Legislator Case Law & Legislation
187/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague grounds and defendant's lawful absence.

Case Number 187/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment. The appellant failed to specify the substantive law violated or the exact procedural defect in the appealed decision, rendering the grounds vague and inadmissible. Additionally, the court proceeded with the hearing despite the defendant's absence because they had been legally summoned and the appellant had expedited the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 559(6) and 560(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the violated substantive rule or the precise procedural defect, and the court may proceed with the hearing if the opposing party was legally summoned and the appellant expedited the process.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds procedural defect substantive law violation legal summons expedited hearing cassation dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(6) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 187/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... Γερμανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Λίντα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στη Θάσο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κασσανδρείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-8-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 5537Β'/3-3-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Π.

Τ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Επομένως, εφόσον αυτή δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 20, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του καταρτισθέντος μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης μισθωτηρίου συμβολαίου αυτοκινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγων. Ο ίδιος δε λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' εκτίμηση, από τον άρθ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., περί εκδικάσεως της διαφοράς, χωρίς τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας και ειδικότερα περί εσφαλμένης, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, εκδικάσεως κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ενώ θα έπρεπε να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως μη περιλαμβανόμενος μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγων, πέραν του ότι, μέσω του λόγου τούτου (από τον άρθ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.), δεν ελέγχεται η τήρηση ή μη της προσήκουσας διαδικασίας καθ' εαυτή, αλλά ερευνάται κάθε φορά, αν η εντεύθεν πλημμέλεια είχε ως συνέπεια τη δημιουργία κάποιου συγκεκριμένου απαραδέκτου ή ακυρότητας (ΑΠ 751/2009), στοιχεία τα οποία δεν επικαλείται εν προκειμένω η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίστοιχος του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, επίσης ανέλεγκτα, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του Α.Κ.

Προσφυγή, πάντως, στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό περισσότερων όρων της συμβάσεως, ή στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως, ή όταν αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό αυτής (ΑΠ 1123/2019). Αντιθέτως, οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1124/2018, ΑΠ 396/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη, η οποία εδρεύει στον ...

της Θάσου, έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας εκτός άλλων, και τη μίσθωση αυτοκινήτων της προς τρίτους. Για το σκοπό αυτό έχει το κύριο κατάστημα της στον ... της Θάσου και διατηρεί και δύο υποκαταστήματα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης και στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής στις 29.07.2010 εκμίσθωσε στην εναγομένη ήδη εκκαλούσα το με αριθμό ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της τύπου ... Α' κατηγορίας 1-10, ιδιοκτησίας της που ήταν ασφαλισμένο για υλικές ζημίες τραυματισμούς και θάνατο στην Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...", για το χρονικό διάστημα από 29.07.2010 έως 05.08.2010, αντί ημερήσιου μισθώματος, ποσού πενήντα (50,00) ευρώ. Κατά τους όρους της σύμβασης μίσθωσης, αντίγραφο της οποίας προσκομίσθηκε από τους διαδίκους, οι τιμές μίσθωσης του ανωτέρω αυτοκινήτου περιελάμβαναν τις παρακάτω ασφαλιστικές καλύψεις: 1.

Θάνατο και σωματικές βλάβες τρίτων καθώς και των επιβαινόντων (εκτός του οδηγού) στο ενοικιασμένο αυτοκίνητο από την ... μέχρι του ποσού των 17.600 ευρώ. 2. Υλικές ζημίες τρίτων μέχρι 100.000 ευρώ. 3. Προσωπική ασφάλεια του οδηγού γιο μερική ή ολική ανικανότητα μέχρι του ποσού των 17.600 ευρώ. 4. Κλοπή και πυρκαγιά του αυτοκινήτου. 5.

Υλικές ζημιές στο ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο μέχρι του ποσού, που καλύπτει την τρέχουσα αξία του αυτοκινήτου (εκτός των παρακάτω αναφερόμενων απαλλαγών γιο κάθε κατηγορία αυτοκινήτων). Αν σε κάποιο ατύχημα ο ενοικιαστής του αυτοκινήτου ευθύνεται για το ατύχημα, συμμετέχει για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου της εταιρείας ...

με το ποσό των 500 ευρώ για αυτοκίνητα των κατηγοριών Α και Β, με το ποσό των 700 ευρώ για αυτοκίνητα των κατηγοριών C, D, Ε, G, S και το ποσό των 1000 ευρώ για αυτοκίνητα της κατηγορίας F. Ο ενοικιαστής του αυτοκινήτου μπορεί να απαλλαγεί από την καταβολή των παραπάνω ποσών αν δεχτεί κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου να λάβει την ασφάλεια Full Damage Wainer (πλήρη ασφάλεια) και να καταβάλει για κάθε ημέρα ενοικίασης το ποσό των 3 ευρώ για τις κατηγορίες αυτοκινήτων Α-Β, το ποσό των 5 ευρώ για τις κατηγορίες C, D, Ε, G, S και το ποσό των 8 ευρώ για τα αυτοκίνητα της κατηγορίας F.

O ενοικιαστής του αυτοκινήτου είναι υπεύθυνος για την αποζημίωση και την αποκατάσταση όλων των ζημιών που προκλήθηκαν σε ένα ατύχημα (θάνατος σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες τρίτων), καθώς και του αυτοκινήτου της ενάγουσας εάν αποδειχθεί, εκτός άλλων και ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο χωρίς να οδηγεί κατά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) π.χ.

παράβαση των φωτεινών σηματοδοτών του σήματος SΤΟΡ, του ορίου ταχύτητας εισόδου στο αντίθετο ρεύμα κ.α. Στις 30.07.2010 και περί ώρα 13:30 μ.μ. το οδηγούμενο από την εναγομένη ως άνω αυτοκίνητο εκινείτο επί της Δημοτικής Οδού Κασσανδρείας-Αφύτου με κατεύθυνση προς Αφυτο. Στο 4,5 χιλιομετρικό σημείο της άνω οδού από υπαιτιότητα της και συγκεκριμένα από το ότι δεν ασκούσε τον απαιτούμενο έλεγχο του οδηγούμενου από αυτήν ως άνω αυτοκινήτου κατά τρόπο που να μπορεί να προβεί σε εκάστη χρονική στιγμή στους απαιτούμενους χειρισμούς και δε μείωσε την ταχύτητα με την οποία έβαινε, μολονότι βρισκόταν πριν από δύο επικίνδυνες συνεχόμενες στροφές, γεγονός, που επισημαινόταν με σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ2Δ που υπήρχε στην πορεία της, 100 μέτρα πριν από τον τόπο του ατυχήματος, αλλά εκινείτο απερίσκεπτα και με την υπερβολική άνω των 60χλμ/ώρα ταχύτητα, που υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος που είναι 60 χλμ ωριαίως (βλ.

και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος), κατά την είσοδο της στην ως άνω επικίνδυνη δεξιά στροφή απώλεσε τον έλεγχο του οδηγούμενου από αυτήν ως άνω αυτοκινήτου της με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί προς τα αριστερά, να διαβεί την υπάρχουσα από μία συνεχή διαγράμμιση γραμμή του οδοστρώματος της οδού, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού και να συγκρουστεί με το κανονικώς κινούμενο αντίθετα επί του εν λόγω ρεύματος πορείας με αντίθετη από εκείνη κατεύθυνση, δηλαδή προς Κασσανδρεία, ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...

που οδηγούσε ο Ξ. Γ.. Εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής, πλην των σωματικών βλαβών που υπέστησαν τόσο η ίδια η εναγομένη, όσο και ο οδηγός και ο συνοδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... αυτοκινήτου, Ξ. Γ. και Ξ. Η. του Γ., υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες και το αυτοκίνητο της ενάγουσας που οδηγούσε η εναγομένη λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης των άνω οχημάτων, καθώς επέπεσε με τη δεξιά πλευρά του στο δεύτερο όχημα, καθώς και της περαιτέρω πρόσκρουσης του με την αριστερή πλευρά του στην τσιμεντένια κολώνα περίφραξης του υπάρχοντος εκεί αγροτεμαχίου.

Κατόπιν εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε αφενός μεν ότι το πιο πάνω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης και, ειδικότερα, σε αμέλεια αυτής που συνίστατο στο ότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα για το συγκεκριμένο σημείο παρά την ύπαρξη της σχετικής προειδοποιητικής πινακίδας, κατά παράβαση των αρθ. 12 παρ. 1 και 16 Κ.Ο.Κ, αφού δεν είχε τεταμένη την προσοχή της ως μέση συνετή οδηγός, αφετέρου δε ότι το κόστος επισκευής του αυτοκινήτου της ενάγουσας, που ήταν εργοστασίου κατασκευής ..., είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά την 03.07.2008 και είχε διανύσει 34.764 χλμ, υπερέβαινε την αγοραία αξία του αυτοκινήτου, η οποία ανερχόταν πριν από την πιο πάνω σύγκρουση στο ποσό των 8.000 ευρώ, επομένως, ήταν οικονομικά ασύμφορη η επισκευή του, και συνεπώς συνέτρεχε περίπτωση ολικής καταστροφής του, υπό οικονομική έννοια, η ανωτέρω δε κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ).

Η εναγομένη ήδη εκκαλούσα προς απόκρουση της αγωγής ισχυρίσθηκε ότι η συμμετοχή της στην αποκατάσταση της ζητούμενης αποζημίωσης για την άνω αιτία περιορίζεται μόνο μέχρι του ποσού των 500,00 ευρώ, γιατί σύμφωνα με σχετικό όρο του μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος συμβολαίου, κάτω από τον τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ", ορίζεται ότι οι τιμές μίσθωσης ενός αυτοκινήτου περιλαμβάνουν, εκτός άλλων, τις παρακάτω ασφαλιστικές καλύψεις, τον ανωτέρω δε ισχυρισμό της επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο έφεσης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι στη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση ορίζονται, πλην άλλων, και τα εξής: α) Αν σε κάποιο ατύχημα ο ενοικιαστής του αυτοκινήτου ευθύνεται για το ατύχημα, συμμετέχει για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου της ενάγουσας εταιρίας με το ποσό των 500,00 ευρώ για τα αυτοκίνητα των κατηγοριών Α και Β, με το ποσό των 700,00 ευρώ για τις κατηγορίες C, D, Ε, G, S και με το ποσό των 1.000,00 ευρώ για τα αυτοκίνητα κατηγορίας F β) Ο ενοικιαστής του αυτοκινήτου μπορεί να απαλλαγεί από την καταβολή των παραπάνω ποσών, αν δεχτεί κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου να λάβει την ασφάλεια Full Damage Wainer (πλήρη ασφάλεια) και να καταβάλει για κάθε ημέρα ενοικίασης το ποσό των 3 ευρώ για τις κατηγορίες αυτοκινήτων Α-Β, το ποσό των 5 ευρώ για τις κατηγορίες C, D, Ε, G, S και το ποσό των 8 ευρώ για τα αυτοκίνητα της κατηγορίας F.

Ότι το αυτοκίνητο που μίσθωσε ανήκει στην κατηγορία Α, ότι η ευθύνη της περιορίζεται στο ποσό των 500,00 ευρώ και ότι για το υπόλοιπο ποσό της ένδικης αξίωσης απαράδεκτα στρέφεται η ενάγουσα κατά αυτής καθώς δε νομιμοποιείται παθητικά η ίδια, αλλά το Επικουρικό Κεφάλαιο, γιατί η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας που ήταν ασφαλισμένο το όχημα ανακλήθηκε.

Ωστόσο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ιδίως δε από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης αυτοκινήτου προέκυψε ότι η ενάγουσα μίσθωσε στην εναγομένη το προαναφερόμενο αυτοκίνητο κατηγορίας Α για το διάστημα από 29.07.2010 έως 05.08.2010 κι ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών η πλήρης ασφάλιση του εν λόγω αυτοκινήτου και συνεπώς ίσχυε μόνο η προαναφερόμενη ασφαλιστική κάλυψη της συμμετοχής του υπαιτίου οδηγού του μισθίου αυτοκινήτου στην αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε από υπαιτιότητα του μέχρι του ποσού των 500,00 ευρώ, η δε σύγκρουση των δύο οχημάτων και η εξαιτίας αυτής ολική καταστροφή του οχήματος της ενάγουσας οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 ΚΟΚ, δε μείωσε την ταχύτητα της όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, μολονότι βρισκόταν προ δύο επικίνδυνων συνεχών στροφών, γεγονός που επισημαινόταν και με σχετική προειδοποιητική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου, που υπήρχε στην πορεία της παρόλο που αντιλήφθηκε την ύπαρξη της πινακίδας, όπως ανέφερε και η ίδια στην από 31.07.2010 ένορκη κατάθεση της ενώπιον της Υπαρχ/κα Μ.

Π. παρουσία και του Αστ/κα Π. Α., εξακολούθησε να κινείται με ταχύτητα άνω του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας για το σημείο αυτό, ήτοι άνω των 60 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, καθώς απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της κατά την είσοδο της στη δεξιά επικίνδυνη στροφή και να επιπέσει στο αντιθέτως κινούμενο όχημα, το οποίο λόγω του αιφνίδιου αυτού συμβάντος δεν μπόρεσε να προβεί σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό.

Επομένως, σύμφωνα και με το σχετικό όρο του συμβολαίου μίσθωσης του οχήματος, δεδομένης της οδήγησης του αυτοκινήτου της ενάγουσας από την εναγομένη, χωρίς την εκ μέρους της τήρηση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, η τελευταία (εναγομένη) είναι υπεύθυνη για την αποζημίωση και αποκατάσταση όλων των ζημιών που προκλήθηκαν στο ανωτέρω ατύχημα, μεταξύ των οποίων και οι προκληθείσες στο υπ' αριθμ.

κυκλοφ. ... αυτοκίνητο της ενάγουσας υλικές ζημίες, ανερχόμενες στο ποσό των 7.500,00 ευρώ. Επομένως έπρεπε να απορριφθεί η ένσταση της εναγομένης περί περιορισμού της ευθύνης της στο ποσό των 500,00 ευρώ και περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.500,00 ευρώ, ως αποζημίωση εξαιτίας της ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου της, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια του, σχετικού με την ευθύνη της μισθώτριας εναγομένης, όρου της μνημονευόμενης σ' αυτή, καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων, συμβάσεως μισθώσεως αυτοκινήτου, ώστε να υποχρεωθεί να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., για να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά του.

Ειδικότερα, δεν γίνεται καμία αναφορά σ' αυτήν ότι διαπιστώθηκε κενό ή ασάφεια του όρου τούτου, ούτε όμως προκύπτει, εμμέσως, σχετική διαπίστωση, αφού δεν προσέφυγε το δικαστήριο σε συμπλήρωση ή ερμηνεία αυτού, συσχετίζοντάς τον με άλλους όρους της συμβάσεως ή με στοιχεία εκτός αυτής.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το ως άνω δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. για την ερμηνεία του προαναφερθέντος όρου της συμβάσεως μισθώσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 και αντίστοιχα στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ή 560 του Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως.

Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 560 αρ. 1), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Και τούτο διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα, όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Κ.Πολ.Δ. 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ19/2020). Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε, που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (πρβλ.

ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1199/2018). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, ΑΠ 1199/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει το κείμενο των διατάξεων του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ. και αναλύει τις νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, χωρίς όμως να αναφέρει τα αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των λόγων αυτών στοιχεία.

Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, δεν αναφέρει ποια η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και ποιο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ενώ ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.

λόγο, δεν αναφέρει τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και δεν εξειδικεύει την πλημμέλεια που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν δηλαδή σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή υπάρχει ανεπαρκής, ελλιπής ή αντιφατική αιτιολογία και σε τι αυτή συνίσταται.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν ορίζεται, ελλείψει σχετικού αιτήματος, λόγω της απουσίας της τελευταίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.8.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2018 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ