Legislator Case Law & Legislation
187/2015 AI generated

187/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 187/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

187/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, εμφανίσθηκε όμως ο δικηγόρος Παναγιώτης Χριστοδούλου , ως πληρεξούσιος της Α.

Keywords

AI generated
vehicle keeper deprivation of existing use previous legal status depreciation of remaining property seizure of motor vehicle action to recover possession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 187/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Γ. του Η., 2. Ε. συζ. Χ. Γ., το γένος Κ. Τ., 3. Η. Γ. του Χ. και 4. Α. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Γκούντα.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγιώτης Χριστοδούλου και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε και την βιαία διακοπή της δίκης συνεχίζουν οι κληρονόμοι Α. Σ. του Μ. και 2. Δ. Σ. του Μ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2005 αγωγή του αρχικού διαδίκου-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 369/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 1-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ.1 και 290 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η βιαία διακοπή της δίκης, που επέρχεται συνεπεία του θανάτου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη της από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση αυτών στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση , εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητος των ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, εμφανίσθηκε όμως ο δικηγόρος Παναγιώτης Χριστοδούλου , ως πληρεξούσιος της Α.

Μ. Σ. και του Δ. Μ. Σ. και εδήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε και την εκ του λόγου τούτου διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εντολείς του (Α. Μ. Σ. και Δ. Μ. Σ.), ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (τέκνα) του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου. Η ιδιότητα του αυτή, η οποία προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπό των ιδίων σχετικά έγγραφα, δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες, ενώ από την υπ' αριθμ. 99/5-3-2013 ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου Ιωαννίνων αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 4-3-2013, ήτοι πριν από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, γεγονός που αγνοούσαν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς κατά του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και η δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου αυτού, διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται επ' ονόματι των προειρημένων κληρονόμων του, μετά την σχετική περί εκούσιας επαναλήψεως της δήλωση τούτων.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ. Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ.2, 961, 962 και 1113 του Α.Κ. προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι και αν δεν προέβαλαν αξίωση περί συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός απεκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσεως του κοινού. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.

Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημιώσεως, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου , συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε στην ένδικη αγωγή του ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 33,30% του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου και ότι οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες, που είναι συγκύριοι του αυτού ακινήτου κατά τα υπόλοιπα ποσοστά και δη κατά 16,675% έκαστος, από το έτος 2000, προβαίνουν από κοινού σε αποκλειστική χρήση του εν λόγω ακινήτου, παρά τις αντιρρήσεις του ιδίου, του οποίου και απέκλεισαν την πρόσβαση και την δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του ακινήτου.

Ζήτησε δε ακολούθως με την αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, λόγω της αποκλειστικής εκ μέρους τους χρήσεως του κοινού ακινήτου, να καταβάλουν σ' αυτόν ως αποζημίωση, εις ολόκληρον έκαστος, άλλως δε συμμέτρως, την αντιστοιχούσα στην μερίδα της συγκυριότητας του μισθωτική αξία του ακινήτου, όπως αναλυτικώς προσδιορίζεται στην αγωγή και ανέρχεται, για την επίδικη χρονική περίοδο (από 1-1-2000 έως 31-12-2005) στο συνολικό ποσό των 79.392,48 €.

Η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση της ως αγωγής αποζημιώσεως χρήσεως, και δη την περιγραφή του κοινού ακινήτου, την επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, την αποκλειστική παρά των εναγομένων χρήση του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ειδικότερος καθορισμός του είδους αυτής, και το εκ της αποκλειστικής ταύτης χρήσεως όφελος των εναγομένων, συνιστάμενο στην αξία της, ταυτιζομένη με την μισθωτική αξία του μεριδίου του ενάγοντος.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες σωρευτικώς εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοιαν της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.

Α.Π. 16/2006, 8/2001, 17/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κρίνοντας επί της ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και απορρίπτοντας αυτήν ως μη νόμιμη, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του τα εξής: ["Στην υπόθεση που εκδικάζεται, σύμφωνα με τους εκκαλούντες, το ένδικο δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, διότι "το επίκοινο κτίριο (κοινό δεν είναι μόνο το κτίριο, αλλά και το οικόπεδο του) εγκαταλείφθηκε στην τύχη του από τη δεκαετία του 1980, αφότου έπαψε να λειτουργεί ως μαρμαράδικο, ότι μέχρι το 1999, που απόκτησαν τη συγκυριότητα του, ο εφεσίβλητος, όχι μόνο δεν έκανε κάποια δαπάνη συντήρησης του, αλλά ούτε και προσπάθεια πορισμού οφέλους με την εκμετάλλευση του ή την εκμίσθωση του, ότι περίμενε να περάσουν άλλα επτά περίπου από τότε χρόνια, για να θυμηθεί ότι έχει κάποιο δικαίωμα σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, από το οποίο είχε ζητήσει να αποξηλωθεί η ηλεκτρική παροχή, ότι το 2003, όταν άρχισαν μπροστά του οι εργασίες συντήρησης του από τους ίδιους, για τις οποίες, αν και είχε ειδοποιηθεί, αρνήθηκε να συμπράξει, δεν εναντιώθηκε, ούτε θεώρησε ότι βλάπτεται το δικαίωμα συνιδιοκτησίας του και ότι ουδέποτε από το 2000 έως το 2004 προέβαλε αξίωση μισθώματος, δημιουργώντας τους έτσι, σε συνδυασμό με το ότι μπορεί κάλλιστα και ο ίδιος να χρησιμοποιήσει το κοινό, την εύλογη πεποίθηση ότι και αν ακόμη έχει οποιαδήποτε αξίωση, δεν θα την ασκήσει ποτέ".

Ενόψει τούτων, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, βάσει των παραπάνω περιστατικών, για καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, είναι μη νόμιμος. Διότι τα ανωτέρω περιστατικά και αν υποτεθούν αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την ανωτέρω έννοια, την άσκηση του δικαιώματος αυτού, αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις παραπάνω προϋποθέσεις εφαρμογής του και, επομένως, η άσκηση, υπό τα περιστατικά αυτά, του εν λόγω δικαιώματος δεν υπερβαίνει και, μάλιστα, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως μη νόμιμη, σωστά τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό, οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".] Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η οποία, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέσθηκαν για την θεμελίωση της οι αναιρεσείοντες δεν ήταν εφαρμοστέα, και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ψέγεται το Εφετείο για την μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση του οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις είναι αβάσιμος. Ο αυτός δε αναιρετικός λόγος καθό μέρος αποδίδει στην απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, αφού η περί καταχρήσεως δικαιώματος ένσταση των αναιρεσειόντων απερρίφθη ως μη νόμιμη και το Εφετείο δεν εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ των (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π.1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος,τα εξής:" Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Γαβράδες" του δημοτικού διαμερίσματος Αγ. Ιωάννου του Δήμου Πασσαρώνος Ιωαννίνων και συνορεύει στη μια πλευρά του με αγροτικό δρόμο.

Έχει εμβαδόν 9.054 τετ. μέτρα. Υπάρχει σ' αυτό κτίσμα από τσιμεντόλιθους και στέγη από τσίγκο, εμβαδού 1.230 περίπου τετ. μέτρων, το οποίο μέχρι το έτος 1997 περίπου χρησιμοποιούταν για την κοπή και επεξεργασία μαρμάρων, αφού μέχρι τότε λειτουργούσε εκεί επιχείρηση με το αντικείμενο τούτο. Επίσης, υπάρχει στο επίδικο, κτίριο γραφείων εμβαδού 40 τετ.

μέτρων, καθώς επίσης και αντλιοστάσιο. Η επιχείρηση μαρμάρων, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, λειτουργούσε με τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας, στην οποία συμμετείχε και ο εφεσίβλητος. Τα υπολείμματα από την επεξεργασία των μαρμάρων ρίπτονταν στον ακάλυπτο χώρο του ακινήτου. Παρέμειναν δε εντός αυτού, όπως και διάφορα άχρηστα μηχανήματα, που χρησιμοποιούνταν κατά την άσκηση της παραπάνω δραστηριότητας και μετά την παύση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της λειτουργίας της επιχείρησης το έτος 1997.

Εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του επιδίκου είναι ο εφεσίβλητος κατά ποσοστό 33,30% και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 66,70% οι εκκαλούντες σε ίσα μέρη, σε ποσοστό δηλαδή 16,675% ο καθένας τους. Οι τελευταίοι απέκτησαν τη συγκυριότητα του το έτος 1999. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2001-2005 αποκλειστική χρήση του παραπάνω ακινήτου έκαναν οι εκκαλούντες από κοινού.

Συγκεκριμένα, αυτοί παραχώρησαν τη χρήση του σε ανώνυμη τεχνική εταιρεία. Την εταιρεία αυτή έχουν συστήσει και μετέχουν οι ίδιοι, πλην της δεύτερης. Η εν λόγω εταιρεία χρησιμοποιούσε το παραπάνω ακίνητο, μετά και από βελτίωση του, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, για τη στάθμευση των διαφόρων, βαρέων, ως επί το πλείστον, οχημάτων της, τα οποία χρησιμοποιούσε κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της.

Η αποκλειστική αυτή χρήση απέκλεισε και κατέστησε αδύνατη τη σύγχρηση του επιδίκου και από τον εφεσίβλητο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα. Ούτε συνιστά τέτοια χρήση, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες, το ότι, κατά το χρονικό τούτο διάστημα, εξακολούθησαν να παραμένουν στο επίδικο τα υπολείμματα και τα κατεστραμμένα μηχανήματα, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, αφενός μεν διότι αυτά προϋπήρχαν εκεί της κτήσεως του ακινήτου από τους ίδιους και, συνεπώς, το εν λόγω ακίνητο παρέμεινε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στην κατάσταση που υπήρχε, όταν αυτοί το απέκτησαν, ενώ δεν προέκυψε, κάτι που ούτε οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, ότι ο εφεσίβλητος είχε αναλάβει την υποχρέωση μεταφοράς των ανωτέρω αντικειμένων και αφετέρου διότι δεν αποδείχτηκε, ότι επρόκειτο για μηχανήματα του εφεσίβλητου.

Ενόψει τούτων...οι εκκαλούντες υποχρεούνται να αποζημιώσουν τον εφεσίβλητο, για το όφελος που αποκόμισαν από την κατά τα παραπάνω χρήση και του δικού του μεριδίου στο επίδικο. Δεδομένου δε ότι πρόκειται για αστικό ακίνητο, το όφελος τούτο συνίσταται στη μισθωτική αξία του μεριδίου αυτού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Η μηνιαία μισθωτική αξία του όλου ακινήτου ανερχόταν, κατά το χρονικό τούτο διάστημα, σε 1.500 ευρώ, ενόψει της θέσης του, της έκτασης του, των κτηριακών του εγκαταστάσεων, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, του ότι στερούταν ηλεκτρικού ρεύματος, των χρήσεων για τις οποίες, ενόψει των ανωτέρω στοιχείων, ήταν πρόσφορο, αλλά και επιτρέπονταν στην περιοχή του, στην οποία απαγορεύονταν οι μέσης και υψηλής όχλησης χρήσεις, ενώ επιτρέπονταν εκείνες με χαμηλή όχληση και με βάση τις μισθωτικές συνθήκες, οι οποίες και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είχαν διαμορφωθεί και επικρατούσαν τότε στην περιοχή του και δεδομένου ότι βρίσκεται σε απόσταση οχτώ έως δέκα περίπου χιλιομέτρων από την πόλη των Ιωαννίνων, σε υποβαθμισμένη τότε περιοχή, εκτός σχεδίου πόλης και με ειδικούς όρους δόμησης.

Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα... Περαιτέρω, η κρίση για την ανωτέρω μισθωτική αξία του επιδίκου στηρίζεται στο σύνολο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε τα ανωτέρω και, στη συνέχεια, προσδιόρισε την αποζημίωση χρήσης του εφεσίβλητου βάσει της παραπάνω μισθωτικής αξίας του επιδίκου, κάνοντας, ακολούθως, κατά το οικείο μέρος δεκτή την παραπάνω αγωγή του, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό, οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες και στην αρχή της παρούσης παρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις , τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα θεμελιωτικά της ενδίκου αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου στοιχεία και δη την συγκυριότητα των διαδίκων και τις μερίδες αυτών επί του κοινού ακινήτου, την, κατά την επίδικη χρονική περίοδο, αποκλειστική χρήση του εν λόγω ακινήτου παρά των εναγομένων, κατ' αποκλεισμόν της συγχρήσεως του ενάγοντος, την ωφέλεια που αυτοί απεκόμισαν εκ της αποκλειστικής ταύτης χρήσεως , η οποία ταυτίζεται με την μισθωτική αξία της μερίδος του ενάγοντος και την μισθωτική αξία του όλου ακινήτου. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως, κατά το εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος τους, είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί μη αποκλειστικής υπ' αυτών χρήσεως του κοινού ακινήτου, αλλά συγχρήσεως τούτου μετά του αναιρεσιβλήτου, και ειδικότερα: 1) Τα υπ' αριθμ....

και .../2-8-99 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθυμίου Παπαγεωργίου, με σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του κτηθέντος δια των συμβολαίων τούτων ακινήτου αποκλειστικής των κυριότητος. 2) Την από 4-6-2007 βεβαίωση της Δ.Ε.Η. 3)Το υπ' αριθμ. 2298/3-3-2009 έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας και Ανάπτυξης Ν. Ιωαννίνων. 4)Την από 8-1-1998 αίτηση του εκπροσώπου της εταιρείας "ΣΙΚΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." προς την Δ.Ε.Η.

Ιωαννίνων. 5)Τις από 29-20-2005 και 19-1-2006 εξώδικες προσκλήσεις του αναιρεσιβλήτου., 6)Την υπ' αριθμ. …/2007 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ιωαννίνων. 7)Τις υπ' αριθμ. ... ... και .../3-3-2009 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Σ., Σ. Σ. και Β. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελένης Μόσχου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή σχετική βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσεκομίσθησαν από τους διαδίκους και αναφέρονται ιδιαιτέρως στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και οι προδιαληφθείσες τοιαύτες των Γ.

Κ., Α. Σ., Σ. Σ. και Β. Σ., καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα , δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου από τους αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως.

Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο (κατά το πρώτο σκέλος του), και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς τους που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι αυτοί ουδέποτε εχρησιμοποίησαν αποκλειστικώς και εξ ολοκλήρου το κοινό ακίνητο , αλλά μικρό μόνον τμήμα αυτού και μάλιστα περιστασιακώς, δεδομένου ότι για τις ανάγκες σταθμεύσεως των οχημάτων της εταιρείας " ΑΛΦΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕ", χρησιμοποιούσαν όμορα ακίνητα της αποκλειστικής τους κυριότητας και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρεκωλύθη με οποιονδήποτε τρόπο στην χρήση του επικοίνου ακινήτου, στην οποία μάλιστα και προέβη κατά την επίδικη χρονική περίοδο, διατηρώντας επ' αυτού παλαιά μηχανήματα επεξεργασίας και κοπής μαρμάρων, παλαιά οχήματα και υπολείμματα μαρμάρων σε έκταση υπερβαίνουσα το 80% της συνολικής εκτάσεως του ακινήτου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων ως αβάσιμους, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που αυτοί επικαλούνται για την συγκρότηση τους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Απριλίου2013 αίτηση των Χ. Γ., Ε. συζ. Χ. Γ., Η. Γ. και Α. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 50/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ