187/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2018 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated187/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): καταθ. 2/2018, αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, καθώς και στο δικηγόρο Θεσπρωτίας Δημήτριο Στάθη, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου δικηγόρου και αντίκλητου αυτού (άρθρ. 96, 126 παρ.1 εδ.α`, 127 παρ.1, 128 παρ.1 και 143 παρ.1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 187 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 187/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τριανταφυλλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παρ. 2 του άρθρου 576 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενες, υπ' αριθ. 749Δ/5-3-2019 και 2996Β/8-3-2019 εκθέσεις επιδόσεως των αρμοδίων Δικαστικών Επιμελητριών του Εφετείου Πατρών και Κέρκυρας Ε. Γ.Κ. και Π. Χ. Μ., αντίστοιχα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 31-05-2018 και με αριθ.
καταθ. 2/2018, αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, καθώς και στο δικηγόρο Θεσπρωτίας Δημήτριο Στάθη, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου δικηγόρου και αντίκλητου αυτού (άρθρ. 96, 126 παρ.1 εδ.α`, 127 παρ.1, 128 παρ.1 και 143 παρ.1 ΚΠολΔ).
Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α` και γ' ΚΠολΔ.).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.114/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας , το οποίο δίκασε ως Εφετείο και, αφού δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που είχε απορρίψει την από 17-4-2013 αγωγή του αναιρεσίβλητου ως παθητικά ανομιμοποίητη και, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει 2.879,12 ευρώ για τη θετική ζημία που υπέστη από την εμφάνιση του πραγματικού ελαττώματος του αυτοκινήτου του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 495, 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Ειδικότερα με αυτό τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις διατάξεις αυτές και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάστηκε η έννοια της "φαινομένης πληρεξουσιότητας".
Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος δεν παρέσχε πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στην συνέχεια, όμως, την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" του, αλλά θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως ότι στον εμφανιζόμενο, ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.
Γι' αυτό, όμως, απαιτείται διαρκής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του τρίτου που συναλλάχθηκε. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε από αμέλειά του. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισμένη, διά μέσου του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου".
Ο τρίτος που συναλλάχθηκε έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευομένου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (ΑΠ 274/2013, ΑΠ 1659/2005, ΑΠ 939/2004, ΑΠ 1187/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Το Σεπτέμβριο του 2008, ο ενάγων αγόρασε ένα καινούργιο αυτοκίνητο, χρώματος ανοιχτό μπλε, μάρκας ...
με αριθμό πλαισίου... και αριθμό κυκλοφορίας..., αντί τιμήματος 21.500 ευρώ, από το κατάστημα στην ... της ανώνυμης εταιρείας εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", με έδρα στο .... Το εν λόγω αυτοκίνητο ,είχε πωληθεί στην τελευταία εταιρεία από την εναγομένη με βάση το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθμ.
Θ ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής (για πώληση αγαθών), από το οποίο προκύπτει ότι η εναγόμενη πώλησε με πίστωση το επίδικο αυτοκίνητο στην "... ΑΕΒΕ" - η οποία αναφέρεται ως "πελάτης" στο συγκεκριμένο έγγραφο - αντί συνολικού τιμήματος 19.589,30 ευρώ, προκειμένου η τελευταία να το μεταπωλήσει στον ενάγοντα, με σκοπό το κέρδος, όπως και έπραξε, πωλώντας τούτο προς αυτόν αντί συνολικού τιμήματος 21.500 ευρώ.
Πλην όμως, ουδόλως αποδεικνύεται γνώση του ενάγοντος, περί της εσωτερικής σχέσεως, μεταξύ της εναγομένης και της μη διαδίκου εταιρίας "... ΑΕΒΕ" καθώς και του ως άνω τιμολογίου πώλησης του επίδικου αυτοκινήτου, από την πρώτη στη δεύτερη, αντιθέτως αποδεικνύεται ότι από όλες τις περιστάσεις ο ενάγων προσήλθε στην ως άνω εταιρία, προκειμένου να αγοράσει αυτοκίνητο μάρκας ..., θεωρώντας ότι προσέρχεται σε αντιπρόσωπο της εναγομένης στην περιοχή της ..., καθώς όλα τα λογότυπα, της εναγομένης, τόσο στο κατάστημα, όσο και στο έντυπο της εγγύησης παρέπεμπαν στην εναγομένη και δημιουργούσαν εύλογη πεποίθηση στο αγοραστικό κοινό, ότι ο κάθε υποψήφιος αγοραστής, ερχόμενος στις εγκαταστάσεις της ως άνω εταιρίας συναλλάσσεται με αντιπρόσωπο της εναγομένης.
Επομένως ο ανταποδεικτικός ισχυρισμός, τον οποίον εισφέρει η εναγομένη, ότι δηλαδή δεν την συνδέει συμβατικός δεσμός με την πωλήτρια εταιρία απορριπτέος τυγχάνει, καθώς από όλα τα περιστατικά, σε συνδυασμό με την μη ύπαρξη άλλου επισήμου αντιπροσώπου της στην περιοχή της ..., αλλά και την μη αναγραφή περί ανεξάρτητου dealer σε εμφανές σημείο της επιχείρησης "...
ΑΕΒΕ", ως υποχρεούτο να έχει, ο κάθε καλόπιστος τρίτος ευλόγως συνάγει ότι, προσερχόμενος στην εταιρία "... ΑΕΒΕ" προσέρχεται στην αντιπρόσωπο της εναγομένης στην περιοχή, ως εν προκειμένω, ενώ τυχόν εσωτερική σχέση μεταξύ των δύο εταιριών, την οποία ουδόλως υποχρεούται ο τρίτος να γνωρίζει, αλυσιτελώς προβάλλεται προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι με τον ίδιο αντιπρόσωπο της εναγομένης, συμφωνήθηκε να του παραδοθεί το εν λόγω αυτοκίνητο, απαλλαγμένο από οποιοδήποτε ελάττωμα και ότι έκτοτε αυτός προέβαινε κανονικά στη συντήρηση του ανωτέρω αυτοκινήτου, μάλιστα δε η εναγόμενη, του παρείχε εγγύηση καλής λειτουργίας του αυτοκινήτου, κατ' αρχήν για τρία έτη ή 100.000 χλμ., και κατ' επέκταση (εκτεταμένη εγγύηση), για έξι έτη ή 180.000 χλμ., με τους ειδικότερους όρους που περιέχονται σ' αυτή.
Μετά από απρόσκοπτη τετραετή περίπου χρήση, την 1η Ιουλίου του 2012, ενώ ο ενάγων, οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητο κινούνταν κατά μήκος της ... οδού, στο 4° χλμ. έξω από την πόλη της ..., άναψε η προειδοποιητική λυχνία της μπαταρίας, οπότε αυτός ακινητοποίησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και κατόπιν το μετέφερε με την οδική βοήθεια σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο της εναγομένης στη ... .
Εκεί ενημερώθηκε ότι είχε κοπεί ο βοηθητικός ιμάντας μετάδοσης κίνησης, εξαιτίας υπερθέρμανσης, πράγμα που ισχυρίζεται ότι συνιστούσε ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα του αυτοκινήτου, υπάρχον κατά το χρόνο παράδοσης αυτού. Κατόπιν της άρνησης της εναγομένης να καλύψει την επισκευή του κινητήρα, ζήτησε την αντικατάσταση του με άλλον μεταχειρισμένο, πλην όμως η εναγομένη ούτε το αίτημα του αυτό ικανοποίησε, ισχυριζόμενη αβασίμως ότι η παρασχεθείσα εγγύηση δεν κάλυπτε την ζημία του, επειδή η συγκεκριμένη βλάβη οφειλόταν σε δική του πλημμελή τήρηση των οδηγιών χρήσης του σχετικού φύλλου για την περίπτωση βλάβης και όχι σε κατασκευαστικό ελάττωμα του αυτοκινήτου.
Στη συνέχεια ο ενάγων προχώρησε στην αντικατάσταση της μηχανής με δικά του έξοδα, καταβάλλοντος δαπάνη ύψους 2.879, 12 ευρώ , επισκευή που καλυπτόταν από την εγγύηση που παρέσχε η εναγομένη δια του αντιπροσώπου της και αντισυμβατικώς δεν καλύφθηκε από την εναγομένη, καθώς η βλάβη που υπέστη το αυτοκίνητο εμπίπτει στις καλυπτόμενες από την εγγύηση.
Επομένως η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο και να καταβάλει το ανωτέρω ποσό, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, απορριπτόμενων των ισχυρισμών αυτής. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, ως προς την εφαρμογή των περί αντιπροσωπεύσεως διατάξεων και απέρριψε την αγωγή ως παθητικώς ανομιμοποίητη.
Ειδικότερα, η εκκαλουμένη διαλαμβάνει ότι: "η σύμβαση πώλησης του εν λόγω αυτοκινήτου καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της μη διαδίκου εταιρίας "... ΑΕΒΕ", η οποία ενήργησε για δικό της λογαριασμό ως πωλήτρια και όχι ως εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η εκκαλουμένη με βάση το γεγονός που αναφέρει, ότι δηλαδή το επίδικο αυτοκίνητο είχε πωληθεί στην ως άνω εταιρία από την εναγομένη με βάση το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθμ.
Θ ... τιμολόγιο -δελτίο αποστολής εκδόσεως της εναγομένης, από το οποίο προκύπτει ότι η εναγομένη πώλησε με πίστωση το αυτοκίνητο στην "... ΑΕΒΕ" η οποία αναφέρεται ως πελάτης στο συγκεκριμένο έγγραφο, αντί συνολικού τιμήματος 19.589,30 ευρώ, προκειμένου η τελευταία να το μεταπωλήσει στον ενάγοντα, με σκοπό το κέρδος, αντί συνολικού τιμήματος 21.500 ευρώ.
Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι η σύμβαση πώλησης του επιδίκου αυτοκινήτου συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της ως άνω ανώνυμης εταιρίας "... ΑΕΒΕ", η οποία προηγουμένως το είχε αγοράσει από την εναγομένη. Κατά συνέπεια και κατ' αρχήν δεν υφίσταται ενοχικός δεσμός μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης από την ένδικη πώληση...
Με βάση τα ανωτέρω, η σύμβαση πώλησης του εν λόγω αυτοκινήτου καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της μη διαδίκου εταιρίας "... ΑΕΒΕ", η οποία ενήργησε για δικό της λογαριασμό ως πωλήτρια και όχι ως εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης. Με το σκεπτικό αυτό, η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή, ως παθητικώς ανομιμοποίητη.
Πλην όμως, ουδόλως στην εκκαλουμένη αναφέρεται γνώση του ενάγοντος, περί της εσωτερικής σχέσεως, μεταξύ της εναγομένης και της μη διαδίκου εταιρίας "... ΑΕΒΕ" καθώς και του ως άνω τιμολογίου πώλησης του επίδικου αυτοκινήτου, από την πρώτη στη δεύτερη, αντιθέτως δε, από όλα τα περιστατικά (θέληση από τον πελάτη να αγοράσει αυτοκίνητο ...
και όχι άλλο υποδειχθέν από την μη διάδικο, εμφανέστατη ένδειξη του λογότυπου της εναγομένης ... στο κατάστημα της "... ΑΕΒΕ", τα έντυπα και η εγγύηση έφεραν το λογότυπο της εναγομένης, ενώ στο έντυπο της εγγύησης αναγράφει στη θέση της σφραγίδας ότι η μη διάδικη εταιρία είναι "εξουσιοδοτημένος έμπορος της ...
και επίσημος επισκευαστής της ...), ο κάθε καλόπιστος συναλλαχθείς υποψήφιος αγοραστής βασίμως υπολαμβάνει ότι η ως άνω εταιρία ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εναγομένης και επ' αυτού τυγχάνουν εφαρμογής όσα διαλαμβάνονται περί "φαινομένου πληρεξουσίου". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, τελικά το Μονομελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο δικάσαν, δέχθηκε τύποις και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως παθητικά ανομιμοποίητη, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δικάζοντας στην ουσία την υπόθεση δέχτηκε, ότι, με βάση τα αναφερόμενα περιστατικά, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί φαινομένης πληρεξουσιότητας και, κρίνοντας ότι η εναγόμενη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα αντιπροσωπεύθηκε κατά τη ένδικη σύμβαση πωλήσεως από την πωλήτρια εταιρεία, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα, να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.879,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 221 και 224 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν, ενώ διέλαβε και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 221 και 224 ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη.
Ειδικότερα δεν πληρούν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, εφόσον από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή στήριξε τη συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας, έναντι του αναιρεσίβλητου, από την επίδικη σύμβαση πώλησης, στο ότι στο κατάστημα της φερομένης ως αντιπροσώπου εταιρείας και στο παρασχεθέν στον αναιρεσίβλητο έντυπο της εγγύησης υπήρχε ο λογότυπος ...
και φερόταν η πωλήτρια εταιρεία ως εξουσιοδοτημένος έμπορος. Τα εν λόγω, όμως, περιστατικά, δεν καταλογίζονται σε συμπεριφορά της ίδιας, ούτε στηρίζουν τη γνώση αυτής για την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά της φερομένης "αντιπροσώπου", στοιχεία αναγκαία για να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα ότι παρείχε στην τελευταία ,έναντι του τρίτου συναλλαγέντος με αυτήν αναιρεσιβλήτου, "φαινομένη πληρεξουσιότητα".
Περαιτέρω, ως προς τη συνδρομή της απαιτούμενης καλής πίστης στο πρόσωπο του συναλλαγέντος τρίτου αναιρεσίβλητου, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, αρκέστηκε στην "εντύπωση" που δημιουργήθηκε σ' αυτόν ότι συναλλάσσεται με την αναιρεσείουσα, αιτιολογώντας τη συνδρομή της καλής πίστης με τις φράσεις: "ο κάθε καλόπιστος συναλλαχθείς υποψήφιος αγοραστής βασίμως υπολαμβάνει ότι η ως άνω εταιρία ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εναγομένης και επ' αυτού τυγχάνουν εφαρμογής όσα διαλαμβάνονται περί φαινομένου πληρεξουσίου", χωρίς να αιτιολογεί περαιτέρω πώς πίστεψε αυτός ευλόγως ότι είχε παρασχεθεί πληρεξουσιότητα από την αναιρεσείουσα στην πωλήτρια εταιρεία, παρότι η τελευταία του πώλησε το αυτοκίνητο και εξέδωσε τα απαιτούμενα παραστατικά, ενεργώντας επ' ονόματί της και για λογαριασμό της.
Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αναφέρει την πωλήτρια εταιρεία ως αντιπρόσωπο της αναιρεσείουσας (σελ.10 προσβαλλομένης), ενώ, στη συνέχεια, καταλήγει ότι η άνω πωλήτρια εταιρεία ήταν "κατά φαινόμενο πληρεξούσια" της αναιρεσείουσας.
Έτσι, που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ζήτημα ποιές διατάξεις εφαρμόστηκαν, δηλαδή αυτές της αντιπροσώπευσης με πληρεξουσιότητα ή αυτές της αντιπροσώπευσης λόγω φαινομένης πληρεξουσιότητας. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, με τους οποίους, όπως ορθά εκτιμώνται, προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (αρθ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 31-5-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 114/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας .
Αναιρεί την υπ` αριθ. 114/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του υπ` αυτής κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ