187/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated187/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την 7-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 187 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 187/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του ΝΣΚ με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Χ. Γ. του Α. και 2.Θ. συζ. Χ. Γ., το γένος Κ. Λ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Σωτηρία Χατζηδημητρίου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 485/2013 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την 7-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 4 του ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των ν.2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003), αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη...
Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ., ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ιδιώτης μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα ακινήτου ανήκοντος στο Δημόσιο, που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ.
α’ του ν. 3127/2003, εφόσον νέμεται αδιαταράκτως για δέκα έτη το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, και καλή πίστη, δηλαδή την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου, η οποία (πεποίθηση) πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.
Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Εξάλλου, με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003 θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημόσιων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16 5-1926 και του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ... κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του ΕισΝ.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι της 11-9-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημόσιου κτήματος, όταν συντρέχουν οι ως άνω διαλαμβανόμενες στις παρ.1α’ και 2 του ίδιου νόμου προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π.11/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα, αναιρετικώς ανέλεγκτα, γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.Α.Π.20/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη από 29-1-2009 (αριθ. εκθ.
καταθ.30/2009) αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται ο επικαλούμενος από αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) δασικός χαρακτήρας του επιδίκου κατά τα κρίσιμα έτη 1954, 1966, 1987 και 1989 και ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα στοιχεία του προσωρινού δασικού χάρτη διότι, κατά τον ισχυρισμό του (εκκαλούντος), α) ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου προκύπτει από αεροφωτογραφίες 1945 και 1995, χωρίς η μεταγενέστερη αλλαγή της μορφής του επιδίκου να επιδρά στον χαρακτηρισμό της ως δασικής και χωρίς να καταλύεται το προϋφιστάμενο, εκ του λόγου τούτου, ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δημοσίου, το δε τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών και δασικών εκτάσεων αποτελεί τον απαιτούμενο τίτλο του εγγραπτέου δικαιώματος επί των εκτάσεων αυτών στις υπό κτηματογράφηση περιοχές, ανεξάρτητα από το αν έχει καταρτισθεί και κυρωθεί αρμοδίως ο προβλεπόμενος από το Ν. 2664/1998 Δασικός χάρτης, και β) οι εφεσίβλητοι δεν αντέκρουσαν το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου κατά το χρόνο των αεροφωτογραφιών ούτε προέκυψε οποιαδήποτε αναγνώριση του επιδίκου ως ιδιωτικού δάσους και τέλος το Δημόσιο θεωρείται νομεύς, κατ’ άρθρ. 2 παρ.1 του ΑΝ 1539/38 και 58 παρ.1 ΝΔ 86/69, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ’ αυτών πράξη νομής.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά το σκέλος που αφορά την εκ του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου κυριότητα του εκκαλούντος ως αλυσιτελής, διότι η ιδιάζουσα χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αντιτάσσεται κατά του Δημοσίου προϋποθέτει ακριβώς την κυριότητα του Δημοσίου, χωρίς διάκριση αν η κυριότητα αυτή προκύπτει από το χαρακτήρα της εδαφικής εκτάσεως ως δασικής ή μη.
Δηλαδή το ότι το επίδικο είτε είχε είτε έχει τον χαρακτήρα δάσους και εκ του λόγου τούτου είχε περιέλθει στην κυριότητα του εκκαλούντος είναι αδιάφορο, αφού η κυριότητα του Δημοσίου, ανεξαρτήτως σε ποια νομικά περιστατικά στηρίζεται, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις - το ακίνητο να κείται εντός οικισμού κλπ., να έχει ορισμένο εμβαδό, μέχρι τις 19-3-2003 - όχι μετά την ημερομηνία αυτή - (δεκαετής αδιατάρακτη νομή κλπ.), καταλύεται.
Καθ’ όσον αφορά το σκέλος με το οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι εφεσίβλητοι δεν αντέκρουσαν το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου κατά τα κρίσιμα έτη 1954, 1966, 1987 και 1989 και υπό την εκδοχή ότι, το εκκαλούν, αναφερόμενο στον προκύπτοντα από τους δασικούς χάρτες των ετών 1945 και 1995 δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, πλήττει την εκκαλουμένη ως προς την παραδοχή της ότι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες κατά το χρόνο που εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου ήσαν κακόπιστοι, δεν απέδειξε την κακή πίστη των κατά το χρόνο εγκατάστασης των στη νομή του επιδίκου, δηλαδή δεν απέδειξε ότι οι εφεσίβλητοι κατά το έτος 1989, όταν εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου, γνώριζαν ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν ότι δεν απέκτησαν κυριότητα, αφού δεν αντέκρουσαν το δασικό του χαρακτήρα, αποδεικνύονται τα εξής:
Με το με αριθ. .../06.09.1989 πωλητήριο συμβόλαιο με διαλυτική αίρεση, σε συνδυασμό με την .../12-12-1989 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Καλομέρα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τόμοι ..., αντίστοιχα), οι εφεσίβλητοι απέκτησαν το επίδικο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας, από την Ε.
συζ. Β. Σ., το γένος Δ. Γ.. Αυτό (το επίδικο), κατά τον τίτλο αυτόν, βρίσκεται μέσα στα όρια του οικισμού ... Μαγνησίας (πρώην θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... και στη συνέχεια ... του πρώην Δήμου ... και εμφαίνεται, στο μεν συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο, από Απρίλιο 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι.
Π., με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ..., και έχει έκταση 253,44 τ.μ. Από την παραπάνω ημεροχρονολογία, που οι ενάγοντες απέκτησαν το εν λόγω ακίνητο, νεμόταν αυτό έως την 19-03-2003, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου 3127/2003, συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, με τη βούληση να το έχουν αποκλειστικά δικό τους, καθ’ όλες τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.
Το έθεσαν υπό τη διαρκή και αποκλειστική εξουσίασή τους όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Το χρησιμοποιούσαν με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση των εφεσίβλητων-(συν)νομέων-εναγόντων.
Ειδικότερα, το περιέφραξαν, προέβαιναν τακτικά στον καθαρισμό του και καλλιεργούσαν τα εντός αυτού ελαιόδενδρα (βλ. φωτογραφίες). Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα, νομή και κατοχή της δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων Ε. συζ. Β. Σ., το γένος Δ. Γ., λόγω πώλησης με το ...18-04-1988 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Ζούμπου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμυρού, στον τόμο ....
Αυτή δε το είχε αποκτήσει από τον Α. Δ. του Η., στον οποίο είχε περιέλθει α) κατά μεν το 1/4 εξ αδιαίρετου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της μητέρας του Β. Μ., την οποία αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγεγραμμένη στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τ, ...) υπ’ αριθ. .../21-04-1987 πράξη του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό (3/4 εξ αδιαιρέτου) λόγω δωρεάς εν ζωή από τα αδέλφια του Π.
Δ., Δ. Δ. και Ι. συζ. Κ. Σ., με το νομίμως μεταγεγραμμένο στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τ. ...) υπ’ αριθ. .../21-05-1987 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου. Στους δωρητές, Π. Δ., Δ. Δ. και Ι. συζ. Κ. Σ. είχε περιέλθει το ακίνητο, κατά 3/4 εξ αδιαίρετου, δυνάμει της .../21-4-1987 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της μητέρας τους Β.
χήρας Δ., το γένος Μ., νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τ. ...). Στην κληρονομηθείσα από τον Α. Δ., Β. Μ. είχε περιέλθει με το .../10.11.1966 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Στέργιου Δεληγιώργη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τ. ...), από την Σ.
Ν.. Η τελευταία το είχε αποκτήσει με το .../20-7-1966 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ιδίου Υποθηκοφυλακείου (τόμος ...) από τον Κ. Μ.. Ο τελευταίος το είχε αποκτήσει με το .../19.08.1954 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Δημ. Προκοπίου Ματαρώνα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του άλλοτε Δήμου ...
του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, (τόμος ...), από την τότε Κοινότητα ..., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον τότε Πρόεδρό της. Ειδικότερα, από ένα αγρόκτημα με την ονομασία "...", που κατά δήλωσή της ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της τότε Κοινότητας ..., του άλλοτε Δήμου ..., έκτασης σε οριζόντια προβολή 3.656 στρεμμάτων και συνορευόμενο γύρωθεν με αγρόκτημα ελαιοδένδρων ...
και θάλασσα, πώλησε κατά το άρθρο 124 Αγρ. Κωδ. στον Κ. Μ. του Χ.: α) το με αριθμό … τεμάχιο εμβαδού 6.980 τ.μ. του Α τμήματος του αγροκτήματος, το οποίο συνόρευε με τα 33α, 27α, 26α, 31α και 39α τεμάχια και β) το με αριθμό … τεμάχιο εμβαδού 9.730 τ.μ. του Β τμήματος του αγροκτήματος, το οποίο συνόρευε με τα ... τεμάχια, αντί τιμήματος 2.563,60 δραχμές.
Η πώληση των παραπάνω τεμαχίων έγινε αφού προηγουμένως, όπως βεβαιώνεται στο προαναφερθέν συμβόλαιο, α) με την Β (ορθό Ε καθόσον το Β αφορά στο τμήμα του Υπουργείου Γεωργίας) .../19-02-1954 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας επιτράπηκε η πώληση όλου του αγροκτήματος ελευθέρως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 124 του Αγρ.
Κώδικα, σε ακτήμονες και σε εκτέλεση του .../1953 προσυμφώνου του άλλοτε συμβολαιογράφου Βόλου Πέτρου Παπακωνσταντίνου, β) με την ...22.07.1954 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων του Βόλου είχαν καθοριστεί οι δικαιούμενοι αποκατάστασης ακτήμονες (μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς αγοραστής) και είχε χαρακτηριστεί όλη η έκταση του αγροκτήματος ως καλλιεργήσιμη με την .../26-07-1954 βεβαίωση της Διεύθυνσης Γεωργίας Μαγνησίας.
Δηλαδή αποδεικνύεται ότι από την αρχική μεταβίβαση, στο Χ. Μ., από την Κοινότητα ... (1954) μέχρι την εγκατάσταση των εφεσίβλητων σ’ αυτό το έτος 1989, παρήλθαν τριάντα πέντε χρόνια και μεσολάβησαν τέσσερις μεταβιβάσεις, χωρίς ουδέποτε να προκύψει αμφισβήτηση της κυριότητας τόσο της άμεσης όσο και των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι κατά τα κρίσιμα έτη 1954, 1966, 1987, 1988 και ιδίως 1989 είχε δασική μορφή, ανεξαρτήτως του ότι στις αεροφωτογραφίες που επικαλείται το εκκαλούν χαρακτηρίζεται ως δάσος.
Μάλιστα από το έτος 1986 το επίδικο περιλαμβάνεται στον οικισμό "..." της κτηματικής περιφερείας ... και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους εφεσίβλητους φωτογραφίες του επίδικου, αλλά και από την κατάθεση του μαρτυρά τους προκύπτει ότι η περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, έχει δομηθεί σε αρκετό βαθμό με την ανέγερση κατοικιών, χωρίς να προκύπτει ότι έχει προσβληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο η νομιμότητα της ανέγερσής τους από το εναγόμενο, όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, αν η έκταση αυτή έφερε το χαρακτήρα δάσους ή η φύση της ήταν δασική.
Εξάλλου, ο μη δασικός χαρακτήρας του επιδίκου προκύπτει και από τη σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του μάρτυρα των εφεσίβλητων, σε συνδυασμό με τη διηγηματική στο άνω με αριθμό .../19.08.1954 συμβόλαιο αναφορά της με αριθμό .../ 26.07.1954 βεβαίωσης της Διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Μαγνησίας, κατά την οποία (αναφορά) η έκταση του αγροκτήματος "..." χαρακτηρίζεται ως καλλιεργήσιμη.
Η κατάθεση του μάρτυρα που εξέτασε το εκκαλούν, ο οποίος δεν έχει ιδία γνώση των όσων καταθέτει για τη φύση της περιοχής, περιορίζεται στο χαρακτήρα του επιδίκου ως δάσους και δεν αναφέρεται καθόλου στην κακή πίστη των εφεσίβλητων, με την απόδειξη της οποίας βαρύνεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το εκκαλούν.
Η κατάθεση αυτή μάλιστα βασίζεται στο προαναφερθέν απόσπασμα, σε συνδυασμό με το ...05.10.2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Μαγνησίας και το απόσπασμα του θεωρημένου με την .../07.11.2001 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών Μαγνησίας δασικού χάρτη, που εικονίζει το επίδικο να βρίσκεται εντός έκτασης δάσους και δασικής έκτασης σε αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης και με άλλης μορφής χρήση σε αεροφωτογραφίες πρόσφατης λήψης (σήμανση "ΔΑ").
Έτσι το εκκαλούν δεν απέδειξε την κακή πίστη των εφεσίβλητων κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, που απέκτησαν το επίδικο και εγκαταστάθηκαν στη νομή του". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, πρωτοτύπως, με τα προσόντα της ιδιάζουσας χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ.1 α’ και 2 του ν. 3127/2003, και, κατόπιν τούτου, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής και απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 περ. α’ και 2 του ν. 3127/2003 και του άρθρου 1042 Α.Κ., στις οποίες στηριζόταν η ως άνω βάση της αγωγής, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, ήτοι απόκτηση του επιδίκου (εκτάσεως 253,44 τ.μ., που βρίσκεται εντός οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων, ο οποίος έχει οριοθετηθεί με την .../3-6-1986 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας), με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (πωλητήριο συμβόλαιο καταρτισθέν και μεταγραφέν το Σεπτέμβριο του 1989) από τους αναιρεσίβλητους, που το (συν)νέμονται, αδιατάρακτα και αδιάκοπα, χωρίς να βρίσκονται σε κακή πίστη κατά την κτήση της νομής.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. μοναδικός λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Χ. Γ. του Α. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 485/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ