Legislator Case Law & Legislation
187/2019 AI generated

187/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 187/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

187/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ.- Τ., ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 187/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Κασομένου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Φ., 2Ε. Σ., 3.Ι. Π., 4.Σ. - Σ. Α., 5.Ε. Δ., 6.Λ. Τ., 7.Ρ. Π., 8.Ε. Κ., 9.Ε. Κ., 10.Δ. Μ., 11.Α. Π., 12.Φ. Σ., 13.Ζ. Ο., 14.Π. Σ., 15.Χ. Π., 16.Δ. Σ., 17.Σ. Σ., 18.Α. Μ., 19.Α. Σ., 20.Σ. Μ. και 21.Α. Φ., κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 890/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5473/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 28/9/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 15/11/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος και την απόρριψη του λόγου αυτού κατά το τρίτο σκέλος. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".

Κατά το άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ, " Η επίδοση της κλήσης για την συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 50.../10.10.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο (11.12.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Β.

Σ.- Τ., ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017).

Με την από 28.09.2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5473/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 890/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και ακολούθως αφού εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε δεκτή η αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση για επιδίκαση διαφορών του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει εντόκως σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των χιλίων εννιακοσίων έντεκα (1.911) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 8 παρ.8 του Μέρους Α` του ν. 3205/2003, ο οποίος αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" και με τον οποίο καταργήθηκαν οι προϊσχύσασες, ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης", ορίσθηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: [...] πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α), [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής (όπως τα σχετικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν από 1-8-2007 με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 3606/2007):

α. αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ, β. χειριστές - χειρίστριες ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε εκατόν τέσσερα (104) ευρώ, [...]. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη σωρευτική συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Πλην των ανωτέρω, περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε δακτυλογράφους, χρήστες Η/Υ ή προσωπικών υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου επιδόματα ειδικών συνθηκών εργασίας".

Τέλος, κατά το άρθρο 28 παρ.9 του ν. 3205/2003, "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: [...] Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του Μέρους Α` του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτό".

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, ώστε να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξ αυτών έπεται ότι, αν γίνει με νόμο ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση για μια κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχείρισης, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Και ότι, προς αποκατάσταση της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία προσώπων υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση πρέπει να εφαρμοσθεί και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. (ΑΠ 2024/2014).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 (1-4-2004), το επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα που εμπίπτει στην εφαρμογή του, όπως οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ, υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, σε σχέση με εκείνες που ίσχυαν προηγουμένως.

Ειδικότερα, δικαιούχοι του επιδόματος είναι μόνο ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001, ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (ΑΠ 594/2011, 554/2010, 557/2007).

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, διότι, αντιθέτως, διακρίνει αφ` ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ` ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε θέση άσκησης διοικητικών ή οικονομικών καθηκόντων, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.

Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά όρια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.8 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 2024/2014). Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016, ΑΠ 1100/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 31.12.2007 αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί υπάλληλοι, αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις του ν. 3205/2003, που αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους.

Ότι μολονότι κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 μέχρι και τις 31.12.2007 κατ' εντολή της υπηρεσίας τους χειρίζονταν, καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή, απασχολούμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων και έχοντας ακόμη τυπικά προσόντα), το εναγόμενο δεν χορήγησε σ'αυτούς το προβλεπόμενο από το νόμο επίδομα πληροφορικής - ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες επικαλούμενοι την αρχή της ισότητας και ίσης μεταχείρισης και επικουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 1.911,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την 890/2008 απόφασή του με την οποία , αφού κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τις 17η και 22η των εναγόντων, δηλαδή τις Μ.

Λ. και Μ. Ο. (μη διαδίκων στην προκειμένη δίκη), απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους λοιπούς. Μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί η αγωγή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση και υποχρέωσε το εναγόμενο στην καταβολή σε καθένα από τους εκκαλούντες - ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους του ποσού των 1.911 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του - μεταξύ των άλλων - τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" από το έτος 1997 με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001 κατατάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2839/2000 με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου σε προσωρινές συνιστώμενες θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Στο άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 2839/2000 ορίστηκε ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από το χρόνο αυτό έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτό στην κατηγορία ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ δικαιούμενοι του επιδόματος πληροφορικής.............

Καθ' όλα τα ένδικα εν προκειμένω μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, που δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο, οι ενάγοντες προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές, συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της υπηρεσίας τους προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση βεβαιώσεις των προϊσταμένων των τμημάτων στα οποία υπηρετούν.

Η ανάθεση στους ενάγοντες των πιο πάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτησή απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις, κατόπιν εντολής του προϊσταμένου διεύθυνσης, διότι είχαν τα απαραίτητα από το νόμο προσόντα, μεταξύ των οποίων και η εμπειρία δύο τουλάχιστον ετών.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα οριζόμενα στη μείζονα σκέψη δικαιούνται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας το ένδικο επίδομα πληροφορικής, για το επίδικο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 01.01.2006 έως και 31.12.2007, που χορηγούνται στους χειριστές των κλάδων πληροφορικής του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Συνεπώς, έκαστος εκ των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων δικαιούται το χρηματικό ποσό των 1.911 ευρώ (ήτοι 74,00 ευρώ X 19,5 μήνες = 1.443,00 ευρώ + 104,00 ευρώ X 4,5 μήνες = 468,00 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.911,00 ευρώ), το ύψος των οποίων και ο μαθηματικός υπολογισμός δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο...".

To εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο με τον λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) κατά παραβίαση του άρθρου 8 του παρ.8 του Ν. 3205/2003 έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα πληροφορικής, μολονότι αυτοί δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα.

και β) κατά παραβίαση της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) δέχθηκε την αγωγή μολονότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί δύο διαφορετικών κατηγοριών υπαλλήλων τόσο σε καθήκοντα και αντικείμενο εργασίας όσο και σε ειδικότητα. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δικαιούχοι του επιδόματος είναι μόνο ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001, ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, διότι, αντιθέτως, διακρίνει αφ` ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ` ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε θέση άσκησης διοικητικών ή οικονομικών καθηκόντων, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 παρ.8 του Ν. 3205/2003, καθόσον δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι αν γίνει παροχή για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δια αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΑΠ 310/2017).

Τέλος, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διαφόρους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις κλπ οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που κρίνουν επιμέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσης, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς (Ολ.

Α.Π 10/2002) και αλλάζει η νομολογιακή αντιμετώπιση (ΑΠ 2024/2014), όπως στην προκείμενη περίπτωση, που η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δίδεται πλέον με αυστηρές προυποθέσεις κατά το άρθρο 8 παρ.8 του Ν.3205/2003. Σημειώνεται δε ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις του άρθρου 8 παρ.11 του Ν2470/1997 και του άρθρου 14 παρ.1 του ΠΔ 194/1988 έχουν καταργηθεί και ειδικότερα το μεν άρθρο 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 καταργήθηκε από 01.01.2004 με το άρθρο 28 του Ν.3205/2003, ενώ το άρθρο 14 παρ.1 του ΠΔ 194/1988 καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 του ΠΔ 50/2001.

Επομένως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ο λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού (κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου σκέλους του ασκηθέντος, αναιρετικού λόγου. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (AΠ 313/2017, ΑΠ 1134/2012, 557/2010, 1677/2008, 1877/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, υπέβαλε με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως, που κατέθεσε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την παραμονή της συζητήσεως της υποθέσεως (10.12.2018), αίτηση με την οποία ζητάει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί καθένας από τους αναιρεσιβλήτους να του αποδώσει το ποσό των 1.911 ευρώ, το οποίο κατέβαλε σε καθένα από αυτούς, με το νόμιμο τόκο, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσαγόμενο από 7-12-2018 Υπηρεσιακό Σημείωμα της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών (Τμήμα Χρηματικού και Ταμείου) του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και την από 13/11/2008 επιβεβαιωμένη μισθοδοτική κατάσταση της ανωτέρω υπηρεσίας το αναιρεσείον κατέβαλε σε καθένα από αυτούς, το ποσό των 1.911 ευρώ με το νόμιμο τόκο, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επομένως, εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η σχετική αίτηση για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5473/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει τον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους να αποδώσει στο αναρεσείον το ποσό των χιλίων εννιακοσίων έντεκα (1.911) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, κατά την 23 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ