Legislator Case Law & Legislation
187/2010 AI generated

187/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 187/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Ιανουαρίου 2001 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 599/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29 Μαρτίου 2005 αίτηση τους.

Legislator headnote

AI generated

187/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): II). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 187/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννου Παπανικολάου), Ιωάννη Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. συζ. Κ. Π., κατοίκου ..., 2.Ε. συζ. Μ. Μ., 3. Ι. συζ. Ε. Κ., 4.Δ. Β. του Ε., 5.Ι. Ε. Β. και 6. Γ. συζ. Γ. Μ., κατοίκων .... Η πέμπτη εκ των αναιρεσειουσών δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. συζ. Ι. Α., 2. Ε. Β. του Ε. και 3. Γ. Β. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωλέττη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Ιανουαρίου 2001 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 599/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29 Μαρτίου 2005 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11768 ΣΤ /28.7.2009 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Χανίων …, ακριβές αντίγραφο της από 29.3.2005 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, στην πέμπτη αναιρεσείουσα προς παράσταση στην ως άνω δικάσιμο, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της πέμπτης αναιρεσείουσας.

II). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.

Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Εξάλλου οι αναφερόμενες στο άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ1 αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.Α.Π. 8/2005, 111/81, 848/81).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η ανακοπή ερημοδικίας ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά δε το άρθρο 509 του ίδιου Κώδικα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της ανακοπής είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της.

Για την έναρξη και διαδρομή της γνήσιας αυτής προθεσμίας απαιτείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις περί επιδόσεως διατάξεις των άρθρων 94, 122, 123 επ. και 139 του Κ.Πολ.Δ, ήτοι επί δικών με υποχρεωτική σύμπραξη δικηγόρου, δια δικαστικού επιμελητού και κατόπιν παραγγελίας διδομένης προς τον τελευταίο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου κάτω από το έγγραφο που επιδίδεται, και δεν έχει σημασία η τυχόν γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της, από τον δικαιούμενο να ασκήσει ανακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες, εκτός των άλλων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 22.12.2003 γνωμοδότηση του γραφολόγου Ν. Κ., που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου, το από …/21.12.2000 ειδικό πληρεξούσιο της σ/φου Χανίων Ιωάννας Μπαλάγκα, τα αντίγραφα των 2597/16.10.1981 και 40/60/ 2.8.2983 αποδείξεων της εταιρείας Μ.

Κ., το αντίγραφο της …/1.12.2000 ενόρκου βεβαιώσεως της σ/φου Χανίων Γρηγορίας Μαλεφάκη και το αντίγραφο του …/17.11.2000 πληρεξουσίου της σ/φου Χανίων Αντωνίας Φαλαγγάρη, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, αποδεικνύεται η πλαστότητα των 4057/5.1.1996 και 3694/28.8.1995 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Χανίων Ε.

Π., με τις οποίες φέρεται ότι κοινοποιήθηκαν στο πατέρα τους Ε. Π. η από 9.8.1995 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως και η 463/1995 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δέχθηκε την πιο πάνω αγωγή και έτσι κατέληξε, στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι η επίδοση της ως άνω αποφάσεως, από της επιδόσεως της οποίας και μόνο άρχεται η έναρξη της προθεσμίας του άρθρου 503 του Κ.Πολ.Δ., ήταν νόμιμη και συνακόλουθα ότι η ασκηθείσα από τον μετέπειτα αποβιώσαντα πατέρα τους ανακοπή ερημοδικίας κατά της 463/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων είχε ασκηθεί εκπροθέσμως.

Και αναφέρεται μεν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο Κρήτης σχημάτισε την κρίση του για την ουσία της υπόθεσης από την ανώμοτη κατάθεση εξέταση της πρώτης καλούσας και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των καθ' ών η ανακοπή που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, περαιτέρω όμως από την όλη αιτιολογία της απόφασης, όπου δεν γίνεται μνεία της προαναφερομένης γνωμοδοτήσεως, ως και των προαναφερομένων εγγράφων, μολονότι γίνεται ειδική αναφορά και ανάλυση του περιεχομένου της 433/9.8.1995 ένορκης βεβαίωσης του αρχικού ανακόπτοντος, της από 28.4.1998 έκθεσης εξέτασης του ενώπιον του υπαστυνόμου Ι.

Κ. και του φωτοτυπικού αντιγράφου του …/1990 δελτίου ταυτότητας, καταλείπεται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη η γνωμοδότηση του γραφολόγου Ν. Κ., ως και τα προαναφερόμενα έγγραφα, από το Εφετείο. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 599/2004 απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την ως άνω 599/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ