Legislator Case Law & Legislation
187/2018 AI generated

187/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 187/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Διονυσοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

187/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Keywords

AI generated
action for release from debt outdated medical report action for rescission reassignment of claim unclaimed assets certificate of unpaid debts
AI generated
1866/2022
Κοινοποιούμενη προς τις: 1) Α.
459/2026
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
120/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς.
1715/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4863/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6724/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-5-2006 αίτησή του.
850/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2019 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 187/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Διονυσοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Πατεραντωνάκη.

Των αναιρεσίβλητων:1. Π. Α. Ζ. κατοίκου Ελβετίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Μυλωνά, 2.Ε. συζ. Α. Β., θυγ. Λ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Μερκούρη, 3.Δ. Α. Δ., κατοίκου ..., 4.Ι. Α. Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 5.Α. χήρας Γ. Ζ., θυγ Β. Κ., η οποία απεβίωσε και συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη ο κληρονόμος αυτής Β. Π., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αχιλλέα Τσάμη, 6. Ν.-Α. -Ν. θυγ. Π. Ζ., κατοίκου Ελβετίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Μυλωνά, ο οποίος δήλωσε ότι η ανωτέρω ενηλικιώθηκε, 7.A. θυγ. Π. Ζ., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως ανήλικης, από τους γονείς της Π. Ζ. και Σ. Ζ., κατοίκου Ελβετίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Μυλωνά, 8.Α. χήρας Ε.-Δ. Μ., θυγ. Γ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Γεωργόπουλου. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος υπέβαλλε αίτημα αναβολής για κατάθεση προσθέτων λόγων. Στο σημείο αυτό ζήτησαν και έλαβαν το λόγο οι πληρεξούσιοι των αντιδίκων, οι οποίοι αντέλεξαν στο αίτημα αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Μ. Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1040/2016 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3220/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6-4-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην περίπτωση δε που ο αντίδικος του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο", και στη συνέχεια αποχώρησε χωρίς να εισέλθει στην επί της ουσίας έρευνα της υπόθεσης, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ.2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 244/2011).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 21/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα εισάγεται για συζήτηση η από 6/4/2017 αίτηση για αναίρεση της 3220/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου, οι μεν τρίτος και τέταρτος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης.

Το εν λόγω αίτημα δεν έγινε δεκτό και γιαυτό στη συνέχεια αποχώρησε, χωρίς να συμμετάσχει στην επί της ουσίας έρευνα της υπόθεσης. Επομένως ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις .../25.7.2017, 1112Ε725.7.2017 και .../25.7.2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας Ε.

Κ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι πρώτος, δεύτερη, έκτη, και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 15/11/2017, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα τόσο στον αναιρεσείοντα όσο και στους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους επομένως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία τους.

Τέλος, η αρχικώς πέμπτη αναιρεσίβλητη Α χήρα Γ. Ζ. απεβίωσε την 1/4/2017 και με την από 11/9/2016 ιδιόγραφη διαθήκη της, όπως δεν αμφισβητείται, κατέλειπε ως μοναδικό κληρονόμο της τον Β. Π., ο οποίος με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο της εν λόγω αναιρεσίβλητης,δηλώνοντας συγχρόνως ότι συνεχίζει για εκείνη τη βιαίως διακοπείσα δίκη, η οποία, κατόπιν αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ αυτού και των λοιπών διαδίκων.

Κατά το άρθρο 1719 αρ.3 εδ.α' ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Ειδικότερα, η έλλειψη συνείδησης ων πράξεων αφορά τη διαταραχή της συνείδησης του διαθέτη που λόγω της σημαντικής απόκλισης από τη φυσιολογική κατάσταση επιφέρει ουσιώδη σύγχυση και, έτσι, ο διαθέτης αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο των πράξεών του.

Πρόκειται για έλλειψη λογικής κρίσης, διαταραχή η οποία μπορεί να οφείλεται σε φυσιολογικά (π.χ. μέθη, υπνηλία) ή παθολογικά αίτια (π.χ. προϊούσα οργανική άνοια σε κατάσταση μόνιμης σοβαρής διανοητικής διαταραχής). Περαιτέρω, η κατάσταση, στην οποία περιέρχεται ο διαθέτης λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, αφορά στις γνήσιες ψυχώσεις και στις οργανοψυχικές παθήσεις, που οφείλονται σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, εξαιτίας των οποίων να παρεμποδίζεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του και να ασκείται αποφασιστική επιρροή σε αυτή, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από το διαθέτη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, τα εξής: "η Α. Ζ. του Γ. και της Μ., γεννηθείσα το έτος 1922, κάτοικος εν ζωή … (οδός … αριθ. … και … αριθ. …), απεβίωσε, άγαμη και άτεκνη, στην οικία της, την 6.8.2007.

Κατά το χρόνο του θανάτου της, πλησιέστερους εξ αίματος συγγενείς κατέλειψε: α) τον πρώτο εναγόμενο μικρανεψιό της Π. Ζ. του Α., εγγονό του προαποβιώσαντος αδελφού της Π. Ζ. του Γ., έγγαμο, κάτοικο Ελβετίας, β) την δεύτερη ενάγουσα ανιψιά της Μ. συζ. Α. Δ. το γένος Ι. Ζ., τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού της Ι.

Ζ. του Γ., έγγαμη, κάτοικο ..., και γ) τον πρώτο ενάγοντα ανεψιό της Γ. Ζ. του Ι., τέκνο επίσης του προαποβιώσαντος αδελφού της Ι. Ζ. του Γ., έγγαμο, κάτοικο ..., οι οποίοι είναι και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, ο μεν πρώτος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, έκαστος δε των εναγόντων κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1814 του AK.

Μετά το θάνατό της δημοσιεύθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίασή του στις 14.12.2007, με τα υπ' αριθμούς ..., ... και .../2007 αντίστοιχα πρακτικά, οι υπ' αριθμούς …/19.3.1999, …/30.12.1999 και …/19.3.2001 δημόσιες διαθήκες της, τις οποίες είχε καταρτίσει ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Τ., και καταχωρήθηκαν στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό ….

Η διαθέτης, γόνος εύπορης οικογένειας, είχε στην κυριότητά της σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, σε διαμερίσματα, καταστήματα και οικόπεδο, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., από την εκμετάλλευση της οποίας αφενός μεν αντιμετώπιζε τις δαπάνες διαβιώσεώς της αφετέρου δε ενίσχυε οικονομικά όχι μόνο τους πιο πάνω τρεις πλησιέστερους εξ αίματος συγγενείς της και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αλλά και άλλα πρόσωπα, αγχιστείς και μη, με τα οποία διατηρούσε στενές σχέσεις, ενώ προέβαινε και σε αγαθοεργίες, μια και δεν είχε δημιουργήσει δική της οικογένεια:

Με την πρώτη από τις επίδικες διαθήκες της, η οποία συνετάγη την 19.3.1999, όταν διήνυε το 77° έτος της ηλικίας της, και περιέχει λεπτομερείς διατάξεις, αφού υπήγαγε στο καθεστώς της οριζόντιας οροφοκτησίας το ακίνητο της που βρίσκεται στο …, επί της οδού … αριθ. …, το οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία της, κατένειμε τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που η ίδια καθόρισε σε αυτό μαζί με τα άλλα ακίνητα της, διαμερίσματα και καταστήματα που βρίσκονται στις οδούς … αριθ.

…, … αριθ. … και … αριθ. … καθώς και το επί της οδού … αριθ. … οικόπεδο της μεταξύ των εναγόντων ανεψιών της, του πρώτου εναγομένου μικρανεψιού της, που είναι και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, των δευτέρας, τρίτου, τετάρτου, έκτης και ογδόης εναγομένων και του Α. Δ., εγκαθιστώντας έναν έκαστον εξ αυτών κληρονόμο της επί των δήλων ακινήτων που αναφέρονται στη διαθήκη της.

Εκ των τετιμημένων με την παραπάνω διαθήκη, η δεύτερη εναγομένη Ε. Β., ιατρός το επάγγελμα, ήταν πρώτη εξαδέλφη της διαθέτιδος, διέμενε, μαζί με τον σύζυγο της, ιατρό επίσης, σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικίας στην οποία διέμενε και εκείνη και της συμπαραστεκόταν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της υγείας της.

Οι τρίτος και τέταρτος εναγόμενοι Δ. και Ι. Δ. ήταν μικρανεψιοί της, της ανεψιάς της, δεύτερης ενάγουσας, Μ. Δ.. Η ανήλικη, έκτη ενάγουν Ν. - Α. - Ν. Ζ. του Π. είναι θυγατέρα του πρώτου εναγομένου μικρανεψιού της Π. Ζ.. Η όγδοη εναγομένη Α. Μ. - Π. ήταν εσωτερική οικιακή βοηθός της τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο της.

Και ο Α. Δ., που δεν συμμετέχει ως διάδικος στην παρούσα δίκη, είναι σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας Μ. Δ.. Με την δεύτερη από τις επίδικες διαθήκες της, η οποία συνετάγη την 30.12.1999, η διαθέτης, αφού περιέγραψε ακριβέστερα, ως προς τα όριά τους, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που είχε συστήσει με την πρώτη, στη συνέχεια την τροποποίησε μόνο ως προς τις ακόλουθες διατάξεις της:

α) απέκλεισε από την κληρονομιά της τον Α. Δ. και στο υπό στοιχείο … διαμέρισμα της οδού … αριθμός …, που του είχε καταλείψει, εγκατέστησε κληρονόμους της από κοινού και κατ' ισομοιρίαν τους μικρανεψιούς της τρίτο και τέταρτο εναγομένους Δ. και Ι. Δ., υιούς αυτού και της δεύτερης ενάγουσας Μ. Δ., και β) στο υπό στοιχείο … διαμέρισμα της οδού … αριθ.

…, που είχε καταλείψει στους τελευταίους από κοινού, εγκατέστησε κληρονόμο της την πέμπτη εναγομένη Α. χήρα Γ. Ζ. το γένος Β. Κ., η οποία ήταν χήρα του ανεψιού της Γ. Ζ. του Π., τέκνου του προαποβιώσαντος αδελφού της Π. Ζ., διέμενε με την οικογένειά της δε διπλανή οικία από τη δική της και διατηρούσε.στενές σχέσεις μαζί της, κατά τα λοιπά δε επανέλαβε τις διατάξεις εκείνης.

Με την τρίτη από ας επίδικες διαθήκες της, η οποία συνετάγη την 19.3.2001, η διαθέτης, τροποποίησε τη δεύτερη μόνο ως προς το υπό στοιχεία … διαμέρισμα της οδού … αριθ. …, που το είχε καταλείψει, μαζί με το υπό στοιχεία … της ίδιας οικίας, στην δεύτερη εναγομένη Ε. Β., και εγκατέστησε σε αυτό κληρονόμους της κατ' ισομοιρίαν τις έκτη και εβδόμη εναγόμενες Ν. - Α. - Ν.

Ζ. του Π. και Α. Ζ. του Π. ανήλικες θυγατέρες του δεύτερου εναγομένου, μικρανεψιού της, Π. Ζ. του Α., εκ των οποίων η δεύτερη είχε εν τω μεταξύ γεννηθεί. Από τις διατάξεις των επίδικων διαθηκών προκύπτει ότι η διαθέτης θέλησε να τιμήσει, εκτός από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τους οποίους δεν παρέλειψε, καταλείποντας τους μάλιστα σημαντικής αξίας δήλα ακίνητα της κληρονομίας της, και άλλους απώτερους, εκτός της εξ αδιαθέτου διαδοχής, συγγενείς της με τους οποίους διατηρούσε στενές σχέσεις, με ιδιαίτερη εύνοια προς όσους ανήκουν στη νεότερη γενιά, αλλά και την όγδοη εναγομένη, οικιακή της βοηθό, η οποία για διάστημα πλέον των δέκα ετών πριν από το θάνατο της διέμενε μαζί της και της παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της, για τις οποίες κάνει ειδική μνεία στις διαθήκες της.

Την 17.9.2001 ο πρώτος ενάγων ζήτησε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από 17.9.2001 υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως .../2001 αίτησή του να κινήσει τη διαδικασία θέσεως της διαθέτιδος σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ως πάσχουσας από γεροντική άνοια και μη δυναμένης, εκ του λόγου αυτού, να φροντίζει για τον εαυτό της και τις υποθέσεις της.

Ο ανωτέρω Εισαγγελέας κίνησε τη διαδικασία αυτή, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθησαν, αρχικά, η υπ' αριθμόν 2480/2002 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί η ψυχική και διανοητική κατάσταση της διαθέτιδος και διόρισε πραγματογνώμονα τον νευρολόγο - ψυχίατρο Χ.

Β. και, εν συνεχείας η υπ' αριθμόν 1134/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία έθεσε την διαθέτιδα σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης και διόρισε οριστική δικαστική συμπαραστάτρια αυτής την πέμπτη εναγομένη Α. χήρα Γ. Ζ.. Ο πραγματογνώμονας Χ. Β., όπως προκύπτει από την από 3.10.2002 σχετική έκθεσή του, αφού εξέτασε την διαθέτιδα στην οικία της, σε δύο συνεδρίες δίωρης διάρκειας εκάστη, την 24.9.2002 και την 1.10.2002, υποβάλλοντάς της πληθώρα ερωτήσεων, τις οποίες μαζί με τις αντίστοιχες απαντήσεις κατέγραψε στην έκθεση, απεφάνθη ότι: "Η συμπαραστατέα πάσχει από πνευματική νόσο και συγκεκριμένα από (σημαντικού βαθμού) έκπτωση απασών των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών (διανοητικών κυρίως, βουλητικών επίσης, θυμικών δε σε μικρότερο βαθμό).

Πάσχει δηλαδή από άνοια που αιτιολογικά αποδίδεται στις λόγω ηλικίας εκφυλιστικές διεργασίες της εγκεφαλικής ουσίας και/ή των αρτηριών του εγκεφάλου. Πρόκειται για πάθηση διανοητική, διαρκή, μόνιμη (και σταθερώς επί τα χείρω εξελισσόμενη), ανίατη με τα παρόντα δεδομένα της επιστήμης. Εξ αιτίας της εν λόγω καταστάσεώς της η ασθενής αδυνατεί ολικά να φροντίζει μόνη της τις υποθέσεις της".

Στο αιτιολογικό της εκθέσεώς του αναφέρει επίσης ότι: "Η άνοια της παρούσης ασθενούς δεν είναι εκ των βαρυτέρων του είδους. Αδρώς θα την χαρακτήριζα ως μόλις μεταπέσασα από το στάδιον της ελαφράς στο στάδιο της μέσης βαρύτητας τοιαύτης, επί του παρόντος τουλάχιστον. Η ασθενής, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν κατέστη εισέτι αυτό που κοινώς λέγεται "φυτό".

Αντίθετα διατηρεί έναν σημαντικό βαθμό ανθρώπινης επαφής στο πλαίσιο ενός περιορισμένου πάντοτε περιβάλλοντος. Εν τούτοις η έκπτωση των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών της ασθενούς είναι και σήμερα τοιαύτη, ώστε η ικανότητά της να χειρίζεται τις υποθέσεις της είναι ανύπαρκτη όχι μόνον για τις πλέον σοβαρές εξ αυτών, αλλά και για τις συνήθεις καθημερινές".

Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα για τη διανοητική κατάσταση της διαθέτιδος έχουν χρονικό σημείο αναφοράς το οποίο απέχει: τρία χρόνια και έξι μήνες από την κατάρτιση της πρώτης διαθήκης, δύο χρόνια και εννέα μήνες από την κατάρτιση της δεύτερης διαθήκης και ένα χρόνο και έξι μήνες από την κατάρτιση της τρίτης διαθήκης.

Ο πραγματογνώμονας, νευρολόγος - ψυχίατρος, Σ. Κ., τον οποίον διόρισε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προαναφερόμενη υπ' αριθμόν 5033/2013 μη οριστική απόφασή του, όπως προκύπτει από την από 14.11.2014 σχετική έκθεσή του, αφού πρώτα διευκρινίζει ότι η άνοια εξελίσσεται σε τρία στάδια: το πρώιμο, το μεσαίο και το τελικό, και ότι το καθένα από αυτά διαρκεί από δυόμισυ έως τρία έτη, στη συνέχεια, συνεκτιμώντας την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του συναδέλφου του Χ.

Β., τις από 5.7.2001 και 17.11.2003 ιατρικές γνωματεύσεις του συναδέλφου του Κ. Δ., το από 17.11.2001 σύντομο ιατρικό έγγραφο του συναδέλφου του Π. Π. και την από 27.11.2013 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού γαστρεντερολόγου Φ. Λ., αποφαίνεται ότι κατά την κατάρτιση των δύο πρώτων διαθηκών (19.3.1999 και 30.12.1999) η διαθέτης "ήταν σε θέση να δικαιοπρακτεί, διότι, κατά την εκτίμησή του, δεν είχε αρχίσει η διαδικασία της άνοιας", ενώ για την τρίτη διαθήκη, που καταρτίστηκε την 19.3.2001, εκτιμά γενικά ότι ο ασθενής, όταν διανύει το πρώιμο στάδιο της άνοιας, δεν χάνει τη δικαιοπρακτική του ικανότητα.

Ο τεχνικός σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης Κ. Σ., αναπληρωτής καθηγητής νευρολογίας, στη σχετική από 5.12.2014 έκθεσή του, αφού συνεκτιμά όλες τις προαναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του συναδέλφου του Χ. Β., την οποίαν χαρακτηρίζει ενδελεχή, απολύτως τεκμηριωμένη και επιστημονικώς άρτια, αποφαίνεται, όπως και ο συνάδελφος του πραγματογνώμονας Σ.

Κ., ότι κατά την κατάρτιση των δύο πρώτων διαθηκών δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η διαθέτης είχε οιαδήποτε ψυχική ή νοητική διαταραχή, ενώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001, όταν αυτή κατάρτισε την τρίτη διαθήκη της, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι είχε γνωστικά ελλείμματα, αυτά αντιστοιχούσαν στη χειρότερη περίπτωση σε αρχικό στάδιο άνοιας και στην καλύτερη περίπτωση σε ήπια γνωστική διαταραχή και, λαμβάνοντας υπόψει τα βιβλιογραφικά δεδομένα που αφορούν τη διάρκεια της νόσου, την ανάλυση των υπαρχόντων στοιχείων, την αξιολόγηση της χρονικής ακολουθίας και τη γνώση της κλινικής εικόνας και της φυσικής πορείας της νόσου, εκτιμά ότι σε κάθε περίπτωση κατά το κρίσιμο διάστημα μεταξύ Μαρτίου 1999 και Μαρτίου 2001, κατά το οποίο συντάχθηκαν οι επίδικες διαθήκες, η διαθέτης είχε ιδία βούληση, λογική και επίγνωση των πράξεών της, διατηρώντας την ικανότητα της δικαιοπραξίας.

Αντίθετη γνώμη εκφέρουν οι ιατροί - νευρολόγοι Κ. Δ. και Κ. Ζ. στις από 15.12.2003 και 25.8.2009 ιατρικές γνωματεύσεις τους, οι οποίες ελήφθησαν με την επιμέλεια των - εναγόντων, αποφαινόμενοι ότι κατά το πιο πάνω κρίσιμο διάστημα από τον Μάρτιο του 1999 έως τον Μάρτιο του 2001 η διαθέτης έπασχε από άνοια και συνεπεία αυτής αδυνατούσε να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς, πλην όμως οι γνωματεύσεις τους αυτές δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένες, διότι, ερμηνεύοντας αυθαιρέτως την προαναφερόμενη έκθεση του πραγματογνώμονα Χ.

Β., μεταθέτουν την έναρξη του δευτέρου σταδίου της άνοιας της διαθέτιδος από τον Σεπτέμβριο του 2002 στο έτος 1998, ώστε αυτή να συμπεριλάβει και το πιο πάνω κρίσιμο διάστημα κατάρτισης των επίδικων διαθηκών. Με τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων Χ. Β. και Σ. Κ. και του τεχνικού συμβούλου της δεύτερης εναγομένης Κ.

Σ. συμβαδίζει και η από 27.11.2013 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού - γαστρεντερολόγου Φ. Λ., με την οποίαν αυτή βεβαιώνει ότι κατά τα έτη 1998, 1999 και 2000 παρακολουθούσε την διαθέτιδα για γαστρεντερολογικά προβλήματα και σοβαρή αναιμία και την είχε υποβάλει σε διαγνωστικό έλεγχο (απεικονιστικές εξετάσεις, κολονοσκόπηση και γαστροσκόπηση) στη διάρκεια των οποίων αυτή συνεργαζόταν άψογα και ανταποκρινόταν άμεσα χωρίς να εμφανίζει προβλήματα νοητικής και πνευματικής διαταραχής.

Περαιτέρω, η διαθέτης την 22.12.1999, λίγες ημέρες πριν από την κατάρτιση της δεύτερης διαθήκης της, επομένως σε χρόνο κατά τον οποίον οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έπασχε από άνοια και δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, κατέβαλε, για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας Μ. Δ. και του συζύγου της Α. Δ., μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γ.

Σ., στη ΔΟΥ … το ποσό των 5.572.960 δραχμών προς εξόφληση οφειλών τους από φόρους εισοδήματος και κληρονομιάς. Γι' αυτόν το λόγο, άλλωστε, με τη δεύτερη διαθήκη της που κατάρτισε οκτώ ημέρες αργότερα τροποποίησε την πρώτη διαθήκη της, αποκλείοντας τον Α. Δ. από την κληρονομιά της και εγκαθιστώντας σε αυτήν την πέμπτη εναγομένη Α.

Ζ.. Ακόμη, με την τρίτη διαθήκη της τροποποίησε τη δεύτερη εγκαθιστώντας στην κληρονομιά της την έβδομη εναγομένη Α. Ζ., θυγατέρα του πρώτου εναγομένου μικρανεψιού της Π. Ζ., που γεννήθηκε την 7.11.2000, μετά την κατάρτιση της δεύτερης. Οι ενέργειες αυτές της διαθέτιδος εμφαίνουν λογική αλληλουχία και προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και αποδεικνύουν το αντίθετο από όσα ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι δηλαδή η διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των επίδικων διαθηκών και κρίση και βούληση διέθετε.

Επιπλέον, ο συντάκτης των επίδικων διαθηκών συμβολαιογράφος Ι. Τ. και η όγδοη εναγομένη Α. Μ., οικιακή βοηθός της διαθέτιδος, καταμηνυθέντες από τον ενάγοντα για κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και ηθική αυτουργία σε αυτήν σε σχέση με τα υπ' αριθμούς …/30.12.1999 και …/20.10.2000 πωλητήρια συμβόλαια του πρώτου, με τα οποία η διαθέτης μεταβίβασε στην όγδοη εναγομένη τα υπό στοιχεία …, … και … ισόγεια καταστήματα της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού … αριθμός …, για τον ίδιο λόγο για τον οποίον ζητείται και η ακύρωση των επίδικων διαθηκών, ότι δηλαδή κατά την κατάρτισή τους η διαθέτης έπασχε από άνοια και εξ αιτίας αυτής δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, απηλλάγησαν αμετακλήτως με το υπ' αριθμόν 819/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της κατάρτισής τους, που εμπίπτει εξ ολοκλήρου σε αυτό των επίδικων διαθηκών, η διαθέτης είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της.

Όπως δε στο αιτιολογικό του ίδιου βουλεύματος εκτίθεται η διαθέτης εντός του έτους 1998, επομένως δε λίγο χρόνο πριν από την κατάρτιση της πρώτης διαθήκης της, είχε καταρτίσει ενώπιον άλλων συμβολαιογράφων από τον συντάκτη των πιο πάνω συμβολαίων και των επίδικων διαθηκών Ι. Τ., και συγκεκριμένα ενώπιον των συμβολαιογράφων Α.

Μ. και Δ. Γ. δύο άλλα πωλητήρια συμβόλαια, με τα οποία μεταβίβασε ακίνητά της σε τρίτους, χωρίς να τεθεί θέμα έλλειψης συνείδησης των πράξεών της. Το ότι η διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των επίδικων διαθηκών της είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες των εναγομένων Σ.

χήρα Α. Ζ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και βεβαίωσε ενόρκως στον Ειρηνοδίκη Αθηνών (σχετ. η υπ' αριθμόν .../2009 ένορκη βεβαίωση του εν λόγω Ειρηνοδίκη), και ο Κ. Σ., που βεβαίωσε ενόρκως στον ίδιο Ειρηνοδίκη (σχετ. η υπ' αριθμόν .../2009 ένορκη βεβαίωση του εν λόγω Ειρηνοδίκη), οι οποίοι συνδέονταν στενά με την διαθέτιδα, η πρώτη ως χήρα του προαποβιώσαντος ανεψιού της Α.

Ζ. και ο δεύτερος ως πολιτικός μηχανικός τεχνικός σύμβουλος της στη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας της και, λόγω των τακτικών επαφών που είχαν μαζί της, γνωρίζουν άριστα τη διανοητική της κατάσταση. Οι μαρτυρίες αυτές δεν αναιρούνται από εκείνες των μαρτύρων του ενάγοντος Α. Δ., συζύγου της ενάγουσας Μ.

Δ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο, και της Α. Μ., συζύγου του ενάγοντος, η οποία βεβαίωσε ενόρκως στον Ειρηνοδίκη Αθηνών (σχετ. η υπ' αριθμόν .../15.12.2009 ένορκη βεβαίωση του εν λόγω Ειρηνοδίκη), διότι, πέραν της συζυγικής σχέσης που συνδέει τους μάρτυρες αυτούς με τους ενάγοντες, οι καταθέσεις τους είναι γενικόλογες και ελλιπείς συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ενώ την αξιοπιστία του πρώτου εξ αυτών κλονίζει το γεγονός ότι η ενάγουσα - σύζυγος του Μ.

Δ. δεν προσέβαλε την εκκαλουμένη με έφεση, όπως αντιθέτως έπραξε ο ενάγων αδελφός της Γ. Ζ., και κατ' αυτόν τον τρόπο την απεδέχθη, ήδη δε αυτή ως προς την ενάγουσα έχει τελεσιδικήσει. Από όλα τα παραπάνω, συνδυαζόμενα, δεν απεδείχθη ότι η διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των επίδικων διαθηκών (19.3.1999, 30.12.1999 και 19.3.2001) έπασχε από γεροντική άνοια και εξ αιτίας αυτής βρισκόταν σε βαθμό συγχύσεως της συνείδησης τέτοιο, ώστε να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειές τους καθώς και σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και δεν της επέτρεπε να προσδιορίσει ελεύθερα με λογικούς υπολογισμούς το περιεχόμενό της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή για ακύρωση της προσβαλλόμενης διαθήκης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο ως προς τους πρώτο, δεύτερη, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων που δικάστηκαν αντιμωλία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας ως προς αυτούς την ομοίου περιεχομένου εκκαλούμενη απόφασή του, όσο και ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζοντας ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την πιο πάνω αγωγή, λόγω της ερημοδικίας τους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ.3ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ότι η διαθέτης Ά.

Ζ., κατά το χρόνο σύνταξης των προσβαλλόμενων δημόσιων διαθηκών της, είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και, συνεπώς, είχε την ικανότητα να προβεί στη σύνταξη αυτών. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 372, 387 και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, η επιλογή των πραγματογνωμόνων από το σχετικό κατάλογο ή και εκτός αυτού, αν κριθεί σκόπιμο, η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή η επανάληψη ή η συμπλήρωση πραγματογνωμοσύνης που έγινε, από τον ίδιο ή άλλο πραγματογνώμονα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ, είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, είτε υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου, για την απόδειξη ορισμένου θέματος, χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελεύθερα.

Όπως δε συνάγεται από τη διάταξη του πιο πάνω άρθρου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔ, η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι άκυρη ακόμα και όταν έχει ατέλειες, σφάλματα, ανακρίβειες ή εσφαλμένες κρίσεις, εναπόκειται δε στο δικαστήριο, το οποίο δικαιούται αλλά και υποχρεούται να αποφαίνεται κατά συνείδηση ως προς την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, όταν κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα ή να διατάξει επανάληψη ή συμπλήρωσή της ή νέα πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 715/2006, ΑΠ 1795/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθμ.11 α' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και, συγκεκριμένα, την πραγματογνωμοσύνη του Σ. Κ., η οποία ήταν γενική και αόριστη ως προς το ζήτημα της ικανότητας της διαθέτιδος Ά.

Ζ. να συντάξει τις επίμαχες διαθήκες, με αποτέλεσμα να μην πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, ώστε το Εφετείο να στηρίξει σε αυτή το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαιτίας δε τούτου υπέβαλε με την έφεσή του το αίτημα διενέργειας νέας ή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, το οποίο εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της πιο πάνω πλημμέλειας βάλλει κατά της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας να εκτιμήσει ελεύθερα την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη- η οποία δεν είναι άκυρη, έστω και αν αυτή, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενέχει αοριστία, αναφορικά με το θιγόμενο ζήτημα- ή να διατάξει νέα ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/4/2017 αίτηση για αναίρεση της 3220/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων πρώτου, δεύτερης, πέμπτης, έκτης, έβδομης και όγδοης των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ