2013). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που κατέστη συνοφειλέτης ως ειδικός διάδοχος αρχικού συνοφειλέτη, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε με τον αρχικό συνοφειλέτη, παρά την υφιστάμενη μεταξύ τους παθητική εις ολόκληρον ενοχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένο [ΑΠ 575/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι από τις αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου που επικαλείται η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. 1374/2015 για τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη, την υπ' αριθ.1937/2014 για τον έκτο, την υπ' αριθ. 2143/2014 για τον έβδομο, την υπ' αριθ. 1936/2014 για τον όγδοο, την υπ' αριθ. 2295/2015 για τον ένατο και την υπ' αριθ. 2294/2015 για τους έκτο, όγδοο και δέκατο, με τις οποίες επιδικάσθηκαν τα αιτούμενα ποσά από μεριδολόγια αμοιβολόγια <<δεν παράγεται δεδικασμένο για την εναγομένη εκκαλούσα, η οποία παραλλήλως ευθύνεται εις ολόκληρον με το παραπάνω κοινωφελές ίδρυμα.
Και τούτο διότι με την μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον από το Π.Δ. 178/2002 δεν προκύπτει το αντίθετο, δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή ...
Συνεπώς, μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ... Ουδέν δεδικασμένο υφίσταται για την εναγομένη εκκαλούσα από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατά του "Κοινωφελούς Ιδρύματος ..." επί αγωγών, που είχαν ασκήσει κατ' αυτού οι ενάγοντες δίχως τη συμμετοχή της εναγομένης - εκκαλούσας ενόψει της, κατά τα ανωτέρω απλής ομοδικίας μεταξύ των συνοφειλετών, λόγω της σωρευτικής αναδοχής χρέους προ της μεταβίβασης της επιχείρησης>>. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο λόγο ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί δεδικασμένου εκ των ως άνω αποφάσεων ως προς την έννομη σχέση που τους συνδέει με την εναγομένη και τα ποσά της οφειλής, ως και ότι ως ειδικός διάδοχος η αναιρεσίβλητη δεσμεύεται στην καταβολή τους, αφού η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία επί των αγωγών τους, εφ' ών εκδόθηκαν οι ως άνω αποφάσεις.
Συνεπώς, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 του π.δ. 178/2002 και 325 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του λόγου εκ του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά και τα εκτιθέμενα στην αίτηση συνάγεται ότι από τα προσκομιζόμενα στοιχεία δεν αποδεικνύεται τελεσιδικία των υπ' αριθ. 2294, 2295/2015 και 2143/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκ των οποίων οι δύο πρώτες εκδόθηκαν ερήμην του Κοινωφελούς Ιδρύματος <<...>>, αφού δεν προσκομίζονται αποδεικτικά επιδόσεως αυτών, τα δε πιστοποιητικά μη ασκήσεως ενδίκου μέσου με ημερομηνία 22.12.2015 για τις δύο πρώτες και 19.6.2015 για την τελευταία, δεν αποδεικνύουν ότι έχουν τελεσιδικήσει.
Ομοίως δεν προκύπτει επίδοση της υπ' αριθ. 1474/2015 αποφάσεως με πιστοποιητικό μη ασκήσεως ενδίκου μέσου που φέρει ημερομηνία 27.10.2015. Ως προς τις υπ' αριθ. 1936 και 1937/11.6.2014 αποφάσεις, στις οποίες δεν εντοπίζεται η ως άνω παράλειψη, από την επισκόπησή τους συνάγεται ότι οι εν λόγω αποφάσεις διαχωρίζουν τις αμοιβές εκ της εργασιακής συμβάσεως και τις ειδικές αμοιβές από τα μεριδολόγια - αμοιβολόγια, τόσο ως προς τη νομική βασιμότητά τους, η οποία εστιάζεται στα άρθρα 648 επ.
και 361 ΑΚ, όσο και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα, αφού δεν αναφέρεται ρητά σε αυτές ότι όλα τα ποσά και τα αφορώντα τις ειδικές αμοιβές οφείλονται εκ της συμβάσεως εργασίας αλλά αντίθετα από τις αιτιολογίες, με βάση τις οποίες το νοσοκομείο εισπράττει τις έν λόγω αμοιβές από τους ασθενείς και στη συνέχεια αποδίδει το ποσό που αναλογεί στους ιατρούς, προκύπτει ότι δεν οφείλονταν δυνάμει της συμβάσεως εργασίας τους.
Συνεπώς, δεν υφίσταται δεδικασμένο από την έννομη σχέση, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και κατ' ακολουθίαν ούτε δέσμευση της ειδικής διαδόχου [αναιρεσίβλητης] για τις απαιτήσεις που είχαν ασκηθεί με τις αγωγές τους προ του χρόνου διαδοχής. Η προσβαλλομένη που δέχθηκε την μη ύπαρξη δεδικασμένου έστω και με διαφορετική [εσφαλμένη] αιτιολογία, παραβλέποντας τη βάση της αγωγής επί του π.δ. 178/2002, και την άσκηση των προηγουμένων αγωγών προ του χρόνου μεταβίβασης, ορθά έκρινε κατ' αποτέλεσμα και ο ως άνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί.
Ομοίως, ο με αριθ. 1α λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του π.δ. 178/2002, 6 παρ.1 ν.2112/1920 και 456 ΑΚ [άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ], γιατί δέχθηκε ότι με την άσκηση προγενέστερων αγωγών σε βάρος της αναιρεσίβλητης, για τις οποίες εκδόθηκαν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, δεν διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεών τους, όλων για το έτος 2009 και του έκτου και ογδόου για τα έτη 2007 και 2008, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι αντένσταση παραγραφής δεν μπορεί να προταθεί κατά της εναγομένης ενόψει της απλής ομοδικίας λόγω της σωρευτικής αναδοχής χρέους προ της μεταβίβασης της επιχείρησης, αγνοώντας την εις ολόκληρον ευθύνη της διαδόχου εταιρείας, είναι απαράδεκτος, γιατί βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ύπαρξης τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες δεσμεύουν την αναιρεσίβλητη, ενώ κρίθηκε αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός, ως ανωτέρω.
Με τον με αριθ. 1β λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Κοινωφελές Ίδρυμα <<...>> αναγνώρισε εγγράφως την οφειλή με τις από 25.9.2014 ατομικές δηλώσεις - βεβαιώσεις, τις οποίες έχουν επισυνάψει στην αγωγή προκειμένου να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, όπως και έγινε. Ωστόσο υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί διακοπής της παραγραφής [άρθρ. 260 ΑΚ], τόσο με την αναγνώριση όσο και με την αναγγελία αυτών στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 8, άλλως του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ότι πρέπει να αναιρεθεί. Και ο λόγος αυτός βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς καταβολή εκ της συμβάσεως εργασίας, που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αλλά και κατά τα γενόμενα δεκτά κατωτέρω κατά την έρευνα του επόμενου, δεύτερου, λόγου αναίρεσης.
Συνεπώς, είναι απαράδεκτος. Επί πλέον είναι και αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, και κατά τις οποίες <<από τις ενσωματωμένες στο αγωγικό δικόγραφο από 25.9.2014 έγγραφες δηλώσεις που χορήγησε το κοινωφελές ίδρυμα <<...>> στους ενάγοντες, προκειμένου να συμπεριληφθούν στον πίνακα κατάταξης κατ' άρθρο 975 ΚΠολΔ, δεν προκύπτει ομολογία του ανωτέρω Νοσοκομείου περί οφειλής στους ενάγοντες των αναφερομένων χρηματικών ποσών, γιατί στο κείμενο αυτών ρητά γίνεται λόγος για "διεκδικούμενες απαιτήσεις, κατά κεφάλαιο, κατ' είδος, χρονολογία" και όχι οφειλόμενες, ενώ στο τέλος κάθε δήλωσης υπάρχει ρητή επιφύλαξη του ανωτέρω κοινωφελούς ιδρύματος "..." για κάθε νόμιμο δικαίωμά του ως προς το σύνολο των εργαζομένων εναγόντων - ιατρών, συνάγεται ότι δεν αποδεικνύεται αναγνώριση της οφειλής.
Τα ως άνω υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και με τον τρίτο λόγο, ο οποίος καλύπτεται από όσα αναφέρονται ως άνω, ενώ όσα υποστηρίζουν περί παραμόρφωσης του περιεχομένου των ως άνω δηλώσεων είναι απαράδεκτα, γιατί ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και όχι όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1042/2020).
Γι' αυτό ο λόγος εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559, που περιέχεται στον τρίτο λόγο αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν συνάγεται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.
Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. [ΟλΑΠ 28/2005 ΑΠ 322, 323/2022, 143/2019].
Με τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση πλημμελειών εκ των αριθ. 1 και 19 του ως άνω άρθρου 559, εκθέτουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση με ασαφείς και ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι αμοιβές από τα μεριδολόγια - αμοιβολόγια δεν συνιστούν αμοιβές εκ της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας τους.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως <<... αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ιατροί παράλληλα με την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών, στο πλαίσιο των προαναφερομένων συμβάσεων εργασίας, που είχαν συνάψει για τις οποίες λάμβαναν την συμφωνηθείσα μηνιαία αμοιβή, είχαν συνάψει με το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα μια ειδική συμφωνία, που αφορούσε τους προσωπικούς τους ασθενείς, οι οποίοι και αποτελούσαν την ιδιωτική τους πελατεία.
Τους ασθενείς αυτούς οι ενάγοντες είχαν την ευχέρεια να τους παραπέμπουν στο ανωτέρω νοσοκομείο, στο οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους, για διάγνωση, θεραπεία ή νοσηλεία, ούτως ώστε για τις υπηρεσίες που παρείχαν οι ίδιοι στους ασθενείς τους λάμβαναν την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει μ'αυτούς και το νοσοκομείο χρέωνε τους προσωπικούς ασθενείς του ιατρού για τις υπηρεσίες που το ίδιο παρείχε ...χρήση εγκαταστάσεων και εξοπλισμού του νοσοκομείου, καθώς και των υπηρεσιών του προσωπικού του.
Για τις ιατρικές υπηρεσίες που παρείχαν σε προσωπικούς ασθενείς εντός του ανωτέρω νοσοκομείου οι ιατροί ελάμβαναν κατά τη συμφωνία αμοιβή. Η εν λόγω αμοιβή καθοριζόταν ελεύθερα από τον κάθε ενάγοντα ιατρό και αφορούσε την παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε αυτούς. Η αμοιβή των εναγόντων καταβαλλόταν από τον ίδιο τον ασθενή, είτε από τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς ....καταβαλλόταν όχι απ'ευθείας στους ενάγοντες αλλά στο λογιστήριο του ιδρύματος...το Λογιστήριο κατέβαλε την αμοιβή στους ενάγοντες, οι οποίοι εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών στο όνομα του Νοσοκομείου.
Δηλαδή ....το ίδρυμα "..." είχε διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των προσωπικών ασθενών των εναγόντων ιατρών και των τελευταίων. ... Στην περίπτωση κατά την οποία η θεραπεία των προσωπικών ασθενών απαιτούσε, εκτός των ιατρικών υπηρεσιών ...και χρήση των υπηρεσιών του Νοσοκομείου, του εξοπλισμού, των υποδομών, των μηχανημάτων, των αναλώσιμων και των φαρμάκων του για τη διενέργεια των απαιτουμένων εξετάσεων ή ιατρικών πράξεων ή για νοσηλεία, ο ασθενής ή το ασφαλιστικό ταμείο ή η ασφαλιστική του εταιρεία κατέβαλαν στο ανωτέρω Νοσοκομείο, επί πλέον της αμοιβής των ανωτέρω εναγόντων και τις δαπάνες, που αφορούσαν τα έξοδα για εξετάσεις, φάρμακα, αναλώσιμα και νοσηλεία, τις οποίες παρακρατούσε το Νοσοκομείο....Ταυτόχρονα η παραπάνω ειδική συμφωνία προέβλεπε και τη δυνατότητα εκάστου ενάγοντος ιατρού να αποκτά και να περιθάλπει μέσω του Νοσοκομείου προσωπικούς ασθενείς, δηλαδή ασθενείς που τον είχαν αξιολογήσει θετικά και ζητούσαν να είναι αυτός ο θεράπων ιατρός τους...Οι ασθενείς αυτοί χαρακτηρίζονταν ως ασθενείς <<συστήσας …>>.
Και στην περίπτωση αυτή η αμοιβή του ιατρού όπως και τα έξοδα... καταβάλλονταν από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα στο λογιστήριο του Νοσοκομείου...Επίσης σε συμφωνία με κάθε ενάγοντα, το ανωτέρω Νοσοκομείο παρακρατούσε ένα μέρος του ποσού που αφορούσε την ιατρική αμοιβή για τις ιατρικές υπηρεσίες του τελευταίου, που παρείχε εντός του Νοσοκομείου και ανήρχετο σε ποσοστό 40% αυτής, ως αντιπαροχή για την ανάθεση της θεραπείας του ασθενούς στο συγκεκριμένο ιατρό και την επαύξηση έτσι της ιδιωτικής του πελατείας και απέδιδε το υπόλοιπο ποσοστό [περίπου 60%] σε κάθε ενάγοντα ιατρό.....Επίσης, οι αμοιβές που εισέπρατταν οι ενάγοντες στα πλαίσια της ως άνω ειδικής συμφωνίας ....δεν αποτελούσαν αντάλλαγμα για παροχή εργασίας προς το συγκεκριμένο νοσοκομείο υπό συνθήκες προσωπικής και νομικής εξάρτησης και συνεπώς δεν είχαν μισθολογικό χαρακτήρα. ...αντίστοιχες συμφωνίες είχε καταρτίσει το νοσοκομείο και με άλλους ιατρούς τους οποίου απασχολούσε ομοίως με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αλλά και με ιατρούς τους οποίους απασχολούσε δυνάμει συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ενάγοντες...είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να παραπέμπουν στο τελευταίο τους προσωπικούς τους ασθενείς - πελάτες,....προς το οποίο ήδη αυτοί παρείχαν τις ιατρικές τους υπηρεσίες δυνάμει των συμβάσεων εργασίας τους. Τον χρόνο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών τους προς τους προσωπικούς τους ασθενείς καθόριζαν οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι οποίοι αποφάσιζαν ελεύθερα ποιές συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις θα ενεργήσουν και πότε, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τις υποχρεώσεις τους ...με το ίδρυμα, ώστε να μην παρακωλύεται η εύρυθμη λειτουργία του Νοσοκομείου....δεν τελούσαν υπό το διευθυντικό δικαίωμα εκπροσώπων του νοσηλευτικού ιδρύματος, καθώς, το είδος, τον τόπο και το χρόνο των ιατρικών τους υπηρεσιών αποφάσιζαν ελεύθερα οι ίδιοι χωρίς να δέχονται οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων των τμημάτων της ειδικότητάς τους ...Το ύψος της αμοιβής προς τους προσωπικούς τους ασθενείς καθόριζαν ελεύθερα οι ίδιοι οι ενάγοντες σε συμφωνία με αυτούς....σε περίπτωση που το ανωτέρω νοσοκομείο αδυνατούσε αντικειμενικά να εισπράξει την αμοιβή του ιατρού [π.χ.
λόγω αφερεγγυότητας του ασθενούς] δεν θεμελιωνόταν ευθύνη του Νοσοκομείου ή υποχρέωση αυτού να αποδώσει εξ ιδίων την αμοιβή κάθε θεράποντος ιατρού....με βάση το περιεχόμενο της παραπάνω ειδικής συμφωνίας ερμηνευόμενο, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και κατόπιν εκτίμησης των όρων και συνηθειών παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων σε εκτέλεση αυτής και λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω περιπτώσεων δηλαδή το γεγονός ότι το ως άνω νοσοκομείο είχε διαμεσολαβητικό ρόλο και ουδόλως επέλεγε τους προσωπικούς ασθενείς των εναγόντων ούτε την αμοιβή των ούτε το χρόνο ή τις συνθήκες εκτέλεσης των ιατρικών πράξεων....η σχέση μεταξύ του νοσοκομείου και των εναγόντων δεν συνιστά σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας>>.
Από τα ως άνω συνάγεται ότι το Μονομελές Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς τους προσωπικούς ασθενείς τους και τους ασθενείς <<συστήσας …>> ενεργούσαν ελεύθερα και ανεξάρτητα χωρίς να υπόκεινται στις εντολές και οδηγίες των εκπροσώπων του Ιδρύματος, χωρίς περιορισμό ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους στους ως άνω ασθενείς, με τους οποίους καθόριζαν ελεύθερα την αμοιβή τους και ήταν ανεξάρτητη της αμοιβής εκ της συμβάσεως εργασίας των, το δε Νοσοκομείο κατά τη συμφωνία, σε σχέσει με τους προσωπικούς τους ασθενείς, λάμβανε αμοιβή για τη χρήση των εγκαταστάσεών του, τον εξοπλισμό και την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του νοσηλευτικού προσωπικού του, ενώ για τους ασθενείς "συστήσας Ν.", τους οποίους παρακολουθούσαν και περιέθαλπαν οι αναιρεσείοντες, το Νοσοκομείο περιορίζονταν στη λήψη μέρους της συνολικής δαπάνης της αμοιβής ιατρού, εξετάσεων, φαρμάκων, νοσηλείων, που κατέβαλε ο ασθενής ή ο ασφαλιστικός του φορέας, ενώ το υπόλοιπο ελάμβαναν οι θεράποντες ιατροί.'Οσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες για τα ποσά, τις αποδείξεις που εκδίδονταν, τις αμοιβές, το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, την μη αναφορά σύμβασης άλλου περιεχομένου μεταξύ αυτών και του ιδρύματος δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στον χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας.
Κατ' ακολουθίαν δεν συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων, που καθορίζουν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας [άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολδ}, αλλ'ούτε και περίπτωση πλημμέλειας εκ του λόγου με αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Ακόμη, ως προς τον έβδομο αναιρεσείοντα [Α.
Π.η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι προσελήφθη για πρώτη φορά από το Κοινωφελές Ίδρυμα <<...>> με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 12.11.2001 ως επιστημονικός διευθυντής της νευρολογικής κλινικής του Νοσοκομείου και η σχέση εργασίας που τον συνέδεε με το Ίδρυμα ήταν της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας χωρίς να διαφοροποιείται ως προς αυτόν συγκεκριμένα για τις αμοιβές του από αμοιβολόγια - μεριδολόγια, ως προς τον οποίο ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ως άνω για τους άλλους συναδέλφους του.
Συνεπώς, ουδεμία ασάφεια περιέχει η απόφαση του Εφετείου και δεν συντρέχει πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για τον συγκεκριμένο αναιρεσείοντα.
Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η από 12.12.2019 αίτηση και τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν [άρθρ. 179, 183 εδ. τελευτ.ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 10.12.2019 και από 12.12.2019 αιτήσεις
Απορρίπτει αυτές.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ