Legislator Case Law & Legislation
187/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding res judicata and statute of limitations in labor dispute.

Case Number 187/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding unpaid wages and Sunday work. The appellant argued that the lower court failed to apply binding precedents and incorrectly handled statute of limitations issues, but the Court found these arguments based on inaccurate premises. The Court ruled that the Second Instance Court correctly applied the law regarding the statute of limitations and the requirement for formal service of process to trigger interest, rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 § 4 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's binding effect is limited to legal issues resolved in the remittal decision, and appeals based on non-compliance with binding precedents or vague procedural errors must be rejected if the lower court correctly applied the substantive law on limitation periods and interest accrual.

Keywords

AI generated
res judicata statute of limitations Sunday work interest accrual binding precedent procedural error labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 580 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 7 § 2 of Law 496/1974

Cited Case Law

AI generated
AP 800/2001
AP 1641/1989
AP 1402/1991
AP 7/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 187/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς ΤΖΑΝΕΙΟ", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φωτεινάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 838/1997 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27-4-1999 αίτησή της. Εκδόθηκε η 800/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 838/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1157/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 3-11-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 580 § 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής περιορίζεται στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με την παραδοχή ή την απόρριψη της αναιρέσεως και όχι σε άλλα ζητήματα που δεν εθίγησαν με την αναίρεση και δεν εξετάσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της μη συμμορφώσεως του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, προς την 800/2001 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως προς τα ζητήματα :

α) περί μη συνδρομής δεδικασμένου εκ των 1641/1989 και 1402/1991 τελεσιδίκων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αναφορικά με το ύψος του βασικού ημερομισθίου της αναιρεσείουσας και β) περί μη παραγραφής των ενδίκων για διαφορές αποδοχών αξιώσεων της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την παραπάνω αναιρετική απόφαση προκύπτει ότι αυτή εξέτασε μόνο τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αναφορικά με την προβληθείσα από το και τότε αναιρεσίβλητο νοσοκομείο ένσταση καταχρηστικής, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ασκήσεως των ενδίκων μισθολογικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας, τον οποίο και δέχθηκε, αναιρώντας την 838/1997 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση και είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, χωρίς να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση και χωρίς να θίξει τα ανωτέρω ζητήματα περί μη συνδρομής δεδικασμένου (το οποίο άλλωστε δεν δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αυτή απέρριψε ως μη νόμιμη την άνω ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ) και περί παραγραφής ή μη των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσείουσας.

Ο ίδιος λόγος, κατά την, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την οποία ψέγεται το Εφετείο για τη μη κήρυξη απαραδέκτου του περί παραγραφής ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, λόγω αντιφατικότητάς του προς τους λοιπούς προβληθέντες από αυτό ισχυρισμούς, είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί αντιφατικότητας της ως άνω ενστάσεως παραγραφής ισχυρισμός είχε προβληθεί στην δίκη ενώπιον του Εφετείου, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδαφ.

γ' του Ν.Δ. 496/1974, η παραγραφή των κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ από καθυστερούμενες αποδοχές αξιώσεων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

ΙΙ.- Η με το άρθρο 48 § 3 του ΝΔ 496/1974 θεσπιζόμενη διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων του από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθρ. 250 § 6 και 17 ΑΚ, άρθρ. 289 § 1 ΚΙΝΔ), μικρότερος δε από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.Δ.

χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, καθόσον η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των πιο πάνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ.

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων δεν προσκρούει στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν μεν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζουν κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους ( Ολ ΑΠ 31/2007 ).

Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να εφαρμόσει για τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απολύσεως την περί διετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ΝΔ 496/1974, η οποία, ως επιβάλλουσα διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ή του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και των ΝΠΔΔ και του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες, αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 του Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ.- Όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε εκτέλεση της οποίας πρόσφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια από 18-2-1976 έως 21-2-1991, οπότε και αποχώρησε προκειμένου να τύχει πλήρους συντάξεως γήρατος από το ΙΚΑ και ότι από την παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να υπολογίσει τις αποδοχές της με βάση το προβλεπόμενο από την ισχύουσα ε.γ.σ.σ.ε.

κατώτατο ημερομίσθιο (ασφαλείας ) για εξάωρη εργασία, αυξανόμενο αναλόγως για την οκτάωρη ημερήσια απασχόλησή της με τις προσαυξήσεις και τα επιδόματα κατά το από 1-1-1989 έως 21-2-1991 χρονικό διάστημα προέκυψε, εκτός άλλων, και η μισθολογική διαφορά 930.832 δρχ. από την προβλεπόμενη από το άρθρο 49 §§ 1,4 ν. 993/1979 αποζημίωση λόγω υπολογισμού του ημερομισθίου της σύμφωνα με το ημερομίσθιο εργάτη δραχμών 645 αντί του προαναφερόμενου υπολογισμού.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας για την παραπάνω μισθολογική διαφορά υπάγονται στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 § 3 του Ν.Δ. 496/1974 και ότι έχουν υποκύψει σ' αυτήν, δοθέντος ότι παρήλθε χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο της διετίας, αφού άρχισε την 1-1-1990, την 1-1-1991 και την 1-1-1992, αντίστοιχα, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 13-1-1994.

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 49 §§ 1, 4 του ν. 993/1979, υποστηρίζοντας ότι οι παραπάνω αξιώσεις παραγράφονται μετά παρέλευση πενταετίας, η οποία δεν είχε παρέλθει κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι η προαναφερόμενη μισθολογική διαφορά αποτελεί πρωτογενή απαίτηση αποζημίωσης από τον άνω νόμο, που όμως είναι εσφαλμένη, διότι αυτή αποτελεί μισθολογική διαφορά που προκύπτει από λανθασμένο κατά την αναιρεσείουσα υπολογισμό του ημερομισθίου της, δηλαδή αποδοχών της για τις οποίες η αξίωσή της είχε υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 § 3 του Ν.Δ. 496/1974, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με άμεση δικονομική συνέπεια η ένδικη αναγνωριστική αγωγή να ελέγχεται, κατά την ανωτέρω μισθολογική διαφορά, ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας και εντεύθεν να είναι απορριπτέα, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν αξίωση για αποζημίωση από το άρθρο 49 §§ 1, 4 ν. 993/1979 υπάγεται στην πενταετή ή στη διετή παραγραφή.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΙV.- Κατά το άρθρο 51 εδαφ. β' του Ν.Δ. 496/1974, η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων από καθυστερούμενες αποδοχές των με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων στα ΝΠΔΔ, εκτός άλλων περιπτώσεων, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, αρχίζει δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή αρχίζει πάλι μετά πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τότε μόνον επέρχεται η διακοπή της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, όταν οι τελευταίες, κατά περιεχόμενο και αίτημα, είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική και από το δικαιούχο υποβληθείσα αίτηση για πληρωμή τους προς την αρμόδια Αρχή, ώστε να μπορεί το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξή τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι οι περιεχόμενες στη με αριθμό 12303/30-12-1991 αίτησή της απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, την οποία από κοινού υπέβαλε με άλλους 349 συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ για πληρωμή τους, δεν ταυτίζονται με τις περιλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή αξιώσεις αυτής από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση από το άρθρο 49 του ν. 993/1979 και, συνεπώς, δεν διακόπηκε η παραγραφή των τελευταίων, που αφορούσαν το από 1-1-1989 έως 21-2-1991 χρονικό διάστημα, με την υποβολή της παραπάνω αιτήσεως και με την παραδοχή αυτή κατέληξε σε απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 51 εδαφ. β' του Ν.Δ. 496/1974, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

V.- Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Eφετείο η αιτίαση ότι δέχθηκε πως οι περιεχόμενες στην ανωτέρω 12303/30-12-1991 αίτησή της απαιτήσεις της αναιρεσείουσας δεν ταυτίζονται προς τις πιο πάνω δυο αξιώσεις της που περιλαμβάνονται στην υπό δίκη αγωγή της και προήλθε έτσι στην απόρριψη της αντενστάσεώς της για διακοπή της παραγραφής, μολονότι το αναιρεσίβλητο δεν είχε προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο αναφορικά με τη μη απόδειξη διακοπής της παραγραφής για τις δυο πιο πάνω αξιώσεις της αναιρεσείουσας από την επικληθείσα από αυτήν 12303/30-12-1991 ως άνω αίτησή της.

VΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο).

Τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως στοιχειοθετεί, επίσης, και η παραδοχή ενστάσεως που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 § 3 του Ν.Δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ.

γ' του ίδιου ΝΔ ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτήν αρχή της διαθέσεως της συζητήσεως "αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".

Εξάλλου, η αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια που ισχύει για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. και θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να αποτραπεί η τυχόν υπαίτια ή και ανυπαίτια παράλειψη των εκπροσώπων τους να προτείνουν τη σχετική ένσταση, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 110 § 1 ΚΠολΔ, 4 § 1 και 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, να αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να δικάζονται δίκαια και αμερόληπτα.

Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων του Ν.Π.Δ.Δ. να προβάλλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής.

Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ' του Ν.Δ.496/1974 δεν είναι αντίθετη και προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας, αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο εκκρεμών δικών, με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής αυτών και όχι να θεσπίζει γενικώς κανόνες για την παραγραφή των αξιώσεων και την αυτεπάγγελτη ή μη λήψη αυτής υπόψη από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναγνώριση αξιώσεών της κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ από μισθολογικές διαφορές α) 4.952.969 δρχ. από δεδουλευμένες αποδοχές, β) 930.832 δρχ. από αποζημίωση λόγω απολύσεώς της και γ) 875.587 δρχ. από την κατά Κυριακές κα αργίες εργασία της για το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 21-2-1991, κατά το οποίο προσέφερε σ' αυτό τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Το Εφετείο αυτεπαγγέλτως απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή για τα κονδύλια από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση του άρθρου 49 του ν. 993/1979 με την παραδοχή της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας λόγω της παραγραφής των αξιώσεων αυτών κατά το άρθρο 48 § 3 του Ν.Δ. 496/1974 ύστερα από απόρριψη και της επίκλησης από αυτήν του ισχυρισμού περί διακοπής της παραγραφής με την προαναφερόμενη με αριθμό 12303/30-12-1991 αίτησή της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο την ως άνω παραγραφή και δεν απέρριψε παρά το νόμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής για τις αγωγικές αυτές αξιώσεις, αφού με τις προαναφερόμενες παραδοχές, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, σημαίνει ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα ανωτέρω "πράγματα", έστω και αν ο περί διακοπής της παραγραφής ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται το σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αυτό.

VIΙ.- Για την έναρξη της τοκοδοσίας επί οφειλής Ν.Π.Δ.Δ. απαιτείται, κατά το άρθρο 7 § 2 του ΝΔ 496/1974, επίδοση καταψηφιστικής αγωγής μόνον και δεν αρκεί ούτε η εξώδικη όχληση, ούτε η επίδοση αναγνωριστικής αγωγής, ούτε ακόμη η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, αν αυτή αργότερα τραπεί σε αναγνωριστική (Ολ ΑΠ 7/2000). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα της αναγνωρίσεως οφειλής τόκων για το κονδύλιο της εργασίας της αναιρεσείουσας κατά Κυριακές και αργίες, για το οποίο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κράτησε την αγωγή και δέχθηκε αυτό εν μέρει, με την αιτιολογία, ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία, έτσι, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό της αίτημα και, συνεπώς, δεν οφείλονται τόκοι, νόμιμοι ή υπερημερίας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 § 2 του Ν.Δ. 496/1974, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 31-10-2003 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1157/2001 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ