Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence submission and burden of proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision in a property dispute. The appellant argued the lower court erred by accepting a cadastral extract without proper submission and misweighting documentary evidence. The court ruled that the appellate court correctly evaluated all evidence and that the appellant's claims regarding procedural defects and evidentiary weight were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and factual findings are binding, while misapplying the burden of proof or evidence weight constitutes a distinct ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 187 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 187/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Ι. Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Ψύρρα.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Φ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτέρπη Καραγιάννη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαϊου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαϊου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 17 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του κατά τη μοναδική συζήτηση της διεκδικητικής αγωγής του, κατά της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επικαλέστηκε ως από εκείνον προσκομιζόμενο κτηματολογικό απόσπασμα, σχετικό με το διεκδικούμενο ακίνητο, ότι όπως προκύπτει από το 7493/20-7-2001 έγγραφο του αρμόδιου Οργανισμού (Ο.Κ.Χ.Ε.) εκδόθηκε για τον ενάγοντα τέτοιο απόσπασμα, και ότι ο ενάγων προσκόμισε στο πρωτόδικο δικαστήριο κατά την ως άνω συζήτηση αυτό το απόσπασμα. Επομένως, ενόψει του ότι αυτή η τελευταία διαπίστωση αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για το λόγο ότι κατά την μοναδική συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο ενάγων δεν προσκόμισε κτηματολογικό απόσπασμα από το αρμόδιο γραφείο κτηματολογίου, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα άλλα στοιχεία, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν την αγωγή....β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη προδικασίας, η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής.
Η αοριστία αυτή της αγωγής (ποσοστική) ελέγχεται αναιρετικά με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ.α' επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Όμως, προκειμένου περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το ακίνητο, του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του ενάγοντος και διατάχθηκε η απόδοσή του καθορίζεται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με την ίδια θέση και τα ίδια με την αγωγή όρια, όχι όμως και με την αναφερόμενη στην αγωγή έκταση αλλά με μικρότερη, ακόμη και στην περίπτωση που κάποιο από τα ονόματα των ομόρων ιδιοκτητών είναι εσφαλμένο, αρκεί να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 4-5-2000 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αντιδίκου του αναιρεσείοντος, το δικόγραφο της οποίας εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Αρειος Πάγος, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του αποδόσει ένα αγρόκτημα που βρίσκεται στη θέση "...
της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητος και ήδη Δήμου Αλονήσου, εκτάσεως 324 τ.μ, ήτοι διαστάσεων 18Χ18 μέτρων, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησίες, ανατολικώς Κ. Μ., βορείως Κ. Χ., δυτικά Α. Α. και νότια με θάλασσα, από την ανατολική πλευρά του οποίου το έτος 1998 διανοίχθηκε κοινοτικός δρόμος, αφαιρώντας από το ανατολικό τμήμα αυτού λωρίδα πλάτους ενός (1) μέτρου.
Όπως προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο και υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να αποδόσει σ' αυτόν ένα αγρόκτημα, που βρίσκεται στη ίδια θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας, του Δήμου Αλονήσου, εκτάσεως 238,τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Απρίλιο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Κ., το οποίο συνορεύει, ανατολικά σε πλευρά ΓΒ μήκους 20,66 μ. με ιδιοκτησία Χ. Χ., δυτικά σε πλευρά ΑΔ, μήκους 20,32 με ιδιοκτησία πρώην Α. Α. και ήδη εναγομένης, βόρεια σε πλευρά ΓΔ μήκους 7,99 μ. με ιδιοκτησία Κ. Χ. και νότια σε πλευρά ΑΒ μήκους 15,68 με αμμώδη περιοχή και πέραν αυτής με θάλασσα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικος αγωγή περιέχει με σαφήνεια όλα τα απαιτούμενα για την περιγραφή της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου στοιχεία και ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε επαρκώς ορισμένη.
Επομένως, ο δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικογράφου της αγωγής λόγω αοριστίας του, εγκείμενης σε ασαφή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης το δικαστήριο της ουσίας με το να καθορίσει στην απόφασή του ότι το επίδικο ακίνητο έχει μικρότερη έκταση από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού ορίζει ότι αυτό (επίδικο) έχει την ίδια θέση, τα ίδια όρια, εκτός από το ανατολικό και δεν γεννάται αμφιβολία ότι αυτό ταυτίζεται με εκείνο της αγωγής.
Επομένως, ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, απορριπτέος ως αόριστος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εγκειμένη στο ότι το δικαστήριο δεν αιτιολογεί επαρκώς, άλλως δεν αιτιολογεί καθόλου την ταύτιση του ακινήτου επί του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου με εκείνο της αγωγής, διότι στον υπό συζήτηση λόγο δεν καθορίζονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως επί των αποδεικνυόμενων κατ' εκείνο το δικαστήριο σχετικών πραγματικών γεγονότων, καίτοι οι παραδοχές αυτές κατά τα άρθρα 118 παρ.4, 559 αριθ.19 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ είναι αναγκαίες για το ορισμένο του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 556 παρ.1, 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένοι και άρα παραδεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως που αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτήν πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο των ως άνω λόγων, αν στοιχειοθετούνται αυτοί οι ο προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, η δε συμπλήρωση τούτων με αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι επιτρεπτή.
Επίσης δεν αρκούν οι μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές σχετικές παραδοχές της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεσή της κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 974, 981, 1045, 1048 και 1710 ΑΚ, με το να δεχθεί την παραπάνω αγωγή και να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας που προβλήθηκε από αυτήν.
Όμως, στους λόγους αυτούς δεν εκτίθενται με πληρότητα όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως κυρίως αναφορικά με την άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν στοιχειοθετούνται οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, αφού οι αναφερόμενες παραδοχές είναι εντελώς μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές.
Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
4.- Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπιπτούσας αποφάσεως περί αποδείξεως.
Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την οποία, σύμφωνα με τοάρθρο 270 εδ.α' ΚΠολδ, οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο οφείλουν να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα, εκτός από την περίπτωση που το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.6 του ίδιου άρθρου διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης από την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύεται ότι επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση. 5.- Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, προβλέποντας ιδίως ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταπόδειξης, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως κατ' αρχήν έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του για το αν ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας στις 25-5-1964, όταν με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο μεταβίβασε το επίδικο στο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου απώλεσε την νομή αυτού, υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια διότι απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο παραπάνω συμβόλαιο, ενώ δεν απέδωσε καμμία αποδεικτική δύναμη στο προσκομισθέντα από αυτήν (αναιρεσείουσα) αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι αναφέρεται σε δικαστικό σφάλμα όχι σχετικά με την αποδεικτική δύναμη αλλά σχετικά με την αποδεικτική βαρύτητα.
6.- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.11 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση, βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα από την αναιρεσείουσα προσκομισθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στο έβδομο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.11 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαϊου 2004 αίτηση της Ε. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 183/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ