Legislator Case Law & Legislation
187/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract clause, ruling interpretation error and lack of substantive review were inadmissible.

Case Number 187/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance court decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting the contract and failed to examine the unreasonableness of the insurer's exemption clause. The court rejected these claims as inadmissible due to vagueness and because the lower court correctly applied laws for professional liability insurance where different exemption grounds are permitted.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code. The Supreme Court held that vague grounds for appeal are inadmissible and that exemption clauses in professional liability insurance contracts are not automatically void, allowing for broader grounds of exemption than those in personal injury insurance.

Keywords

AI generated
insurance contract interpretation unreasonable exemption clause professional liability insurance inadmissible appeal grounds substantive review failure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 and 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3, section B, item d of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 187/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ... ... που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κόντη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Νέο Κόσμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζάννη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μεταφορικής Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει καταστατικά στην Βουλγαρία αλλά πραγματικά στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω τρίτης αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2012 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10/5/2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3972/2015 μη οριστική και 4079/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 19-10-2018 (9262/772/22-10-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 4079/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (10-10-2022), η δεύτερη των αναιρεισβλήτων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από την 4301Ε/17-5-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α.

Μ., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με την από 23-8-2021 πράξη του Αντιπροέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορισμού δικασίμου για εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον αυτού του τμήματος (Α1) του Αρείου Πάγου, την 10η-10-2022 και ορισμού εισηγητή, καθώς και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής είναι το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Τούτο θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (Α.Π. 843/2021, Α.Π. 277/2021, Α.Π. 1241/2008, Α.Π. 753/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, όπως προαναφέρεται, η 4079/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 4-1-2012 (11741/710/23-1-2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ...

ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., ήδη αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς, να της καταβάλει το ποσό των 23.457 ευρώ, το οποίο αυτή (ενάγουσα) κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση στην ασφαλισμένη της, εταιρεία ...

για ζημία, την οποία υπέστη η τελευταία, κατά τη διάρκεια μεταφοράς εμπορευμάτων. Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε με το από 10-5-2012 (106621/7937/12-6-2012) δικόγραφο ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά α) της μεταφορικής εταιρείας ... και β) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...

ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 5/2014 οριστική απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της πρώτης των καθ' ων η προσεπίκληση- παρεμπιπτόντως εναγομένων και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, συνεκδίκασε την αγωγή και την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε κατ' ουσία αφενός μεν την αγωγή, αφετέρου δε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς την πρώτη των παρεμπιπτόντως εναγομένων ...

λόγω του τεκμηρίου ομολογίας, ως εκ της ερημοδικίας της, την απέρριψε δε κατ' ουσίαν, ως προς τη δεύτερη εξ αυτών ... Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσα άσκησε την από 13-3-2014 (1740/14-3-2014) έφεση. Επ' αυτής, εκδόθηκε, αρχικά, η 3972/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η οποία κρίθηκε απαραίτητη για την ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς και, στη συνέχεια, η 4079/2018 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο δίκασε ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων ...

και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε η έφεση, ως προς τη δεύτερη των παρεμπιπτόντως εναγομένων (ως προς την οποία, η παρεμπίπτουσα αγωγή είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας και κατ' ουσίαν ως προς τις λοιπές εφεσίβλητες.

Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσα- εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, πρώτης των παρεμπιπτόντως εναγομένων ... ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, η οποία δεν υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ως προς τους λοιπούς διαδίκους και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

Από τις διατάξεις του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 παρ. 1 και 2 του ν. 3994/2011 και πριν την αντικατάστασή του από 1.1.2016, με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 661/2015, Α.Π. 871/2011, Α.Π 834/2010).

Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ.

πραγματογνωμοσύνη και στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) ανασυζήτηση της υπόθεσης, στη σύνθεση δε του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (Α.Π. 712/2021, Α.Π. 689/2021, 4Α.Π. 1126/2019, Α.Π.1190/2017, Α.Π. 2006/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της εφέσεως της εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η 3972/2015 μη οριστική, προδικαστική, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ένα πραγματογνώμονα για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων, που αναφέρονται σε αυτήν, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης, χωρίς να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, την οποία, άλλωστε, δεν μνημονεύει. Μετά τη διεξαγωγή της ως άνω διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και ύστερα από κλήση της πρώτης των εφεσιβλήτων, η έφεση ανασυζητήθηκε, στις 18-1-2018, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Το Μονομελές Εφετείο, το οποίο, κατά την ανασυζήτηση της έφεσης, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 4079/2018 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που πηγάζει από άμεση παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή ότι δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, Α.Π. 65/2022, Α.Π. 22/2022, Α.Π. 1185/2021, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008).

Με τη διάταξη του αριθμού 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 95/2017, Α.Π. 1/2016), δηλαδή, οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1072/2005).

Απαραίτητη προϋπόθεση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι ο μη ληφθείς υπόψη αυτοτελής ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά (Α.Π. 20/2016, Α.Π. 623/2011, Α.Π. 319/2008, Α.Π. 2192/2007). Οι απαράδεκτα προταθέντες ισχυρισμοί, εξομοιώνονται προς τους μη προταθέντες και δεν ιδρύουν τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1193/2018, Α.Π. 1275/2009).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, με τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1933/2006, Α.Π. 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα (Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 792/2015, Α.Π. 354/2011).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 του Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε συντρέχει ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

του Κ.Πολ.Δ., πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων (στις διαδικασίες που η άσκηση αυτών γίνεται με ιδιαίτερο δικόγραφο). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως παραδεκτή την κατάθεση έγγραφων προτάσεων και σημειώματος εκ μέρους της τρίτης των εφεσιβλήτων, ασφαλιστικής εταιρείας, ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την προτεραία της δικασίμου, ενώ, αυτή όφειλε, κατ' άρθρο 254 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., να καταθέσει σημείωμα πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, χωρίς να λάβει υπόψη τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο προέβαλε με την από 22-1-2017 προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της.

Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, ερείδεται επί της μη αληθούς προϋποθέσεως ότι, στις 18-1-2018, έλαβε χώρα επανάληψη της συζήτησης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ, αληθώς, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, εχώρησε ανασυζήτηση αυτής. Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε μεν εσφαλμένη αιτιολογία και συγκεκριμένα ότι το υπό της ως άνω αναιρεσίβλητης κατατεθέν, κατ' άρθρο 254 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σημείωμα παραδεκτά κατατέθηκε την προτεραία της επανάληψης της συζήτησης της έφεσης, λόγω του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν διεξάγεται προφορική συζήτηση και αντίστοιχη αποδεικτική διαδικασία, ώστε να απαιτείται η προκατάθεσή του πέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο για την έγκαιρη ενημέρωση των διαδίκων, ως προς τα ζητήματα της σχετικής αποδεικτικής διαδικασίας, ορθώς, όμως, εν τέλει, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Πρέπει, επομένως, κατ' εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ., ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Επιπροσθέτως, όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά στην από τον αριθμό 8α'του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, δεν θεμελιώνεται, δεδομένου ότι, όπως προεκτίθεται, επιβεβαιώνει δε και η αναιρεσείουσα στο ένδικο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε.

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο το νομίμως και εμπροθέσμως, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, προταθέντα ισχυρισμό περί απαλλαγής της από την ευθύνη για τη ζημία, λόγω "ακαταμάχητης δύναμης", δηλαδή από ανωτέρα βία, υπό την έννοια ότι η ζημία οφείλεται σε γεγονός, το οποίο, με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, δεν μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, όπως, εν προκειμένω συνιστά η βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος του φορτηγού ψυγείου και αποδίδει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) τις από τον αριθμό 8α και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το αφορούν στον ως άνω αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, η εναγομένη, με τους διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο της έφεσής της, ισχυρισμούς, επικαλείται απαλλαγή της από την ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι η ζημία προήλθε από 'ακαταμάχητη δύναμη' και συγκεκριμένα οφείλεται σε γεγονός, το οποίο, με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωση δεν μπορούσε να προβλεφθεί και αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας, αναφέροντας ως τέτοιο γεγονός τη βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος του φορτηγού ψυγείου.

Ωστόσο, οι τελευταίοι ισχυρισμοί της εναγομένης-εκκαλούσας, οι οποίοι συνιστούν ένσταση απαλλαγής αυτής από την ευθύνη, δεν προβλήθηκαν από την ίδια κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συνεπώς, θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 εδ. α' ΚΠολΔ, 'νέοι ισχυρισμοί', ως νέοι δε ισχυρισμοί απαραδέκτως προτείνονται από την εναγομένη-εκκαλούσα για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον δεν προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιόν του ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, για τη δικαιολογηση της καθυστερημένης προβολής τους.

Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι". Ο λόγος αυτός, καθό μέρος αφορά στην από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), επικαλείται δε και η αναιρεσείουσα, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον δια του πρώτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό περί απαλλαγής της και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, χωρίς να ελέγχεται η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσεως.

Περαιτέρω, από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της από 13-4-2014 (1740/14-3-2014) έφεσης της εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο αυτής υποστήριξε, εκτός των άλλων, ότι "η καταστροφή ή βλάβη των προϊόντων... ήταν απότοκος της βλάβης του μηχανήματος ψύξης, το οποίο ο οδηγός του φορτηγού... δεν μπορούσε να γνωρίζει ή με κάποιο τρόπο να αντιμετωπίσει. Ήταν δηλ. γεγονός, που εμπίπτει στην έννοια της 'ακαταμάχητης δύναμης' του άρθρου 102 ΕμπΝ, δηλαδή ανωτέρω βία, υπό την έννοια ότι η ζημία στο μηχάνημα ψύξης δεν μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί και με μέτρα ακόμη άκρας επιμέλειας και συνέσεως...

Συνεπώς, εφόσον στο μηχάνημα ψύξης του φορτηγού ψυγείου του πραγματικού μεταφορέα προκλήθηκε βλάβη μη δυνάμενη να προβλεφθεί και να αντιμετωπιστεί από τον οδηγό, συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, το οποίο απαλλάσσει τον μεταφορέα και συνακολούθως και την εταιρεία μας από την εγγυητική της ευθύνη ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς". Πλην όμως, από την επισκόπηση των από 16-10-2013 έγγραφων προτάσεων της ίδιας διαδίκου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τόσον ως εναγομένης όσον και ως παρεμπιπτόντως ενάγουσας, προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό, αλλά, αρκέστηκε στην άρνηση της ευθύνης της.

Από τα παραπάνω αναφερόμενα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαλλαγής της από την ευθύνη, για το λόγο ότι η ζημία των μεταφερόμενων προϊόντων προήλθε από "ακαταμάχητη δύναμη", το πρώτον, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ως απαραδέκτως προβληθέντα και, συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος τούτου, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1439/2022, Α.Π. 66/2022). Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (Α.Π. 66/2022, Α.Π. 925/2015, Α.Π. 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 220/2016).

Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.

Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 355/2007, Α.Π. 1365/2005, Α.Π. 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (Α.Π. 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (Α.Π. 1059/2018, Α.Π. 1164/2015, Α.Π. 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ..

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (Α.Π. 3/2015, Α.Π. 1588/2013, Α.Π. 1345/2012).

Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (Α.Π. 84/2020, Α.Π. 557/2004, Α.Π.1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (Α.Π. 10/2015).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (Α.Π. 875/2017, Α.Π. 1543/2004).

Κατ` άρθρ. 559 αρ. 1β του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336§4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.

Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά.

Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021).

Ενόψει των ανωτέρω, προϋπόθεση ιδρύσεως του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (Ολ. Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π.12/1991, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 15/2021).

Από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει σύμβασης πώλησης, που καταρτίστηκε το Φεβρουάριο του έτους 2011, μεταξύ της ανώνυμης αλλοδαπής εταιρίας, με την επωνυμία ... και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..."..., η πρώτη πώλησε στη δεύτερη τυποποιημένα κατεψυγμένα γλυκίσματα (παγωτά), συνολικού καθαρού βάρους 8.503 χιλιογράμμων, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 30.415,92 ευρώ...

Για τη μεταφορά των ως άνω εμπορευμάτων από τις αποθήκες της πωλήτριας εταιρίας, στην πόλη Ferentino της Ιταλίας στις αποθήκες της αγοράστριας, στον Ασπρόπυργο Αττικής, η αγοράστρια κατάρτισε με την εναγομένη, διαμεταφορική εταιρία, με την επωνυμία ... σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, την υποχρέωση εξεύρεσης μεταφορέα, ο οποίος θα εκτελούσε τη μεταφορά των εν λόγω εμπορευμάτων, με φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο από την Ιταλία στην Ελλάδα και την παράδοση αυτών στις αποθήκες της αγοράστριας, στον Ασπρόπυργο Αττικής.

Παράλληλα, με σύμβαση ασφάλισης, την οποία είχε καταρτίσει η παραπάνω αγοράστρια εταιρία, με κίνδυνο της οποίας ταξίδευαν τα εμπορεύματα, με την κυρίως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... για την οποία είχε εκδοθεί το με αριθμό ... διαρκές ασφαλιστήριο μεταφορών, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία ανέλαβε την κάλυψη όλων των κινδύνων μεταφοράς με όλα τα μέσα και τους τρόπους, των εισαγομένων από την εταιρία αυτή εμπορευμάτων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι 1-1-2012.

Σε εκτέλεσης της άνω σύμβασης παραγγελίας μεταφοράς, η εναγομένη, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ανέθεσε τη μεταφορά στη πρώτη των παρεμπιπτόντως εναγομένη, μεταφορική εταιρία με την επωνυμία ....., στην οποία χορήγησε τη σχετική από 10-2-2011 εντολή φόρτωσης. Στις 11-2-2011, τα εμπορεύματα, συσκευάστηκαν στις αποθήκες της πωλήτριας εταιρίας σε 5.618 χαρτοκιβώτια, που τοποθετήθηκαν σε 32 παλέτες, ακολούθως δε φορτώθηκαν στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

φορτηγό-ψυγείο της ως άνω μεταφορικής εταιρίας, συμφερόντων του Ι. Κ., πραγματικής μεταφορέα... με ρητή υπόδειξη ότι η θερμοκρασία εντός του φορτηγού ψυγείου του μεταφορέα, καθόλη τη διάρκεια της μεταφοράς, έπρεπε να είναι -22 βαθμοί Κελσίου. Το άνω φορτηγό-ψυγείο έφθασε στις εγκαταστάσεις της αγοράστριας..., στις 14-2-2011.

Κατά το άνοιγμα της πόρτας του φορτηγού για την εκφόρτωση και την παραλαβή του φορτίου από την αγοράστρια, διαπιστώθηκε ότι τα παγωτά ήταν μαλακά και η εμφάνισή τους έδειχνε ότι είχαν υποστεί απόψυξη και επανακατάψυξη, λόγω θερμοσιακής καταπόνησης, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους, ενώ η θερμοκρασία του ψυκτικού μηχανήματος του φορτηγού ήταν -18ο C.

Λόγω της προαναφερθείσας κατάστασης του φορτίου, ο εκπρόσωπος της αγοράστριας-παραλήπτριας ζήτησε από τον οδηγό του φορτηγού-ψυγείου την εκτύπωση των καταγραφών της θερμοκρασίας του ψυκτικού θαλάμου, πλην όμως, ο τελευταίος δεν του χορήγησε τις καταστάσεις αυτές, επικαλούμενος βλάβη του καταγραφικού.

Τελικά, κατά τον ως άνω χρόνο, δεν πραγματοποιήθηκε εκφόρτωση των παγωτών, αλλά το φορτηγό-ψυγείο σφραγίστηκε... και το παρέλαβε έμφορτο ο οδηγός του, προκειμένου να μεταβεί στις εγκαταστάσεις του εξουσιοδοτημένου συνεργείου της κατασκευάστριας εταιρίας του ψυκτικού μηχανήματος..., για να πραγματοποιηθεί η εκτύπωση του ηλεκτρονικού καταγραφικού του θερμογράφου του φορτηγού και στη συνέχεια να επιστρέψει την επομένη ημέρα το πρωί, για την παράδοση του φορτίου, προσκομίζοντας τις εκτυπώσεις του θερμογράφου. ...

στην προαναφερθείσα από 10-2-2011 εντολή φόρτωσης της εναγομένης-παραγγελιοδόχου μεταφοράς προς τη... μεταφορέα υπήρχε σημείωση ότι η τελευταία όφειλε να παραδώσει στο σημείο παράδοσης των εμπορευμάτων αντίγραφο του θερμογράφου, για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία φόρτωσης μέχρι την παράδοση, με αναλυτικά στοιχεία ημερομηνιών και καταγραφών, ενώ στην ίδια εντολή αναγραφόταν η παρατήρηση ότι τα εμπορεύματα πρέπει να φορτωθούν σε ψυγείο με 'θερμοκρασία από την ώρα παραλαβής μέχρι την ώρα παράδοσης -20 βαθμών Κελσίου, όχι χαμηλότερη, όχι πιο ψηλή'.

Περαιτέρω, η αγοράστρια εταιρία, αμέσως μετά την άφιξη των εμπορευμάτων στις εγκαταστάσεις της και τις παραπάνω διαπιστώσεις, διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη-παραγγελιοδόχο μεταφοράς, προφορικά, μέσω τηλεφώνου, αλλά και εγγράφως, με την από 14-2-2011 αναγγελία-διαμαρτυρία... Ακολούθως...., το φορτηγό ψυγείο επέστρεψε στις αποθήκες της αγοράστριας, για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων, ενώ ο οδηγός του φορτηγού παρέδωσε στους εκπροσώπους της αγοράστριας μια ταινία καταγραφής θερμοκρασιών, τύπου θερμογράφου Sensitech, η οποία όμως δεν αντιστοιχούσε στο εξωτερικό ηλεκτρονικό καταγραφικό του φορτηγού...

Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε η εκφόρτωση των εμπορευμάτων στις αποθήκες της αγοράστριας. Κατά τη διαδικασία αυτή, η οποία έλαβε χώρα παρουσία των εκπροσώπων της αγοράστριας, της αρμόδιας ποιοτικού ελέγχου των προϊόντων αυτής και των πραγματογνωμόνων, που ορίστηκαν από την ενάγουσα στην κύρια αγωγή ασφαλιστική εταιρία και τη δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη, ομοίως ασφαλιστική εταιρία, λήφθηκαν θερμοκρασίες από αντιπροσωπευτικό δείγμα του φορτίου από τις εμπρόσθιες, μεσαίες και οπίσθιες παλέτες εντός του φορτηγού, οι οποίες εμφάνισαν διακυμάνσεις...

γεγονός, που καταδείκνυε ότι είχε αρχίσει να επανέρχεται η ψύξη στο φορτηγό, σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα, κατά την οποία η θερμοκρασία του ψυκτικού ήταν -18ο C... Ωστόσο, τα παγωτά, παρά το γεγονός ότι είχαν θερμοκρασίες κυμαινόμενες... ήταν μαλακά, συμπιέζονταν εύκολα και αρκετά είχαν σπασίματα και ραγίσματα, συνοδευόμενα από τοπικές παραμορφώσεις σχήματος.

Η παραπάνω κατάσταση των παγωτών αποδόθηκε από τους πραγματογνώμονες στο ότι αυτά, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, είχαν υποστεί μερική απόψυξη και επανακατάψυξη, δηλαδή θερμοκρασιακή καταπόνηση, που καθιστούσε αυτά ακατάλληλα για περαιτέρω διάθεση. Ακολούθησε δε ποιοτικός έλεγχος από την αγοράστρια, σύμφωνα με τον οποίο, 'τα παγωτά ήταν μαλακά και η εμφάνισή τους έδειχνε ότι είχαν υποστεί θερμοκρασιακή καταπόνηση, η οποία οδηγεί σε συρρίκνωση παγωτού και κρυστάλλους στη μάζα', αιτία, για την οποία η αγοράστρια εταιρία προέβη στην καταστροφή του φορτίου...

για την ολική καταστροφή του ένδικου φορτίου και την από αυτή ζημία της παραλήπτριας του φορτίου-αγοράστριας εταιρίας, ευθύνεται η μεταφορική εταιρία με την επωνυμία ....., που ενήργησε τη μεταφορά, την οποία είχε αναθέσει σ' αυτή, η εναγομένη στην κύρια αγωγή, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς... Συγκεκριμένα, ενώ αυτή δια των προστηθέντων της γνώριζε την ευπαθή φύση των προϊόντων (παγωτών), που μετέφερε και την ανάγκη διατήρησης στον ψυκτικό θάλαμο του ως άνω φορτηγού-ψυγείου θερμοκρασίας -22 βαθμών, για την ασφαλή μεταφορά τους...

δεν φρόντισε για τη λήψη των απαραίτητων και επιβαλλόμενων μέτρων συντήρησης και σωστής λειτουργίας της μονάδας ψύξης του φορτηγού αυτοκινήτου, ώστε κατά τη μεταφορά να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία του ψυκτικού θαλάμου στους -22ο C, όπως είχε συμφωνηθεί, με συνέπεια, λόγω δυσλειτουργίας της μονάδας ψύξης, να υφίσταται διακύμανση αυτής, τα παγωτά να υποστούν μερική απόψυξη και επανακατάψυξη, ήτοι θερμοκρασιακή καταπόνηση και να καταστούν πλήρως ακατάλληλα για περαιτέρω διάθεση και κατανάλωση, η δε παραλήπτρια-αγοράστρια αυτών εταιρία να υποστεί ζημία, ποσού 31.691 ευρώ...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρία, σε εκτέλεση της σύμβασης ασφάλισης, που είχε συνάψει με την αγοράστρια των επιδίκων εμπορευμάτων εταιρία, κατέβαλε σ' αυτή προς αποζημίωσή της, το ποσό των 23.457 ευρώ, προς ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής της από την ασφαλιστική σύμβαση και ως εκ τούτου υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτής προς αποζημίωση για την καταστροφή των επιδίκων εμπορευμάτων έναντι της εναγομένης, παραγγελιοδόχου μεταφοράς, μέχρι του παραπάνω ποσού.

Ειδικότερα, για την αποκατάσταση της παραπάνω ζημίας ευθύνεται η άνω μεταφορική εταιρία... και λόγω της ευθύνης αυτής και η εναγομένη-παραγγελιοδόχος μεταφοράς, η ευθύνη της οποίας... είναι εγγυητική, σε ολόκληρο με αυτή του μεταφορέα για την καλή απ' αυτόν εκτέλεση της μεταφοράς. Η ευθύνη δε αυτή της τελευταίας για την καταστροφή του φορτίου...

είναι αντικειμενική, ανεξαρτήτως πταίσματος της ιδίας... Ακολούθως και όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ...... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ασφαλιστικής αυτής εταιρίας και της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, παραγγελιοδόχου μεταφοράς, για την οποία εκδόθηκε το με αριθμό ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η πρώτη ανέλαβε έναντι ασφαλίστρου, την κάλυψη της ευθύνης της δεύτερης, ως διαμεταφορέα διεθνών μεταφορών/παραγγελιοδόχου μεταφοράς, έναντι των συμφωνημένων κινδύνων, μεταξύ των οποίων 'η ζημία ή καταστροφή των εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους', σύμφωνα με τους συνημμένους στο ασφαλιστήριο όρους.

Ειδικότερα, στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 του ασφαλιστηρίου με τίτλο, γενικές εξαιρέσεις και ειδικές εξαιρέσεις, ορίζεται ότι 'οι ασφαλιστές δεν θα φέρουν καμιά ευθύνη για οποιαδήποτε απώλεια, ζημία ή καθυστέρηση που θα προκύπτει από τη βλάβη ή την κακή λειτουργία ψύξης ή και του μηχανισμού κατάψυξης ή από ανεπάρκεια μόνωσης, εκτός αν έχει προκληθεί από εξωτερικά τυχαία αιτία.

Αντιθέτως, οι ασφαλιστές θα αναλάβουν την ευθύνη εφόσον έχουν ειδοποιηθεί και συμφωνήσουν εγγράφως για την κάλυψη με ειδικούς όρους και προϋποθέσεις και έναντι επιπλέον ασφαλίστρου'. Ωστόσο, όσον αφορά τον όρο αυτό υπήρξε συμπληρωματική συμφωνία, που έχει υπογραφεί από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, με την οποία ορίζεται ότι επί λέξει ότι 'εν αντιθέσει του άρθρου 15 παρ. 4 των εξαιρέσεων του παρόντος, το παρόν ασφαλιστήριο καλύπτει την ευθύνη του λήπτη της ασφάλισης για φορτώσεις προϊόντων εντός ψυκτικών θαλάμων, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος πέραν των 24 ωρών και για φορτώσεις παγωτών πέραν των δώδεκα ωρών, ως ο επισυναπτόμενος όρος, INSTITUTE FROSEN FOOD CLAUSE A, ΕΙΔΙΚΟΣ ΟΡΟΣ, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ..., ενώ κατά τον τελευταίο ειδικό όρο, με τίτλο Καλυπτόμενοι κίνδυνοι '1.

Η ασφάλιση καλύπτει, εκτός από όσα ορίζονται στις παραγράφους 4, 5, 6 και 7... 1.2 απώλεια ή ζημία στο ασφαλισμένο αυτοκίνητο προερχόμενη από διακύμανση στη θερμοκρασία οφειλόμενη σε : 1.2.1. βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος με αποτέλεσμα τη διακοπή του για μια περίοδο όχι μικρότερη των 24 συνεχόμενων ωρών...'. Έτσι, σύμφωνα με τον παραπάνω όρο, η ασφαλιστική εταιρία κάλυπτε την ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας έναντι τρίτων, για ζημία σε μεταφερόμενα εμπορεύματα-παγωτά, λόγω αλλοίωσης αυτών, εφόσον, όμως, η ζημία αυτή προκλήθηκε από βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος, με αποτέλεσμα τη διακοπή λειτουργίας του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ωρών.

Ο όρος αυτός, κατά την ερμηνεία του από το Δικαστήριο τούτο αναζητείται η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ο οποίος ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 του Α.Κ.) καθιδρύει περίπτωση συμβατικής απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγομένης από την υποχρέωσή της να εκπληρώσει την παροχή, δηλαδή να καταβάλει το ασφάλισμα μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η ζημία αυτή προκλήθηκε από βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος, με αποτέλεσμα τη διακοπή λειτουργία του για χρονικό διάστημα που δεν υπερέβαινε τις δώδεκα ώρες...

Ο όρος αυτός δε κρίνεται συμβατός με το νόμο... ενόψει του γεγονότος ότι στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ενεργούσε στο πλαίσιο της σύμβασης για την ασφαλιστική κάλυψη έναντι επαγγελματικών κινδύνων. Οι ισχυρισμοί της τελευταίας... ότι ο παραπάνω όρος είναι άκυρος...

δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον... μπορεί με την ασφαλιστική σύμβαση να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη ασφαλιστικών κινδύνων..., καθώς στην περίπτωση αυτή δεν ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών...

Επισημαίνεται δε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο οποίο διαλαμβάνεται ο όρος αυτός, προσκομίζει και επικαλείται και η ίδια η παρεμπιπτόντως ενάγουσα-εκκαλούσα... και ως εκ τούτου... συνεπάγεται, ως προς αυτή τη διάδικο, δεσμευτικότητα και αποδοχή των όρων αυτού του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού μάλιστα η ίδια στηρίζει σ' αυτό τις ένδικες αξιώσεις της...

Επίσης, αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί της παρεμπιπτόντως ενάγουσας... περί ακυρότητας του άνω όρου, ως αντίθετου στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επειδή η ίδια, στα πλαίσια της ασφαλιστικής σύμβασης κατέβαλε ασφάλιστρα 9.000 ευρώ, αφού το περιστατικό αυτό και αληθινό υποτιθέμενο δεν αρκεί για να καταστήσει τον άνω όρο καταχρηστικό, ήτοι υπερβαίνοντα και μάλιστα προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Περαιτέρω... δεν αποδείχθηκε βλάβη του ψυκτικού μηχανήματος, με συνέπεια τη διακοπή της λειτουργίας του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 12 ωρών. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της μεταφοράς υπήρξε διακύμανση της θερμοκρασίας του ψυκτικού θαλάμου, λόγω δυσλειτουργίας του ψυκτικού μηχανήματος αυτού, η οποία είχε ως συνέπεια τη μερική απόψυξη και επανακατάψυξη των παγωτών, δηλαδή τη θερμοκρασιακή καταπόνηση αυτών και περαιτέρω συνέπεια την πλήρη ακαταλληλότητά τους για διάθεση και κατανάλωση.

Ειδικότερα..., κατά την άφιξη του φορτηγού ψυγείου στην Ελλάδα, στις εγκαταστάσεις της παραλήπτριας, η θερμοκρασία, σύμφωνα με το εξωτερικό θερμόμετρο, ήταν -18ο C, ενώ την επομένη ημέρα... διαπιστώθηκαν θερμοκρασίες του ψυκτικού θαλάμου από -16o C μέχρι -21o C, παρά το γεγονός ότι τα παγωτά έπρεπε να μεταφερθούν σε θερμοκρασία -22o C... 'Ετσι, το ψυκτικό μηχάνημα πράγματι λειτουργούσε παρέχοντας ψύξη στο θάλαμο, όχι όμως τη συμφωνηθείσα θερμοκρασία των -22o C.

Περαιτέρω, οι άνω πραγματογνώμονες των ασφαλιστικών εταιρειών... αναφέρουν ότι τα παγωτά ήταν μαλακά, συμπιέζονταν εύκολα και αρκετά είχαν σπασίματα και ραγίσματα, συνοδευόμενα από τοπικές παραμορφώσεις σχήματος, την κατάσταση δε αυτή απέδωσαν στη θερμοκρασιακή καταπόνηση αυτών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους και όχι σε διακοπή λειτουργίας του ψυκτικού μηχανήματος...

ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι δεν υπήρξε απόδειξη μηχανικής βλάβης καθώς και ότι ο οδηγός του φορτηγού... δεν αναφέρθηκε σε ζημία του ψυκτικού μηχανήματος. Αντίθετη κρίση δεν προκύπτει από την 22-8-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Κ., ο οποίος διορίστηκε με την προεκδοθείσα με αριθμό 3972/2015 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που διενεργήθηκε πέντε και πλέον έτη μετά τον ένδικο χρόνο της ζημίας, χωρίς ο πραγματογνώμονας να έχει εικόνα του φορτίου των παγωτών, των θερμοκρασιών του ψυκτικού θαλάμου και χωρίς ο ίδιος να προβεί σε αυτοψία στο φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο και το ψυκτικό μηχάνημα αυτού, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, επικαλούμενος αναστολή της λειτουργίας της μεταφορικής εταιρίας...

Ωστόσο, τα συμπεράσματα αυτά του πραγματογνώμονα περί καθολικής βλάβης του ψυκτικού μηχανήματος και μάλιστα για διάστημα μεγαλύτερο των 18 ωρών, αναιρούνται από τις πιο πάνω πραγματογνωμοσύνες, που διενεργήθηκαν από τους πραγματογνώμονες των ασφαλιστικών εταιριών, οι οποίοι επιλήφθηκαν αμέσως και είχαν άμεση αντίληψη τόσο του φορτίου όσο και των θερμοκρασιών του ψυκτικού μηχανήματος...

Κατά συνέπεια... η ζημία στα επίδικα εμπορεύματα προκλήθηκε, λόγω της μερικής απόψυξης και επανακατάψυξής του, εξαιτίας της διακύμανσης της θερμοκρασίας του ψυκτικού θαλάμου, που επέφερε τη θερμοκρασιακή καταπόνησή τους κατά τη μεταφορά, οφειλόμενη σε δυσλειτουργία του ψυκτικού μηχανήματος και όχι βλάβη αυτού, με διακοπή της λειτουργίας του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα (12) ωρών, η ως άνω σύμβαση ασφάλισης δεν καλύπτει την ευθύνη της παρεμπιπτόντως εναγομένης...".

Υπό τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων, ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, στο πρώτο σκέλος τούτου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., γιατί α) τους εφάρμοσε για να ερμηνεύσει τους όρους του ... ασφαλιστήριου συμβολαίου, με τους οποίους καθορίζονται οι προϋποθέσεις απαλλαγής της δεύτερης των εφεσιβλήτων ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ δεν διευκρινίζεται ότι στην επίμαχη δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια, ώστε να χρήζει συμπληρώσεως ή ερμηνείας και β) σε κάθε περίπτωση, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι απαιτείτο ερμηνεία της ασφαλιστικής σύμβασης, το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη.

Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες και δη η υπό στοιχ. α, καθόσον η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ύπαρξη κενού στην επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση και η χρησιμοποίηση για την ερμηνεία των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ενώ η υπό στοιχ. β, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν προσδιορίζεται το σφάλμα σχετικά με την καλή πίστη.

Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο, στο δεύτερο σκέλος τούτου καθώς με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη αφενός μεν στην εσφαλμένη ερμηνεία του όρου της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, με τον οποίο ο δεύτερη των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων απαλλάσσεται από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα αφετέρου δε στις ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την αιτία της ζημίας που υπέστησαν τα μεταφερόμενα προϊόντα και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, εκ των οποίων προκλήθηκε η συγκεκριμένη ζημία.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν διαλαμβάνονται τόσον οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου καθώς και το νομικό σφάλμα, στο οποίο εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λογω κανόνων.

Εξάλλου, με τις στους λόγους αυτούς αιτιάσεις η αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, βάλλει κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου περί τα πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, αμφότεροι οι λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, με πλήρεις και σαφείς παραδοχές, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, δέχθηκε ότι η ζημία, που υπέστησαν τα μεταφερόμενα προϊόντα, τα οποία, κατά την παραλαβή τους, ήταν μαλακά, συμπιέζονταν εύκολα και αρκετά είχαν σπασίματα ή ραγίσματα, οφείλεται στη δυσλειτουργία του ψυκτικού μηχανήματος του φορτηγού ψυγείου, συνεπεία της οποίας τα επίδικα προϊόντα (παγωτά), κατά την παραλαβή τους, δεν είχαν υγρή μορφή, ούτε είχαν εμφανώς αλλοιωμένο σχήματα, όπως θα συνέβαινε αν είχαν λιώσει και είχαν επαναψυχθεί, δηλαδή, αν το ψυκτικό μηχάνημα είχε υποστεί βλάβη και μάλιστα πέραν των 12 ή των 18 ωρών, θα παγωτά θα είχαν λιώσει και θα είχαν περιέλθει σε υγρή μορφή, σε περίπτωση δε επανακατάψυξής του, θα είχαν εμφανώς αλλοιωμένο σχήμα.

Εξάλλου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται πως προήλθε αυτή η δυσλειτουργία του ψυκτικού μηχανήματος, σε ποιο αποδεικτικό στοιχείο στηρίχθηκε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε διακοπή της λειτουργίας τούτου δεν θεμελιώνουν στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον κρίσιμο είναι τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στη διάγνωση της υπαιτιότητας της δεύτερης των εφεσιβλήτων, μεταφορικής εταιρείας, τυγχάνουν αλυσιτελείς, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η έφεση απορρίφθηκε ως προς αυτήν ως απαράδεκτη και, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και συνακόλουθα, δεν θεμελιώνεται η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία εντοπίζεται, πάντοτε, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε ορθά τον περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας, δεύτερης των παρεμπιπτόντως εναγομένων-τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων όρο της ασφαλιστικής σύμβασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν αναφέρεται το αληθές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το κατά την προσβαλλομένη δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθές περιεχόμενο, ενώ δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα αυτό τούτο το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με συνέπεια την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2496/1997, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επελθούσας ζημίας και της μη ασφαλιστικής κάλυψης της αναιρεσείουσας. Συγκεκριμένα, η τελευταία υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντέκρουσε την από 22-8-2016 πραγματογνωμοσύνη, που διενήργησε ο ορισθείς με την 3972/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και εξαίρεσε την επίδικη περίπτωση από την ασφαλιστική κάλυψη, ως προς το χρόνο που απαιτείται για την πλήρη απόψυξη των παγωτών και την αιτία της ζημίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν διαλαμβάνονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν καθώς και γιατί, η φερόμενη παραβίαση αφορά, αληθώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 15/2019, Α.Π. 116/2016).

Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1304/2012, Α.Π. 292/2011), ανεξάρτητα αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει σε, έστω και σε εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 262/2020, 677/2015, Α.Π. 2148/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση της δεύτερης εναγομένης-τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από τη σύμβαση ασφάλισης, χωρίς να προκύπτει ανενδοίαστα από τα αποδεικτικά μέσα ότι το ψυκτικό μηχάνημα δυσλειτουργούσε και δεν είχε υποστεί βλάβη, δηλαδή, δέχθηκε ως αληθινά, πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ειδικά αναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και, συνεπώς, οι παραδοχές της ερείδονται στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε.

Εξάλλου, ο σχηματισμός από το Εφετείο, μετά την επανεκτίμηση των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του, διαφορετικής κρίσης, ως προς την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, από εκείνη, την οποία θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα, δεν καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Με τη διάταξη του άρθρ. 7 παρ. 1 εδαφ. α' του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδαφ.

α' του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986).

Εξάλλου η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι, κατά κανόνα, το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης, υπό άνισους όρους, συμβατικής ελευθερίας (Ολ.Α.Π. 14/2013).

Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά, μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1996 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7 παρ. 6 του νόμου αυτού, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (Ολ.Α.Π. 18/2015, Α.Π. 957/2021, Α.Π. 190/2021, Α.Π. 1880/2017).

Με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει α) ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 και 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, δυνάμει των οποίων ορίζεται το μεν ότι είναι επιτρεπτή η απαλλαγή του ασφαλιστή μόνον στην περίπτωση δόλου του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, το δε ότι κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, με συνέπεια, να ερμηνεύσει εσφαλμένα και αυθαίρετα τους τρεις όρους της επίμαχης σύμβασης ασφάλισης, κατ' εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

και β) ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν εξέτασε επί της ουσίας τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικότητας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα δεν αιτιολόγησε για ποιο λόγο ο όρος περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είναι καταχρηστικός και, εντεύθεν, άκυρος, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν περιέχονται σ' αυτό το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και μάλιστα το αντίστοιχο για καθεμία των ως άνω διατάξεων, στο οποίο υπέπεσε, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές ερείδονται επί της μη αληθούς προϋποθέσεως ότι η ένδικη διαφορά αφορά σε ασφάλιση ζημιών ή προσώπων, ενώ, το Εφετείο εφήρμοσε τις διατάξεις που αφορούν στην ασφάλιση για κάλυψη των επαγγελματικών κινδύνων, δυνάμει των οποίων μπορεί να συμφωνηθούν και άλλοι λόγοι απαλλαγής του ασφαλιστή, πλέον των στις ανωτέρω διατάξεις οριζόμενων.

Περαιτέρω, ο ίδιος (όγδοος) λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, ερείδεται, επίσης, επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρέλειψε να ερευνήσει κατ' ουσία τον ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας του όρου απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (και ως προς τους λοιπούς διαδίκους) πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της. Πρέπει, μετά ταύτα, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-10-2018 (9262/772/22-10-2018) αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... για αναίρεση της 4079/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων για το λόγο, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω αίτηση αναίρεσης και ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ