Legislator Case Law & Legislation
187/2007 AI generated

187/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 187/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 26629/2000, 29018/2000, 30745/2000, 6353/2001, 28910/2001, 28911/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6062/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

187/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 187 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 187/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS", (ΤΖΕΝΕΡΑΛΙ ΕΛΛΑΣ ΑΕΑΖ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιάσωνα Δούμπη και Χαρούλα Απαλαγάκη, οι οποίοι δήλωσαν ότι παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την 7η αναιρεσίβλητη ....

Των αναιρεσιβλήτων: (αναφέρονται 8 ονόματα). Οι 3ος, 4η, 6η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή, ενώ οι 1η, 2ος, 5η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 26629/2000, 29018/2000, 30745/2000, 6353/2001, 28910/2001, 28911/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6062/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ης, 2ου, 5ης και 7ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294 παρ. 1, 295 παρ. 1 εδαφ. α΄ και 297 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 299 και 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Επομένως, μετά τη γενόμενη στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού, πριν από την προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως, δυνάμει, του υπ΄ αριθ. 21436/13.9.2006 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών .... , από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς την απολιπόμενη, που απεβίωσε, υπό στοιχ. Β5 αναιρεσίβλητη .... , πρέπει ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β΄ και γ΄ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ΄ άρθρο 575 εδάφ. β΄ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ΄ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παρά πόδας της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από 28.12.2004 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 21.10.2005. Κατά τη συνεδρίαση του Τμήματος στη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3.3.2006, κατά την οποία εμφανίστηκαν όλοι οι διάδικοι πλην της υπό στοιχ.

Β3 αναιρεσίβλητης ...., η οποία, όμως, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ΄ αριθ. .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...., είχε κλητευθεί νόμιμα για τη δικάσιμο της 21.10.2005, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου η υπόθεση.

Και κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου, με αίτημα των υπό στοιχ. Β 1, 2, 4, και 6 αναιρεσιβλήτων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22.9.2006, κατά την οποία εμφανίστηκαν όλοι οι διάδικοι πλην των υπό στοιχ. Α 1, 2 και Β 3 αναιρεσιβλήτων ..., αντίστοιχα.

Δεδομένου, όμως, ότι οι μεν δύο πρώτοι εξ αυτών (Α 1 και 2) παραστάθηκαν κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 3.3.2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση και συνεπώς η εκ του πινακίου αναβολή ισχύει ως κλήτευση αυτών, η δε τρίτη (Β 3), όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ΄ αριθ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... , κλητεύθηκε νομότυπα για την παρούσα δικάσιμο, με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου του υπ΄ αριθ. 52/3.3.2006 πρακτικού αναβολής του δικαστηρίου αυτού, θα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 537 Κ.Πολ.Δ., αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση εφόσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απόφασης του Εφετείου καταλαμβάνουν κατ' αρχήν εκείνους από τους απλούς ομοδίκους που δεν προσέβαλαν αυτοτελώς με έφεση την πρωτόδικη απόφαση.

Η παραπάνω διάταξη, κατ' απόκλιση από την αρχή ότι η ενέργεια της εφετειακής απόφασης ωφελεί και βλάπτει κατ' αρχήν μόνο τους διαδίκους της έκκλητης δίκης καθώς και όσους τρίτους υπόκεινται στο δεδικασμένο (άρθρα 325 - 329 Κ.Πολ.Δ) ή την εκτελεστότητα (άρθρα 919 - 920 Κ.Πολ.Δ), εισάγει μια διεύρυνση της υποκειμενικής ενέργειας από την εφετειακή απόφαση, που δέχεται την έφεση ενός ή και περισσοτέρων από τους ομοδίκους, που ηττήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους.

Για την εφαρμογή του άρθρου 537 Κ.Πολ.Δ., το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους.

Στην Κ.Πολ.Δ 537 πρόκειται περί επεκτάσεως των ορίων του δεδικασμένου και όχι περί πλασματικής αναγνώρισης της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ., η αποδοχή απόφασης, πριν ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, για την οποία παραίτηση δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με τη τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση αυτή.

Αποδοχή της απόφασης, κατά την κρατούσα άποψη, δεν συνάγεται από την παραμέληση άσκησης έφεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Η λειτουργία της Κ.Πολ.Δ 537 συνίσταται στην καθ' υποκείμενα επέκταση από την εφετειακή απόφαση του ουσιαστικού δεδικασμένου και σε πρόσωπα που δεν ήσαν διάδικοι στην κατ΄ έφεση δίκη.

Η επέκταση αυτή επέρχεται ευθέως εκ του νόμου με τη συνδρομή των οριζόμενων διατυπώσεων. Δεν προκύπτει από το άρθρο 537 Κ.Πολ.Δ. ότι στην απόφαση του Εφετείου πρέπει να διαλαμβάνεται σχετική διάταξη υπέρ του μη εκκαλέσαντος αλλά ωφελούμενου ομοδίκου. Ούτε από τη διάταξη προκύπτει ανάγκη ενεργού συμμετοχής στην κατ΄ έφεση δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου.

Η καθ΄ οιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο συμμετοχή στην εφετειακή δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου δεν αποτελεί αποκλειστικό τρόπο εισόδου στη δίκη αυτή για τη διαπίστωσή του αυτοδικαίως και υπέρ αυτού επεκτεινόμενου ευνοϊκού δεδικασμένου. Τούτο δύναται να επέλθει και επ΄ ευκαιρία άλλης δίκης όπως είναι π.χ.

η αναγνωριστική αγωγή που ανοίγεται απ΄ αυτόν προς διαπίστωση της επέκτασης αυτής, η ανακοπή (άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ.) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγων άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης, στα πλαίσια της οποίας αξιώνεται από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο το υψηλότερο ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα σε βάρος του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά της εκτέλεσης αυτής ο μη εκκαλέσας ομόδικος δύναται να προβάλει το υπέρ αυτού προκύψαν ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση άλλου ομοδίκου. Στην ανοιγόμενη αυτή δίκη επί της ανακοπής θα ερευνηθούν από το δικαστήριο οι προϋποθέσεις επέκτασης ή μη του ευνοϊκού δεδικασμένου.

Αν η θέση του δικαστηρίου αυτού είναι θετική, θα πρέπει να κηρυχθεί απλώς ανενεργός ο τίτλος δηλαδή η πρωτόδικη απόφαση έναντι του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με συνέπεια να μη δύναται να γίνει εκτελεστή. Η πρωτόδικη απόφαση, τυπικά διατηρείται και δεν εξαφανίζεται αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ΄ αυτής από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο.

Παρόλο ότι δεν εξαφανίζεται ως προς τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο παρακωλύεται η επέλευση ως προς αυτόν του εξ αυτής δεδικασμένου. Αντί αυτής επέρχεται το ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε την έφεση άλλου ομοδίκου. Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι ο μη εκκαλέσας ομόδικος, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά της δυσμενούς γι΄ αυτόν πρωτόδικης απόφασης που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης.

Τέτοια νομιμοποιητική εξουσία για άσκηση αναίρεσης δεν μπορεί κατά νόμο να προσδώσει στον μη εκκαλέσαντα ομόδικο η σκέψη της εφετειακής απόφασης ως προς τον τελευταίο που παρέστη στο Εφετείο μόνο με την ιδιότητα του εφεσιβλήτου ότι η ευνοϊκή απόφαση του Εφετείου που δέχεται την έφεση του εκκαλέσαντος ομοδίκου ωφελεί μόνο αυτόν και όχι άλλο ομόδικο και τούτο γιατί τέτοια σκέψη του εφετείου είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο του άρθρου 537 Κ.Πολ.Δ.

όπως αυτό αναλύθηκε παραπάνω. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία ο ΄Αρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 11.7.2000 (αριθ. έκθ. καταθ. 29018/2.8.2000) αγωγή, οι υπό στοιχ. Β αναιρεσίβλητοι, συγγενείς του θανάσιμα τραυματισθέντος σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού της μοτοσυκλέτας ...., ζήτησαν να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη υπό στοιχ.

Α' αναιρεσίβλητοι, οδηγός και κύριος, αντίστoιχα), του ζημιογόνου αυτοκινήτου καθώς και η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το πιο πάνω αυτοκίνητο, να τους καταβάλουν για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Επίσης με την από 22-8-2001 (άριθ. εκθ. καταθ. 28911/24-8-2001) παρεμπίπτουσα αγωγή, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη υπό στοιχ. Α' αναιρεσίβλητοι, οδηγός και κύριος, αντίστοιχα, του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, να της καταβάλουν το χρηματικό ποσό που θα υποχρεωθεί τυχόν να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Επί των συνεκδικασθεισών αγωγών εκδόθηκε η 6062/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού έκρινε ότι η σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, κατά μερική παραδοχή της κύριας αγωγής υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον καθένας, να καταβάλουν στους ενάγοντες το, όπως αναλύεται χωριστά για τον καθένα, συνολικό ποσό των 181.469,45 ευρώ και κατά παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής, υποχρέωσε τους παρεμπιπτόντως εναγoμένoυς, εις ολόκληρον καθένας, να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το χρηματικό ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: α) η από 23-1-2003 (αριθ. εκθ. καταθ. 288/2003) έφεση των υπό στοιχ. β' αναιρεσιβλήτων κατά των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας β) η από 25-10-2002 (αριθ. εκθ. καταθ. 4171/2002) έφεση των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας απλής ομοδίκου τους και των υπό στοιχ.

Β' αναιρεσιβλήτων και γ) η από 17-2-2003 (αριθ. εκθ. καταθ. 770/2003) επικουρική έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας μόνο κατά των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων απλών ομοδίκων της και για την περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης των κυρίως εναγόντων ενώ ως προς τους υπό στοιχ. Β' αναιρεσιβλήτους απλώς κοινοποιήθηκε.

Συνεκδικασθεισών και των τριών εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού έκρινε ότι η σύγκρουση οφείλεται στη συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά και των δυο οδηγών και καθόρισε τα ποσοστά υπαιτιότητας των οδηγών του αυτοκινήτου και της μοτοσυκλέτας σε 70% και 30% αντίστοιχα, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των υπό στοιχ.

Β' αναιρεσιβλήτων

και κατά παραδοχή των υπόλοιπων δύο εφέσεων εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της εκτός από εκείνη με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-7-2000 (αριθ. έκθ. καταθ. 29018/2.8.2000) αγωγή των υπό στοιχ. Β' αναιρεσιβλήτων έναντι της εκ των εναγομένων αναιρεσείουσας που δεν άσκησε κατ' αυτών έφεση και για την οποία εξακολουθεί να ισχύει η πρωτόδικη απόφαση.

Στη συνέχεια αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν : α) δέχθηκε εν μέρει την από 11-7-2000 (αριθ. εκθ. καταθ. 29018/2-8-2000) αγωγή των υπό στοιχ. Β' αναιρεσιβλήτων έναντι μόνο των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον καθένας το, όπως αναλύεται χωριστά για τον καθένα, συνολικό ποσό των 104.907,26 ευρώ και β) δέχθηκε την από 22-8-2001 (άριθ.

εκθ. καταθ. 28911/24-8-2001) παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρέωσε τους παρεμπιπτόντως εναγομένους και ήδη υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα - αναιρεσείουσα το ποσό που αυτή θα πληρώσει στους υπό στοιχ. Β' αναιρεσιβλήτους αλλά όχι πέραν της υποχρέωσης που οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υπέχουν έναντι των τελευταίων.

Εφόσον λοιπόν, με βάση τα παραπάνω, 1) οι υπό στοιχ. Α' αναιρεσίβλητοι και η αναιρεσείoυσα ασφαλιστική εταιρεία, ήσαν, ως εναγόμενοι της αγωγής των υπό στοιχ. Β' αναιρεσιβλήτων, απλοί ομόδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η 6062/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης 2) ηττήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και υποχρεώθηκαν να πληρώσουν, εις ολόκληρον, στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 181.469,45 ευρώ 3) άσκησαν έφεση εκ των πιο πάνω απλών ομοδίκων μόνο οι υπό στοιχ.

Α' αναιρεσίβλητοι κατά των υπο στοιχ. Β΄ αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς τους πιο πάνω εκκαλούντες - υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτους και με την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν στους υπό στοιχ.

Β΄ αναιρεσιβλήτους το συνολικό ποσό των 104.907,26 ευρώ και 4) δεν υφίσταται αποδοχή, με την έννοια που προαναφέρθηκε, της πρωτόδικης απόφασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την παραμέληση της άσκησης έφεσης μέσα στη νόμιμη, προθεσμία κατά των υπό στοιχ. Β' αναιρεσιβλήτων, δεν νομιμοποιείται η μη εκκαλέσασα ομόδικος ασφαλιστική εταιρεία, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη, να ασκήσει αναίρεση κατά της δυσμενούς γι΄ αυτήν πρωτόδικης απόφασης που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης, ούτε για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αναφέρει ότι η απόφαση αυτή δεν ωφελεί την αναιρεσείουσα όπως εκτέθηκε παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Αντίθετα έχει τη δυνατότητα, επ΄ ευκαιρία άλλης δίκης, όπως στην περίπτωση της επισπευδόμενης σε βάρος της εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της ως άνω πρωτόδικης απόφασης να προβάλει το υπέρ αυτής προκύψαν ευνοϊκό αποτέλεσμα από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση των ομοδίκων του, οπότε και θα ερευνηθούν από το δικαστήριο οι προϋποθέσεις επέκτασης ή μη του ευνοϊκού δεδικασμένου.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 537 Κ.Πολ.Δ. και όχι του άρθρου 559 παρ. 16 Κ.Πολ.Δ., όπως εσφαλμένα παρατίθεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρθ. 9 περ. γ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται από την αναιρεσείουσα επικουρικά στο Εφετείο η από τον αριθμό 9 σε συνδ. με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι άφησε αδίκαστες τις με αριθ. καταθ. 4171/29.10.2002 και 288/27.1.2003 εφέσεις των υπό στοιχ. Α΄ και Β΄ αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα κατά το μέρος που στρέφονταν εναντίον της, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στερείται η αναιρεσείουσα εννόμου συμφέοντος.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτει στο Εφετείο την εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την αριθ. έκθ. καταθ. 29018/2.8.2000 αγωγή των υπό στοιχ. Β΄ αναιρεσιβλήτων, διαλαμβάνει, στην 29η σελίδα αυτής, αντιφατικές διατάξεις, διότι αρχικά, κατά παραδοχή των εφέσεων "Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις εκτός από εκείνη με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 2.8.2000 (β) αγωγή (των ... κλπ) έναντι της εναγομένης "GENERALI AEAZ" και στη συνέχεια "Δέχεται εν μέρει την από 2.8.2000 (β) αγωγή. Υποχρεώνει τους εναγομένους ... να καταβάλουν εις ολόκληρο στον ενάγοντα ... το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (38.290,98)................". Το περιεχόμενο, όμως, αυτό του διατακτικού, ενόψει και των όσων προεκτέθηκαν, κατά την εξέταση του λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις έτσι, ώστε, η εκτέλεση της απόφασης να καθίσταται αδύνατη ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων υπό στοιχ. Β 1, 2, 4 και 6 αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αποφαίνεται ως μη ασκηθείσα την από 24.11.2004 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS (ΤΖΕΝΕΡΑΛΙ ΕΛΛΑΣ) ΑΕΑΖ" ως προς την υπό στοιχ. Β5 αναιρεσίβλητη ..., για αναίρεση της 1144/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-Απορρίπτει την προαναφερόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς συμμετασχόντες στην αναιρετική δίκη διαδίκους.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων υπό στοιχ. Β 1, 2, 4 και 6 αναιρεσιβλήτων .... , την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ